ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντιευρωπαϊσμός, παρά τα λεφτά και τα έργα

Τ​​ο «κιτς» σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια επικράτησε στα εγκαίνια των σηράγγων των Τεμπών. Πρωθυπουργός και κυβερνητικά στελέχη να κορδώνονται και να χαμογελούν, ξεχνώντας ότι στο παρελθόν ήταν αντίθετοι στο έργο, άφθονο «παπαδαριό» να ψέλνει και να φωτογραφίζεται, λαϊκά συγκροτήματα, σουβλάκια και πίτσες, εθνικός ύμνος, φιλάκια με την αρμόδια επίτροπο της Κομισιόν, όλα μαζί σ’ ένα «τουρλουμπούκι», αντάξιο των καλύτερων παραδόσεων του νεοελληνικού κράτους, αλλά και με χαρακτηριστική αύρα Συρανέλ. Ολα αυτά αφορούν αποκλειστικά την τελετή, γιατί το έργο αυτό καθ’ εαυτό είναι μεγάλο και πολύ χρήσιμο, χρηματοδοτημένο σε συντριπτικό ποσοστό, αν όχι εξ ολοκλήρου, με κονδύλια της «μισητής» Ευρωπαϊκής Ενωσης για πολλούς Ελληνες. Που στην προκειμένη περίπτωση, όπως και σε άλλες ανάλογες, έκανε συνεχώς τα «στραβά μάτια» και πλήρωνε, όταν οι δικοί μας έπεφταν από γκάφα σε γκάφα, ή ξεπερνούσαν τον εαυτό τους στην επίδειξη ανικανότητας, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας του οργανισμού διαΝΕΟσις, το 47,7% των Ελλήνων πολιτών θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει δομές και εκφράζει συμφέροντα που δεν εξυπηρετούν την Ελλάδα, το 48,9% πιστεύει ότι η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ενωση ζημίωσε την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας, το 43% ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν επέτρεψε το ελληνικό κράτος και τη διοίκησή του να οργανωθούν… σωστά και ένα φοβερό 57,3% έχει πειστεί πια ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι εκείνη που ωφελήθηκε περισσότερο από τη συμμετοχή της Ελλάδας και όχι το αντίθετο. Αν προστεθεί και το 33,1% (με αυξητικές τάσεις) που τάσσεται υπέρ της εξόδου από την Ευρωζώνη και της επιστροφής στη δραχμή, έχουμε την ολοκληρωμένη εικόνα ενός πληθυσμού που βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση –κοινώς δεν ξέρει τι του γίνεται–, αν υποτεθεί ότι κάποτε σκεπτόταν λογικά και με νηφαλιότητα. Πρόκειται ασφαλώς για τη διαμόρφωση μιας άποψης στην οποία συνέβαλαν με μεγάλη επιτυχία κυρίως οι Συρανέλ, με την αμέριστη βοήθεια του ΚΚΕ, της Χρυσής Αυγής και διαφόρων γκρουπούσκουλων, καθώς και πολλών μίντια και δημοσιογράφων.

Ουσιαστικά, ο διάχυτος αντιευρωπαϊσμός που διαπερνά την Ελλάδα απ’ άκρου εις άκρον εκφράστηκε με το 61,3% του «Οχι» στο δημοψήφισμα. Τα αίτια έχουν βαθιές ρίζες, παραχωμένες όσο «έβρεχε« λεφτά, που όμως βγήκαν στην επιφάνεια γερές και ποτισμένες από τους προαναφερθέντες, με αφορμή το ξέσπασμα της κρίσης. Κανονικά η Ελλάδα έπρεπε να είναι η χώρα που στηρίζει και υποστηρίζει με όλο της το «είναι» την Ευρωπαϊκή Ενωση και την ολοκλήρωσή της, ως ευεργετημένη από την ένταξή της. Είναι πάρα πολλά τα δισεκατομμύρια που πήρε μέσω διαρθρωτικών ταμείων, μεσογειακών ολοκληρωμένων προγραμμάτων, κοινής αγροτικής πολιτικής, ΕΣΠΑ και διαφόρων άλλων διαδικασιών. Μεταξύ 2014 – 2020 μάλιστα θα πάρει 20 ολόκληρα δισ. ευρώ, ασχέτως αν είναι πολλοί εκείνοι που δεν αντιλαμβάνονται τα μεγέθη αυτά. Ανάμεσά τους και διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Για τους «άπιστους» και τους «ψεκασμένους», να θυμίσουμε τις επιδοτήσεις στους αγρότες και σε επιχειρήσεις ποικίλων μεγεθών, τα ευρωπαϊκά κονδύλια με τα οποία κατασκευάστηκαν το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», η Αττική Οδός, το Μετρό της Αθήνας και τώρα της Θεσσαλονίκης, η γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου, όλες σχεδόν οι εθνικές οδοί, τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ της πρωτεύουσας και άλλων πόλεων, πολιτιστικά κέντρα δήμων, διάφορα άλλα μικρά και μεγάλα έργα και τώρα οι σήραγγες των Τεμπών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν οι κυβερνήσεις και η κοινωνία έκαναν καλύτερη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων, η εικόνα της Ελλάδας θα ήταν πολύ καλύτερη. Από την άλλη πλευρά, δεν χρειάζεται και μεγάλη φαντασία για να αντιληφθεί κάποιος πόσο χειρότερη θα ήταν αυτή η εικόνα, αν η χώρα δεν είχε ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ακόμη και σε επίπεδο νόμων και θεσμών, πέρα από τις υλικές και ορατές απολαβές. Οι άλλες χώρες με ισχυρά αντιευρωπαϊκά κινήματα έχουν νόμους, δομές, διοίκηση και αντικειμενικά και γεωγραφικά ανήκουν στην Ευρώπη· αντίθετα, η δική μας χώρα παραμένει σκορποχώρι, που ενώ το όραμά της από τότε που έγινε κράτος ήταν να προσεγγίσει τις ευρωπαϊκές, έκανε συνεχώς τα πάντα στην πράξη για να μην το εκπληρώσει. Φαίνεται ότι ούτε η πολιτική τάξη ούτε η κοινωνία της το αντέχουν και σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε πάλι.