ΑΠΟΨΕΙΣ

Εγγυήσεις μόνον μετά την ψήφιση

Ο λόγος για τον οποίο κανείς από τους δύο υπουργούς Οικονομικών των δύο μεγαλύτερων κρατών δεν είπε ότι θα χρειαστεί η «υπογραφή της μείζονος αντιπολιτεύσεως» είναι ότι πράγματι δεν χρειάζεται. Ο κ. Σαπέν δεν ζήτησε τίποτε από τον κ. Μητσοτάκη. Θα ήταν άλλωστε πολιτικός παραλογισμός για την κυβέρνηση Καζνέβ, που λειτουργεί ήδη ως «υπηρεσιακή», να επιδιώξει υψηλή παρέμβαση στο ελληνικό ζήτημα.

Αυτό που πράγματι είπε είναι πως τα όσα απαιτεί το ΔΝΤ αφορούν την προσεχή πολιτική περίοδο. Οτι δηλαδή θα πρέπει να τα εφαρμόσει η πλειοψηφία που θα προκύψει ύστερα από εκλογές, όποτε κι αν γίνουν αυτές. Επιπλέον, η Ελλάδα δεν απασχολεί το Παρίσι με την παλαιότερη ζέση, αφού έχει πλέον φανεί ότι το θέμα «μας» δεν πρόκειται να επηρεάσει την προεδρική εκλογή, όπως κάποτε εκτιμούσαν. Εξάλλου, στη γαλλική πρωτεύουσα πιστεύουν ότι δεν μπορούν να βοηθήσουν τον κ. Τσίπρα, για τον απλό λόγο ότι ο Ελλην πρωθυπουργός δεν θέλει τίποτε λιγότερο παρά την απαλλαγή του από τον βραχνά του Ταμείου, κάτι που δεν μπορεί κανείς να του το προσφέρει. Επομένως, το Ταμείο, κατά τη συνήθειά του, θα ζητήσει διασφαλίσεις ότι η Αθήνα δεν θα επαναλάβει την «τακτική Τσίπρα» του 2015 και αυτό ήταν το βαθύτερο νόημα των εξηγήσεων Σαπέν.

Ας έλθουμε στον κ. Σόιμπλε. Ο πάντοτε προσεκτικός πολιτικός μίλησε, κατά τη γνώμη μου… καρκινικά. Αυτό που πράγματι είπε είναι ότι ενόσω οι συζητήσεις γίνονται με την κυβέρνηση Τσίπρα, όλοι αντιλαμβάνονται πως τα όσα ζητούνται από την Ελλάδα, αφορούν ζητήματα που θα χειριστεί μια άλλη κυβέρνηση. Ευκόλως εννοείται ότι θα ήταν ορθότερο να υπάρχει μια κάποια συνεννόηση με ένα ευρύτερο τόξο πολιτικών δυνάμεων, ώστε να νιώσουν όλοι καλύτερα, διασφαλισμένοι έναντι όποιων δεσμεύσεων πρόκειται να αναληφθούν προκειμένου να κλείσει η ρημάδα η δεύτερη αξιολόγηση. Δεν έχει άδικο. Γιατί όμως τότε επιμένει να θέλει την ολόπλευρη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα; Μήπως τελικά ο κ. Τσίπρας διαβάζει καλύτερα τις κρυμμένες πλευρές των επιλογών προς τις οποίες δείχνουν να μετακινούνται, πιθανόν ανεπιστρεπτί, οι μεγάλες πρωτεύουσες;

Σίγουρα όμως διαβάζουν λάθος στο Μαξίμου τη θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν πρόκειται –και με το δίκιο της– να εμπιστευθεί τον κ. Τσίπρα, όποια κι αν ήταν η πίεση «από τα έξω». Θα αποτελούσε άλλωστε «αυτοκτονία», πολιτική, να ξεχάσει ότι ενώ προσέφερε στον πρωθυπουργό στήριξη με το Τρίτο Μνημόνιο, που δεν είχε καθόλου διαπραγματευθεί, ο κ. Τσίπρας δεν δίστασε να παραβεί τον άγραφο λόγο που είχε δώσει.

Τέλος, ο κ. Μητσοτάκης νιώθει άνετα αφού, προφανώς, κατά την πρόσφατη «μυστική» συζήτησή του με τον κ. Σόιμπλε είχε την ευκαιρία να εξηγήσει ότι τα όρια της στήριξης είναι αυτά που ορίζονται από τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή. Ας ψηφίσει λοιπόν ο κ. Τσίπρας ό,τι συμφωνήσει κι ας επιτρέψει στη χώρα να πάει παρακάτω.