ΑΠΟΨΕΙΣ

Για ένα ποτήρι νερό τη νύχτα

gia-ena-potiri-nero-ti-nychta-2181527

Ανήκω στους πολλούς που είχαν την εντύπωση –τι λέω;– τη βεβαιότητα ότι ήταν ο ακραιφνέστερος νεοκαραμανλικός. Οχι μόνο δεν είναι, διαπιστώνω, αλλά μπορεί και να τον μισεί: «Εχω πει πολλές φορές ότι τους λαοπρόβλητους ηγέτες, τα ντόπια και ξένα συμφέροντα, οι νταβατζήδες της διαπλοκής, οι λακέδες και τα γιουσουφάκια της ενημέρωσης προσπαθούν να εξουδετερώσουν με κάθε τρόπο. Αυτό συνέβη με τον Κώστα Καραμανλή, αυτό συμβαίνει και σήμερα με τον Αλέξη Τσίπρα».

Για τη συγκεκριμένη δήλωση, αναρωτιέσαι αν είναι γκάφα ή ακούσια προσβολή κατά του προσώπου του Κ. Καραμανλή. Δεδομένου ότι το περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς» έχει περιέλθει στην κατηγορία των συντομότερων ανεκδότων, είναι καλό για τον Κ. Καραμανλή να τοποθετείται από τους υμνητές του στο ίδιο κάδρο με τον Τσίπρα; Είναι έξυπνο αυτό και, κυρίως, θα αρέσει στον ίδιο τον Καραμανλή;

Δεν θα ακούσουμε ποτέ την απάντηση από τον ίδιο, διότι ο Κ. Καραμανλής δεν μιλάει και ούτε πρόκειται να μιλήσει. Είναι πολύ έξυπνος για να κάνει το σφάλμα να ανοίξει το στόμα του. Οσο για τις σπάνιες γραπτές δηλώσεις του σε θέματα επικαιρότητας, αυτές δεν υπολογίζονται. Ωστόσο, τελευταία κινείται (με τον τρόπο του). Συγκεκριμένα, κινείται αφότου τον επισκέφθηκε η Ντόρα και τον προειδοποίησε για τους κινδύνους που διατρέχει η χώρα. Τον βλέπουμε ξαφνικά να εμφανίζεται, λ.χ., στην Αμφίπολη και, επίσης, να μιλάει για πολιτικά θέματα μέσω εκπροσώπου, του οποίου η καραμανλική αυθεντικότητα δεν αμφισβητείται, αφού είναι ο ίδιος ο ξάδελφος και συνονόματός του, ο βουλευτής Σερρών Κώστας Αχ. Καραμανλής.

Η ξαφνική επανεμφάνιση, όμως, είναι στο πλαίσιο των εργασιών συντήρησης, που είναι απαραίτητες ακόμη και για τους πολιτικούς, όταν αποθηκεύονται για μελλοντική χρήση. Ο Κ. Καραμανλής θα μιλήσει και ενδεχομένως θα επιδιώξει ρόλο στην πολιτική, υπό μία και μόνο προϋπόθεση: να μην υπάρχει πια λόγος (παρά μόνο για τους ιστορικούς) να τον ρωτήσει κανείς για την οικονομική διαχείριση της περιόδου 2004-2009. Αυτό είναι όλο και τίποτε περισσότερο. Απλή στρατηγική, που βασίζεται σε μία αυστηρή προϋπόθεση: ώς τότε να μη βγάλει άχνα. Θα μιλήσει κάποτε για όλα εκείνα που θα θέλαμε να τον ρωτήσουμε, θα μιλήσει με το θάρρος και την ευθύνη που τον χαρακτηρίζουν, αλλά μόνο όταν πια δεν θα έχουν τέτοια σημασία ώστε να τον βλάψουν.

Στο μεταξύ, όμως, τι γίνεται με την ετερόκλητη ομάδα όσων επαγγέλλονται τους νεοκαραμανλικούς; Πώς θα επιβιώσουν με τον Κ. Καραμανλή να μένει μακράν και σιωπηλός; Αναγκαστικά, θα παίξουν τα δικά τους παιχνίδια στο όνομά του και τότε εκείνος, μόλις το αντιλαμβάνεται, προχωρεί σε εργασίες συντήρησης: εμφανίζεται, βάζει κάποιον να μιλήσει κ.λπ. Για να το πω με τον τρόπο που θα το φανταζόταν ένας γελοιογράφος, είναι σαν ο Καραμανλής να σηκώθηκε από τον ύπνο του μέσα στη μαύρη νύχτα, για να πιει ένα ποτήρι νερό…

Καθοριστικός παράγων

Εχει γούστο πως, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν η Ελλάδα είχε την ψευδαίσθηση της ισχύος επειδή ζούσε πάνω από τις δυνάμεις της με δανεικά, καθιερώθηκε ο όρος «Νοτιοανατολική Ευρώπη» για την περιοχή της Ευρώπης όπου βρισκόμαστε. Ο όρος «Βαλκάνια» ήταν υποτιμητικός, τον είχαμε πια ξεπεράσει με τις ευρωπαϊκές επιδόσεις μας. Κατανοητό αυτό, νομίζω, διότι και η μαντάμ Σουσού του Ψαθά στον Μπύθουλα έμενε, αλλά προτιμούσε να λέει ότι μένει στην «Ακαδημία Πλάτανος» (εννοούσε, Πλάτωνος).

Οτι τη μετονομασία της περιοχής επί το ευρωπαϊκότερον υπαγορεύει (και) η ξιπασιά μας το αποδεικνύει η διακριτική χρήση του γεωγραφικού όρου. Λέμε, δηλαδή, για τη χώρα μας ότι είναι μέρος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οταν όμως αναφερόμαστε στο Μαυροβούνιο, τη Βοσνία ή τη Σερβία, χρησιμοποιούμε τον όρο «Δυτικά Βαλκάνια»· προφανώς επειδή τους θεωρούμε υποδεέστερους. Οι καημένοι δεν έχουν αναχθεί ακόμη σε Ευρώπη, νοτιοανατολική έστω.

Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αλλά σε εμάς ταιριάζει πολύ. Δεν μπορούμε να κάνουμε πράξη την επιθυμία μας, γι’ αυτό την κάνουμε λόγο, στον οποίο δίνουμε την ισχύ της πράξης. Λέμε Νοτιοανατολική Ευρώπη; Ε, αφού το λέμε, είμαστε κιόλας. Πρόκειται, δηλαδή, για την πλήρη απελευθέρωση του λόγου από την υλική πραγματικότητα. Είναι σαν το περίφημο πτυχίο του Τσίπρα, που επειδή κάπως το πήρε, νομίζει ότι είναι και μηχανικός. (Γι’ αυτό και μας το θυμίζει με κάθε ευκαιρία, όπως χθες στον Πανάγιο Τάφο.) Κατά κάποιον τρόπο, αυτός ο τρόπος επιβολής του λόγου επί της πραγματικότητας είναι, επίσης, η επιστροφή σε ένα πολύ μακρινό παρελθόν της ανθρώπινης εξέλιξης, όταν η γλώσσα είχε μαγική δύναμη, τότε που έλεγες, π.χ., «άμπρα καντάμπρα» και άνοιγε το σουσάμι (ή κάτι σχετικό – δεν τα ξέρω αυτά, λυπάμαι). Ετσι και τώρα, λέμε ότι οι Ελληνες δεν είμαστε ρατσιστές και η δήλωση αποκτά αμέσως ισχύ πραγματικότητας. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι μας κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ.

Για όσους ενδεχομένως απορούν με την τελευταία πρόταση παραπάνω, επισημαίνω ότι το φαινόμενο της απελευθέρωσης του λόγου από το αντίκρισμά του στην πραγματικότητα είναι μια πτυχή της ελληνικής ηλιθιότητας που αξίζει να μελετηθεί και ιδίως από τους παρατηρητές της πολιτικής, καθώς η ηλιθιότητα είναι πολλές φορές ο καθοριστικός παράγων στην ελληνική πολιτική. Για εμάς είναι δύσκολο να το δούμε αυτό, καθώς είμαστε διαρκώς βυθισμένοι στο περιβάλλον όπου η βλακεία θεωρείται κανονικότητα, λεβεντιά, ιδεολογική συνέπεια κ.λπ. Οι έξω το βλέπουν πεντακάθαρα…

Ντροπή

Επειδή είναι Ολλανδός, ποτέ δεν περίμενα από τον Ντάισελμπλουμ να πει ότι οι χώρες του Νότου σπατάλησαν τα χρήματα «σε σναπς και γυναίκες». Αυτό είναι ρατσιστικό! Τα σπατάλησαν και σε αγόρια…