ΑΠΟΨΕΙΣ

Σύννεφα στην Ευρώπη, καταιγίδα στην Ελλάδα

Οι συνεχείς καθυστερήσεις της κυβέρνησης απειλούν να οδηγήσουν στο χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα. Κάποιοι υπολογίζουν, ή μάλλον ελπίζουν, σε νίκη του Μάρτιν Σουλτς στις γερμανικές εκλογές και στην υιοθέτηση από έναν Σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο μιας πιο χαλαρής οικονομικής πολιτικής στο εσωτερικό της Γερμανίας, όπως και σε μια ανάλογη στροφή σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Με το ίδιο σκεπτικό ελπίζουν ότι ο κ. Σουλτς θα αποδεχθεί την έκδοση ευρωομολόγων και «φυσικά» τη χαλάρωση των απαιτήσεων από, και των πιέσεων προς, την Ελλάδα.

Περιέργως, θεωρούν ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ μας, και άρα «αξίζει» να περιμένουμε. Το έχουμε ξανακούσει αυτό, και οι συνέπειες ήταν καταστροφικές. Η ελληνική οικονομία πήγε πίσω τουλάχιστον δυο χρόνια, αυξήθηκε ο δανεισμός, και η ανάπτυξη που έκανε δειλά την εμφάνισή της στα τέλη του ’14, χάθηκε. Προφανώς κάποιοι δεν έχουν διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος, εξακολουθούν να διολισθαίνουν σε λάθος εκτιμήσεις, και για άλλη μια φορά ερωτοτροπούν με τη χρεοκοπία.

Κι όμως, τη στιγμή που γκρίζα σύννεφα πλανώνται πάνω από την Ε.Ε., και ο πρόεδρος της Κομισιόν προτείνει πολλά «εναλλακτικά» σενάρια για το μέλλον της Ενωσης, τη στιγμή που οι τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης –Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία– που, σημειωτέον, περιλαμβάνουν και τις σημαντικότερες χώρες του Νότου, μιλούν για μια Ευρώπη «πολλών ταχυτήτων», οι ίδιοι άνθρωποι δείχνουν να μην καταλαβαίνουν τους κινδύνους που ελλοχεύουν.

Οσοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε αλλαγή πλεύσης από το Βερολίνο, δεν πρέπει να ξεχνούν ότι οι γερμανικές εκλογές θα διεξαχθούν μετά έξι μήνες και η νέα κυβέρνηση θα σχηματισθεί γύρω στον Νοέμβριο. Ακόμη και αν κερδίσει ο κ. Σουλτς, δεν είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει ριζική μεταστροφή στην οικονομική πολιτική. Εάν προκύψει και πάλι Μεγάλος Συνασπισμός, η διαφορά Σοσιαλδημοκρατών και Χριστιανοδημοκρατών θα είναι οριακή, και άρα δεν θα είναι εύκολες μεγάλες ανατροπές.

Ακόμη και αν τα δεδομένα επιτρέψουν τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας από τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Πράσινους και την Αριστερά, το όλο σκηνικό της Ευρωζώνης θα εισέλθει, για άλλους λόγους, σε περίοδο αναταράξεων και αβεβαιότητας, οπότε και σε αυτή την περίπτωση δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για «κατανόηση» προς την Ελλάδα.

Τη θέση της χώρας μας δεν βοηθά φυσικά ούτε το κύμα του λαϊκισμού που έχει πλημμυρίσει τη Γηραιά Ηπειρο. Παρά τις προβλέψεις περί νίκης ενός ευρωπαϊστή προέδρου στη Γαλλία, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο επικράτησης της Λεπέν. Και αυτό θα ήταν, φυσικά, καταστροφικό για την Ευρωζώνη και κατ’ επέκταση για την Ελλάδα που αποτελεί τον πιο αδύναμο κρίκο της. Ανάλογο περιβάλλον θα δημιουργούσε η αναρρίχηση στην εξουσία των αντιευρωπαϊκών δυνάμεων στην Ιταλία, που φλερτάρουν ανοικτά με την έξοδο από το ευρώ.

Οι εκτιμήσεις διεθνών αναλυτών που δίνουν μέχρι και 50% πιθανότητες να αποχωρήσει η Ελλάδα από την Ευρωζώνη και να χρεοκοπήσει, έπρεπε να είχαν ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά των σκεπτομένων στους κόλπους της κυβέρνησης. Με όλα αυτά τα δεδομένα και από τη στιγμή που οι ίδιοι οι αρμόδιοι υπουργοί που γνωρίζουν τα της οικονομίας και διαπραγματεύονται, έχουν επανειλημμένως χαρακτηρίσει τη μη ολοκλήρωση της αξιολόγησης καταστροφική, είναι απορίας άξιον γιατί δεν τολμούν να συμφωνήσουν, έστω και στα δύσκολα και συχνά υπερβολικά και λανθασμένα μέτρα που προκύπτουν από την περίεργη διελκυστίνδα ΔΝΤ – Γερμανίας. Θα δοθεί έτσι τέλος στην αβεβαιότητα, θα γυρίσει σελίδα η οικονομία, θα έρθουν επενδύσεις, και αν στο μέλλον αλλάξουν οι συσχετισμοί στη Γερμανία και στους άλλους «ισχυρούς» της Ευρώπης, και βρει η κυβέρνηση ευήκοα ώτα στο Βερολίνο και αλλού, ας διεκδικήσει τότε τη βελτίωση κάποιων παραμέτρων.