ΑΠΟΨΕΙΣ

Η δική τους νίκη και η δική μας ήττα

​Στην Ολλανδία, πλην του Ρούτε, κέρδισε η συμμετοχή – το 82% των Ολλανδών, το υψηλότερο ποσοστό των τελευταίων 31 χρόνων, έριξε την ψήφο του. Αξιοσημείωτο ποσοστό σε μια Ευρώπη όπου η αποχή τραβάει την ανηφόρα (σε τουλάχιστον 10 χώρες μόνον ένας στους δύο ψηφίζει· στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβριο του 2015, μόνο το 55,9% ψήφισε). Πίσω από την, ελληνική τουλάχιστον, μη συμμετοχή κρύβονται πολλά: οι συνεχείς προβλέψεις του εκλογικού αποτελέσματος οι οποίες τείνουν να αυτοεπαληθεύονται, καθιστώντας περιττή την προσωπική πρωτοβουλία των ψηφοφόρων. Η πολιτική απάθεια, εκείνο το είδος κοινωνικής πώρωσης που οδηγεί στην άρνηση προς ό,τι έχει σχέση με τα κοινά και στην πεποίθηση ότι «όσο αλλάζουν τα πράγματα τόσο πιο ίδια είναι». Η αίσθηση της απουσίας δέσμευσης έναντι κάποιας ιδεολογίας, περιβάλλοντος, τάξης. Η διαμαρτυρία απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που ζητάει από τους πολίτες μόνον ένα πράγμα, την ψήφο του. Το «όχι» στα κόμματα και σε ένα σύστημα αντιπροσώπευσης που στην ουσία καταργεί τη συμμετοχή. Επίσης, μια ευθυνόφοβη στάση μερίδας της κοινωνίας που ναι μεν ασκεί κριτική, όμως αποφεύγει την ψήφο – «ο μόνος τρόπος για να μην κάνεις λάθη είναι να μην κάνεις τίποτα». «Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο», ας ρίξουν άλλοι τα ζάρια – και σταδιακά συντελείται η επιστροφή στον κλειστό ανασφαλή μεσαιωνικό άνθρωπο.

Στην αρχαία Ελλάδα, η μη συμμετοχή ταυτιζόταν με τη δειλία, χαρακτηριστικό ασύμβατο με την ιδιότητα του πολίτη. Θεωρούνταν προδοσία, πράξη αντικοινωνική, αντιδημοκρατική. 

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, εύγλωττα είναι τα ποσοστά συμμετοχής στις αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης: 1974 – 79,54%· 1977 – 81,12%· 1981 – 81,5%· 1985 – τον Ιούνιο 80,33% και τον Νοέμβριο 80,70%· 1990 – 79,24%· 1993 – 78,23%· 1996 – 76,35%· 2000 – 74,97%· 2004 – 76,5%· 2007- 73,57%· 2009 – 70,95%· 2012 – τον Μάιο 65,12% και τον Ιούνιος 62,47%· Ιανουάριος 2015 – 63,87%· δημοψήφισμα – 62,50%· Σεπτέμβριος 2015 – 55,9%.

Η μη συμμετοχή απαξιώνει το πολιτισμικό φορτίο της κοινωνίας, αποτελεί μία από τις πιο ανησυχητικές, πιο επικίνδυνες παραμέτρους της γενικότερης κοινωνικής απορρύθμισης. Και δεν είναι αλήθεια ότι θίγεται από αυτήν το σύστημα ενάντια στο οποίο πολλοί στις δυτικές δημοκρατίες διαμαρτύρονται απέχοντας. Το αντίθετο, ευνοείται. Κάποιος θα κερδίσει. Θα πάρει τις ίδιες έδρες, με λιγότερες ψήφους. Μάλιστα, μπορεί να πάρει και περισσότερες έδρες με λιγότερες ψήφους. Δηλαδή, όταν κάποιος που κουράστηκε από τον τάδε, δεν ψηφίζει τον δείνα αλλά επιλέγει να μην ψηφίσει καθόλου, ο δείνα κερδίζει περισσότερες έδρες χωρίς να έχει κερδίσει περισσότερες ψήφους. 

Η μη συμμετοχή, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες, αποτελεί στείρα άρνηση, μια συναισθηματική και όχι πολιτική στάση. Απατώνται όσοι θεωρούν ότι μη ψηφίζοντας παύουν να αποτελούν μέρος του πολιτικού συστήματος και άρα αποκηρύσσουν την πραγματικότητα και δεν υφίστανται τις αλήθειες και τις συνέπειες της κοινής ζωής.