ΑΠΟΨΕΙΣ

Η γλώσσα και τα κόκαλα

Δ​​εν έχει ιδιαίτερο νόημα να κυνηγάμε, και μάλιστα με στρατευμένη ή κομματισμένη μεροληψία, τα λάθη των πολιτικών, ιδίως όσα ξεφεύγουν στον προφορικό τους λόγο, που έχει τις δικές του απαιτήσεις και δυσκολίες. Δεν έχει νόημα παρεκτός και επιμένουν σ’ αυτά, ακόμα κι αν τους τα υποδεικνύουν, γιατί η επιμονή τους ίσως υποδηλώνει κάποια βαθύτερα γνωρίσματά τους: αυταρέσκεια, αίσθημα αυτάρκειας στα όρια της αλαζονικής αυτοπεποίθησης, υπεροπτική αδιαφορία για τον έλεγχο των λεγομένων τους, που γρήγορα θα εξαλλαγεί και σε αδιαφορία για τον έλεγχο των πεπραγμένων τους. Μας ενδιαφέρουν επίσης τα λάθη των δημόσιων προσώπων όταν προκύπτουν από την τάση τους να φαίνονται περισσότερο λόγιοι και καταρτισμένοι απ’ όσο αντιστοιχεί στις πραγματικές τους γνώσεις, και βαθύτεροι γνώστες της αρχαιοελληνικής γραμματείας και γλώσσας απ’ όσο γίνεται κανείς κορφολογώντας γνωμικά από τις σχετικές συλλογές που διαθέτει η αγορά ή θηρεύοντας λέξεις από λεξικά, για να εντυπωσιάσει χρησιμοποιώντας τες παρότι δεν τις κατανοεί.

Με τους Ανεξάρτητους Ελληνες πάντως, εκτός πολλών άλλων διδασκόμαστε και ανεξάρτητα ελληνικά. Ελληνικά τα οποία, προφανώς έπειτα από σκληρούς αγώνες, κατάφεραν να ανεξαρτητοποιηθούν από την υποχρέωση της κυριολεξίας, από τη σαφήνεια, την ετυμολογία και τις υποδείξεις της, από τη γραμματική και το συντακτικό.

Από την ίδια τη σκέψη τελικά και το καλό γούστο. Αλλά ακόμα και από την ανατομία του ανθρώπινου σώματος. Αίφνης, ο υφυπουργός Παιδείας Κώστας Ζουράρις, μία επιπλέον σοφή επιλογή του πρωθυπουργού («νεαρό σοφό» αποκάλεσε άλλωστε τον κ. Αλέξη Τσίπρα ο ακκιζόμενος με τα αρχαιοελληνικά νεομακεδονομάχος), χαριεντιζόταν σε ραδιοσταθμό με κάποιον που, παιδιαρίζοντας, τον προκαλούσε να βωμολοχήσει, προφανώς για να γίνει ντόρος, να προκύψει ένα ακόμα βάιραλ. Χωρίς να κατανοεί ότι άλλο το γήπεδο κι άλλο το ράδιο, άλλο ο μαζικός οπαδός κι άλλο ο ονοματεπώνυμος υφυπουργός (και δη της Παιδείας), άλλο η ομαδική εκτόνωση της αρσενικίλας κι άλλο η προσωπική επίδειξη φαλλοκρατικής μαγκιάς, αναπαρήγαγε ένα σύνθημα των οπαδών του ΠΑΟΚ που ο ίδιος το βρίσκει αριστοφανικής κοπής και ποιότητας. Τόσο αριστοφανικής, που για να το απαλύνει κατέφυγε στα αγαπημένα του αρχαιοφανή: «Βουντού, βουντού, βουντού και μια καρφίτσα μαύρη, στο κατώτερο τμήμα του στεατοπυγικού μου υποσυστήματος έκατσαν 10.000 γαύροι».

Στεατοπυγικό σύστημα ή υποσύστημα δεν διαθέτει δυστυχώς ο ανθρώπινος οργανισμός, όπως επισήμαναν στον κ. Ζουράρι πολλοί και για πολλοστή φορά. Στεατοπυγία, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα λένε τα λεξικά, που όμως δεν τα έχει καμιά ανάγκη όποιος πληροφορείται κάθε πρωί από τον υποδειγματικά ειλικρινή καθρέφτη του ότι τυγχάνει παντογνώστης, είναι η «υπέρμετρος ανάπτυξις του λιπώδους ιστού των γλουτών». Το πιθανώς ανελλήνιστο Λεξικό Δημητράκου αυτά. Επιπλέον, όπως έγραψε ο Νίκος Σαραντάκος στο ιστολόγιό του, ακόμα κι αν υπήρχε στεατοπυγικό σύστημα, «το κατώτερο τμήμα του δεν θα αντιστοιχούσε στο σημείο της ανατομίας για το οποίο γίνεται λόγος στην κανονική εκδοχή του συνθήματος». Οι αριστοφανίζοντες παοκτσήδες, όπως δα και οι αριστοφανίζοντες γαύροι, παναθηναϊκοί, αεκτζήδες κ.ο.κ., λένε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, διότι ουδέν γνωρίζουν περί στεάτων και λοιπών γλωσσοανατομικών τεράτων. Να βρίσουν θέλουν. Οχι να κάνουν λογοτεχνία, όπως φαντάζονται οι λογιοτατίζοντες θαυμαστές τους.

Χλευάζοντάς μας που δεν σκαμπάζουμε από Αριστοφάνη, ο κ. Ζουράρις, ιδρυτής του κόμματος «Πυρίκαυστος Ελλάς» (τα μέλη του οποίου συνηθίζουν να ανάβουν το τσιγάρο τους με υγρόν πυρ, προς απόδειξη της γνήσιας ελληνικότητάς τους), υπέβαλε την παραίτησή του διά της εξής επιστολής: «Ερίδματε πρωθυπουργέ και σύντροφε, υποβάλλω σήμερα 14/1/2018 την από την θέση του υφυπουργού επί της παιδείας παραίτησίν μου, η οποία διευκολύνει, ως εικός, την κυβερνητική αλληλεγγύη και, συνάμφω, το πολιτικό μου αυτεξούσιον. Μετά της προσηκούσης τιμής, Κώστας Γ. Ζουράρις». Αρχαιοφάνεια και εδώ. Προσποίηση. Και οίηση. Ιδού λοιπόν ο «ερίδματος», ο «καλοδομημένος» όπως μετέφρασαν τη λέξη τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης, τα οποία, αντιγράφοντας ίσως κάποια κοινή πηγή, έλυσαν με βίαιη επιπολαιότητα ένα παλιό βασανιστικό φιλολογικό πρόβλημα: αν το «ερίδματος», μία από τις αρκετές λέξεις-άπαξ που κοσμούν τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, προκύπτει από το ερί + δέμω, οπότε σημαίνει ακατάβλητος, ή από το ερί + δαμάω, οπότε σημαίνει «αυτός που καταβάλλει». Το «καλοδομημένος», πάντως, δεν στέκει, εκτός πια κι αν ο κύριος υφυπουργός ήθελε να κολακέψει σαν μποντιμπιλντερά, με καλοδομημένο σώμα, αυτόν που τον επέλεξε και τον επέβαλε σε όσους είχαν λόγους να προβάλλουν πάμπολλες σοβαρές ενστάσεις. Και μάλλον τις κατάπιαν.

Ιδού επίσης το καθαρευουσιανικότατο «την από την… επί της», τυπικό δείγμα της «προστηνδιατωνταστικότητας» που ειρωνευόταν ο Ανδρέας Λασκαράτος, αυτής της αρρώστιας που προκαλούν στον δημόσιο λόγο οι απανωτές προθέσεις. Το «υποβάλλω την παραίτησή μου από τη θέση του υφυπουργού Παιδείας» θα ακουγόταν πολύ τετριμμένο, τρε τρε μπανάλ. Και θα κινδύνευες να μην απαθανατιστείς από την Ιστορία.

Ιδού, τέλος, το «συνάμφω»: «Η παραίτησή μου διευκολύνει την κυβερνητική αλληλεγγύη και, συνάμφω, το πολιτικό μου αυτεξούσιον». Πρόδηλο είναι ότι ο από ετών ένθερμος κήρυξ του «συναμφοτέρου» του ελληνικού γένους χρησιμοποιεί το «συνάμφω» σαν επίρρημα, με τη σημασία τού συνάμα, του συγχρόνως. Μόνο που αυτή η αρχαιοελληνική λέξη δεν είναι επίρρημα. Επίθετο είναι, σε δυϊκό αριθμό· «άκλ. επίθ. δυϊκ.» θα διάβαζε ο αρχαιολάτρης μας αν άνοιγε το «Σύγχρονο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας» του Φράνκο Μοντανάρι, ό,τι πιο φρέσκο υπάρχει (εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, 2016): άκλιτο επίθετο δυϊκός. Αλλά είπαμε. Το μοναδικό λεξικό που εμπιστεύεται ένας σοφός είναι ο καθρέφτης του.

Και λίγα για τον Αριστοφάνη. Για να λέμε την αλήθεια, ο κ. Ζουράρις δεν είναι ο μόνος στη δημόσια σφαίρα που αφενός εννοεί τη σάτιρα σαν αποχαλινωμένη βωμολοχία και τίποτε βαθύτερο, και αφετέρου χρησιμοποιεί σαν άλλοθι την αθυροστομία των αριστοφανικών κωμωδιών. «Αφού εκείνος, γιατί όχι κι εγώ;» Αρκετά έχει ταλαιπωρηθεί ο Αθηναίος κωμωδιογράφος –που βιαζόμαστε να ξεχάσουμε πως υπήρξε κορυφαίος ποιητής– από όσους διασκευαστές χρησιμοποιούν μόνο σαν πρόσχημα τα έργα του, για να ράψουν πάνω τους άτσαλα τα τηλεοπτικής στάθμης αστειάκια τους. Ας μην του φορτώνουμε και την επιπολαιότητα ή τη λειψή γνώση μας. Δεν έγραφαν ό,τι κατέβαζε η κούτρα τους οι αρχαίοι κωμωδοί, και το ψήφισμα που απαγόρευε για καιρό το «ονομαστί κωμωδείν» δεν ήταν το μόνο όριό τους. Και ό,τι έγραφαν, το έγραφαν για το θέατρο, όχι για την εκκλησία του δήμου, τμήμα της οποίας είναι σήμερα τα ενημερωτικά μέσα.