ΑΠΟΨΕΙΣ

Δημήτρης Τζανακόπουλος: Μια χελώνα στην Κορίνθου – Πατρών

Αν πολιτική είναι η διαχείριση των συμβόλων, αντιπολιτική είναι η κατάχρησή τους. Τα σύμβολα ενίοτε εκδικούνται τους καταχραστές τους. Μπορεί, ας πούμε, να ποζάρεις μπροστά στο σκοτεινό στόμα μιας σήραγγας για να συμβολίσεις ότι ανοίγεις νέους δρόμους. Κι εν τέλει, αντί να καρπώνεσαι τον δρόμο, να ταυτίζεσαι συμβολικά με το τούνελ.

Ετσι και στην Παναγοπούλα χθες. Ο πρωθυπουργός δοκίμασε να επανασυστήσει εικονικά την κυβέρνησή του ως τη νέα οδό. Και κατέληξε ερήμην του να την ταυτίσει με την παλιά εθνική, όπως την περιέγραψε ο ίδιος: Μια κυβέρνηση Κορίνθου – Πατρών, «θρυλική για την επικινδυνότητα και την ταλαιπωρία που εξασφαλίζει».

Το μέσο καταπίνει το μήνυμα. Πρόκειται για μια επικοινωνιακή αντιστροφή που δεν συμβαίνει μόνο με τα χάσκοντα τούνελ. Την ίδια ώρα που ο Τσίπρας έπαιρνε τους δρόμους, ο κυβερνητικός του εκπρόσωπος εκφωνούσε, εν είδει ανακοινωθέντος, μια περίληψη της πρωθυπουργικής ομιλίας στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ το μήνυμα κατάπινε το μέσο.

Ως επικοινωνιακό μέσο ο Δημήτρης Τζανακόπουλος προοριζόταν να ανακαινίσει τη βιτρίνα της κυβέρνησης. Κομματικός που, χάρη στη γραβατωμένη του νηφαλιότητα, καμουφλάριζε τη συριζαϊκή του ταυτότητα, ο Τζανακόπουλος και οι τρεις-τέσσερις ακόμη της γενιάς του –ο Χαρίτσης, η Αχτσιόγλου, ο Βασιλειάδης– υπέβαλαν την ιδέα ότι υπάρχει βάθος στις συριζαϊκές εφεδρείες. Οτι η εναλλακτική στη γενιά του Τσίπρα δεν είναι η γενιά του Φίλη και του Βούτση.

Οι στοιχειώδεις δεξιότητες που πρόλαβε να επιδείξει στην εκτέλεση του ρόλου –το γεγονός, ας πούμε, ότι μπορούσε να μιλάει εκτός κειμένου χωρίς να προβαίνει σε πολακισμούς– προκαλούσαν και μια άλλη υποψία για το ανθρώπινο κεφάλαιο του ΣΥΡΙΖΑ: Οτι θα μπορούσαν να υπάρχουν στο κόμμα νέα στελέχη που δεν ήταν αντίτυπα του τσιπρικού παραδείγματος – που ο κόσμος τους δεν είχε τελειώσει στα καμαράκια του φοιτητικού συνδικαλισμού.

Η ζωή διέλυσε γρήγορα αυτές τις υποψίες. Οσο περισσότερο ο Τζανακόπουλος κουβαλούσε τη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο εξατμίζονταν τα επικοινωνιακά του πλεονεκτήματα. Το έργο κατίσχυε του εργαλείου.

Ακούγοντας χθες τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να μασάει τα χαλίκια περί «επιστροφής στην εργασιακή κανονικότητα» και περί «αξιολόγησης που για πρώτη φορά έχει πετύχει μηδενική δημοσιονομική προσαρμογή», συνειδητοποιούσε κανείς ότι η κυβέρνηση δεν απευθύνεται πια σε κάποιο κοινωνικό ακροατήριο. Απευθύνεται προς το κόμμα και τους βουλευτές. Κατασκευάζει γι’ αυτούς μια φαντασιακή λαβή, προκειμένου να μείνουν ενσωματωμένοι στο εγχείρημα διατήρησης της εξουσίας.

Το ερώτημα είναι γιατί ο αντίλαλος αυτών των προπαγανδιστικών σχημάτων είναι τόσο υπόκωφος. Γιατί η κυβέρνηση πετυχαίνει αυτό που –σε μια φωτεινή διάλειψη– είδε μέχρι και ο Βαρουφάκης: Να διανύει μνημονιακά χιλιόμετρα μέσα σε ατμόσφαιρα κοινωνικής απάθειας.

Εντάξει, υπάρχει συσσωρευμένη κόπωση. Εντάξει, υπάρχει απογοήτευση. Υπάρχει όμως και η ανεπίγνωστη μέθοδος του ΣΥΡΙΖΑ να προκαλεί ένταση διά της βραδύτητας. Η παράταση στην παράταση της εκκρεμότητας, η αναμονή στην αναμονή, δημιουργεί κάθε φορά τις ψυχολογικές προϋποθέσεις για την αποδοχή του συμβιβασμού. Είναι η μέθοδος της παλαιάς Κορίνθου – Πατρών. «Εξασφαλίζει» στο κοινωνικό σώμα τόση «ταλαιπωρία και επικινδυνότητα», ώστε ακόμη και η χιλιοτρακαρισμένη άφιξη γίνεται δεκτή ως λύτρωση.

Το ένιωθε κανείς παρακολουθώντας χθες τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να χορεύει πάνω στα ανεξήγητα – τόσο ευλύγιστος και τόσο ξύλινος, όσο μια κακοποιημένη μαριονέτα. Το ένιωθε, ακούγοντάς τον να παραθέτει τις ημερομηνίες–ορόσημα του άμεσου μνημονιακού μέλλοντος: Η κυβέρνηση κάνει στυγνή χρήση του χρόνου.

Προκαλεί την ασφυξία, από την οποία μετά προσφέρει μια ανάπαυλα ψευδούς κανονικότητας. Και, όπως και πέρυσι, ακολουθεί τους κύκλους του ελληνικού χρόνου. Τους κύκλους του ελληνικού πολιτικού κλίματος που συγχρονίζεται με το φυσικό κλίμα. Που από Μάιο μέχρι Σεπτέμβριο επιτρέπει στις φυσικές –προπολιτικές– ανάγκες να το καθορίζουν. Ετσι η χελώνα θα κόψει πάλι το νήμα.