ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Γιάννα Αγγελοπούλου
Η αταξική αρμονία της μεταμέλειας

Κ​​αμία προσωπικότητα δεν είναι τόσο οικουμενική, όσο οικουμενική νομίζει ότι είναι η Γιάννα Αγγελοπούλου. Αυτό το συναίσθημα, ότι συμβολίζει κάτι πολύ βαρύτερο του εαυτού της, την έκανε προχθές να επιστρέψει στην Πολιτεία τον τίτλο της πρέσβεως εκ προσωπικοτήτων. Παρέδωσε, βέβαια, μόνο τον τίτλο. Οχι το άυλο βάρος.

Η αλήθεια είναι ότι η Αγγελοπούλου είχε κάθε λόγο να ερμηνεύσει ως βάναυση αγνωμοσύνη την άρνηση της κυβέρνησης να ανανεώσει το διπλωματικό της διαβατήριο. Με αυτή την κίνηση –αλλά και την επίθεση από την «Αυγή» που ακολούθησε μία ημέρα μετά– ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε να λησμονεί πόσο είχε ευεργετηθεί από τη Γιάννα. Πόσο τον είχε ωφελήσει, ας πούμε, η δημόσια έκφραση της «ευτυχίας» της, μετά τις ευρωεκλογές του 2014, για το γεγονός ότι «ο ορίζοντας είχε ανοίξει στις νέες δυνάμεις» – τον ΣΥΡΙΖΑ και το Ποτάμι.

Μπορεί τώρα αυτή η παρέμβαση να φαίνεται αμελητέα. Στο κλίμα όμως της εποχής είχε πολιτική σημασία πολύ μεγαλύτερη από τη βοήθεια που παρέσχε η Γιάννα μετεκλογικά, στο πεδίο κυρίως των διεθνών δημόσιων σχέσεων. Την άνοιξη του 2014 υπήρχε ακόμη η καχυποψία –τουλάχιστον– της μεσαίας τάξης απέναντι σε ένα έφηβο κόμμα, παρορμητικό και αδοκίμαστο. Η αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ από την Αγγελοπούλου δεν μπορούσε παρά να λειτουργήσει κατευναστικά. Ακόμη κι εκείνοι που δεν εμπιστεύονταν την αγγελιαφόρο, άκουσαν το μήνυμα. Και το μήνυμα ήταν ότι δεν είχε κανείς λόγο να φοβάται μια αντισυστημική δύναμη, από τη στιγμή που δεν τη φοβόταν το ίδιο το «σύστημα».

Η Γιάννα δεν ήταν η μόνη. Πολλές, και πολύ περισσότερο θεσμικές, ενσαρκώσεις του «συστήματος» είχαν φροντίσει να κανονικοποιήσουν την επερχόμενη εξουσία στα μάτια της κοινής γνώμης. Αυτή η ταξική αποστασία υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε και το πραγματικό βάθος της αποκαλούμενης ελίτ, που, σαν να μην υπήρχαν οι υπαρξιακοί κίνδυνοι της κρίσης, προσέγγισε τη νέα κατάσταση σαν business as usual.

Το κλίμα, όπως και στην κοινωνία, άρχισε να αλλάζει από τις δεύτερες εκλογές του 2015 και μετά. Για πολλούς, ωστόσο, η μεταστροφή κατά των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ήταν τελείως άσχετη με τα ιστορικά συμφραζόμενα. Ηταν μόνο προϊόν της απογοήτευσής τους για το γεγονός ότι η κυβέρνηση είχε αποδειχτεί ιδιωτικώς αφερέγγυα. Δεν έφταιγε ότι είχε αποτύχει στη διαχείριση της χώρας. Εφταιγε ότι είχε αποτύχει στη διαχείριση φιλοδοξιών και συμφερόντων. Είχε αποτύχει ως ντίλερ.

Αν για κάτι είναι ενδεικτική η δημόσια οργή της Αγγελοπούλου, είναι για τον όντως «οικουμενικό» χαρακτήρα που παίρνει η μεταμέλεια των άλλοτε υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει μια αρμονική, αταξική αναλογία μεταξύ των πολλών, που καταριούνται την κυβέρνηση επειδή, ας πούμε, δεν έδωσε τη 13η σύνταξη, και των λίγων, που την αποκηρύσσουν όψιμα επειδή δεν μπόρεσε να εγγυηθεί τα προνόμιά τους. Επειδή δεν σφράγισε το διπλωματικό τους διαβατήριο.

Για λάθος λόγους ΣΥΡΙΖΑ. Για λάθος λόγους αντισύριζα.

Πέμη Ζούνη
Μια γύψινη κόρη μέσα στο χαλάζι

Α​​π’ όλα τα εργαλεία της παραπλάνησης, ένα ήταν το πιο δραστικό. Οχι τα πανηγυρικά δελτία Τύπου που ανήγγελλαν ότι την Πέμη Ζούνη θα σκηνοθετήσει ο Ανγκ Λι, ο τιμημένος με Οσκαρ σκηνοθέτης του «Brokeback Mountain». Ούτε οι μεταγενέστερες, καθησυχαστικές διαρροές ότι ο τιμημένος, πλην άφαντος, Λι τηλεσκηνοθετούσε τη Ζούνη μέσω Skype. Απ’ όλα τα μέσα της ομολογημένης πια απάτης το πιο πειστικό ήταν εκείνη η εικόνα που έδειχνε την πρωταγωνίστρια στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Χαλαρή, με τουριστική περιβολή, η Ζούνη ατένιζε με κάτι σαν συναδελφική οικειότητα την αρχαϊκή κόρη Φρασίκλεια. Μεταξύ Πέμης και Φρασικλείας, σεμνό μέσα στο κοστουμάκι του, χαμογελούσε το άβαταρ του διάσημου σκηνοθέτη.

Τι άλλο θα έκανε μια Ελληνίδα επαγγελματίας της σόουμπιζ που ζούσε, επιτέλους, τη φαντασίωση της «διεθνούς καριέρας»; Τι άλλο από το να πάρει τον ξένο από το χέρι και να τον πάει βουρ στα Μάρμαρα – για να τον κάνει να νιώσει κι αυτός λίγο σέβας; Πραγματικά, ήταν πολύ κοινότοπο για να έχει μπει κανείς στον κόπο να το κατασκευάσει. Πολύ σωστό για να είναι ψέμα.

Αλλωστε, κανείς δεν ξέρει πια τι είναι ψέμα. Ο μέσος καταναλωτής πληροφορίας –αυτός που κάπως ελέγχει την έκθεσή του στο ιντερνετικό χαλάζι– έρχεται αντιμέτωπος με τόσες εικόνες, με τόσα ψιχία «πραγματικότητας», που είναι αδύνατον να διεκδικήσει κάτι περισσότερο από την αληθοφάνεια.

Αυτό το νέο περιβάλλον όρισε –ασυναίσθητα, αλλά καίρια– και η υπεύθυνη για τη μιντιακή προβολή της παράστασης. «Εμείς», είπε, «ποτέ δεν είπαμε ότι δεν είναι φώτοσοπ. Κανείς δεν μας ρώτησε» αν είναι ή δεν είναι πειραγμένες οι φωτογραφίες. Μπορεί αυτό να ακούγεται σαν προκλητική αντιστροφή του βάρους της ευθύνης, από τον δράστη της απάτης στο θύμα του. Προκλητικός ή όχι, όμως, αυτός είναι πια ο νόμος. Αυτό που παρουσιάζεται ως πραγματικότητα είναι ρευστό, εικονικό ή και επεξεργασμένο. Οποιος επιμένει να διεκδικεί την πραγματική πραγματικότητα, πρέπει να την ψάξει.

Πρέπει να ψάξει τη λιτότητα μετά το «τέλος της λιτότητας». Να ψάξει τα μέτρα πίσω από τα «αντίμετρα». Πρέπει να ακούσει πίσω από τα σαλπίσματα της οικονομικής «άνοιξης» τα υπόκωφα νούμερα της ύφεσης.

Εντάξει, η σύγκριση είναι παρατραβηγμένη. Χονδροειδής, σαν κακή φάρσα, η φωτοσοπιά της Ζούνη δεν μπορεί να συγκριθεί με τα εξεζητημένα μέσα οργουελικής μηχανικής που ορίζουν πλέον τη δημόσια σφαίρα.

Ισως να μην έχουν πια νόημα αυτές οι διακρίσεις. Οσο κι αν προσπαθήσει κανείς, δεν μπορεί να κρατάει διαρκώς σε λειτουργία τα φίλτρα της αμφιβολίας του. Ισως είναι αναπόφευκτο να αψηφήσει τα γεγονότα και να κολυμπήσει αμέριμνος στα παραμορφώματά τους. Να ακολουθήσει τον μόνο εφικτό κανόνα πλοήγησης: Fuck the facts. Enjoy the ride.