ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο φόβος σκεπάζει τη χώρα

Δ​​εν απεικονίζεται, δεν συνειδητοποιείται εύκολα, ούτε στον βαθμό που θα έπρεπε, δεν αναφέρεται κανείς σε αυτόν και όμως υπάρχει. Ο φόβος αποτελεί πια βασικό συστατικό της κοινωνικής ζωής στην Ελλάδα, έχει απλωθεί και επηρεάζει αποφασιστικά τη λειτουργία της χώρας, καθορίζει αποφασιστικά την καθημερινότητα, αλλοτριώνει πληθυσμό και θεσμούς, δεν επιτρέπει την άσκηση επαγγελμάτων, καθηκόντων, κριτικής και ελέγχου, απαγορεύει ουσιαστικά την κανονικότητα. Και βεβαίως, είναι συνυφασμένος με τον εκφοβισμό και την άσκηση βίας σε ποικίλες μορφές.

Είναι πολλές οι κατηγορίες των Ελλήνων πολιτών που ζουν και εργάζονται υπό το καθεστώς φόβου. Με την έννοια ότι κάποια στιγμή θα πέσουν θύματα βίας, είτε λόγω στοχοποίησης του επαγγέλματός τους, είτε γιατί κάποιοι δεν συμφωνούν με τις αποφάσεις τους, είτε διότι τους αντιμετωπίζουν ως αντιπάλους, είτε για να τους τιμωρήσουν γι’ αυτά που λένε ή γράφουν, είτε γιατί βρέθηκαν σε λάθος σημείο σε λάθος στιγμή. Αλλά η βασική αιτία είναι ότι στην Ελλάδα έχουν καταρρεύσει πλήρως ο νόμος και η τάξη, ακόμη και πέρα από τα όρια της ακραίας ανεκτικότητας.

Ο κάθε πολίτης έχει τους δικούς του φόβους, αλλά είναι εύκολο πια να αναφερθούμε σε συλλογικούς φόβους που αφορούν κατηγορίες πολιτών. Δεν φοβούνται σήμερα οι συμβολαιογράφοι που αναλαμβάνουν την εκτέλεση πλειστηριασμών, όταν γίνονται στόχοι επιθέσεων από κόμματα, «μπαχαλάκηδες» και εγκάθετους; Δεν φοβούνται οι καταστηματάρχες ότι κάποιο πρωί θα βρουν σπασμένα τα μαγαζιά τους; Ασφαλώς και υπό το κράτος φόβου παίρνουν αποφάσεις οι δικαστικοί σε διάφορες υποθέσεις με ελατήρια τρομοκρατικά, οπαδικά, πολιτικά ή και καθαρά εγκληματικά. Μπορούμε να εξαιρέσουμε τους δημοσιογράφους, κυρίως του αθλητικού, αλλά και του πολιτικού ρεπορτάζ από τον φόβο του ξυλοδαρμού τους από χούλιγκαν και παράγοντες σωματείων, αλλά και από εκφοβιστικές μηνύσεις πολιτικών, ή τους άλλους συναδέλφους τους που προσπαθούν να μην προκαλέσουν την οργή τοπικών κοινωνιών λέγοντας αλήθειες;

Δεν είναι πολλές χιλιάδες οι επαγγελματίες που έχουν βιώσει καταδρομικές επιθέσεις και καταστροφές από ομάδες κουκουλοφόρων στους χώρους εργασίας τους; Δεν είναι ακόμη περισσότεροι όσοι φοβούνται να πατήσουν στα γήπεδα μόνοι ή με τα παιδιά τους, μήπως τους δείρουν στα καλά καθούμενα; Οι άλλοι, σε διάφορες θέσεις διοίκησης, πάλι, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να υποστούν την επίθεση και εισβολή αγριεμένων συνδικαλιστών στα γραφεία τους; Και βέβαια δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τους διδάσκοντες σε πανεπιστήμια που συχνά – πυκνά γίνονται θύματα επιθέσεων βανδάλων που υποδύονται τους αντιεξουσιαστές, επειδή δεν τους αποδέχονται πολιτικά.

Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλες κατηγορίες ανθρώπων που είναι καθημερινά εκτεθειμένοι στον φόβο και στη βία που εκπορεύεται από τη δράση συλλογικοτήτων, ανάμεσά τους οι ιθαγενείς πολιτικοί και οι διπλωμάτες ξένων χωρών. Ο κατάλογος είναι μακρύς, αφού ο φόβος σκεπάζει τη χώρα απ’ άκρου εις άκρον, ιδιαίτερα σε μεγάλες πόλεις. Και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πάντα τα θύματα και τα υποψήφια θύματα είναι αθώα. Ωστόσο, η πολιτεία είναι εκείνη που ευθύνεται σε συντριπτικό βαθμό για τις διαστάσεις που έχει λάβει το φαινόμενο. Τα τελευταία χρόνια ειδικά, η σημερινή κυβέρνηση το εκτρέφει, πότε με το παράδειγμα και πότε με την ανοχή. Με το παράδειγμα τότε που εφορμούσε για την εξουσία, με την ανοχή τώρα που την έχει.

Πρόσφατα, ο αρμόδιος υπουργός Προστασίας του Πολίτη, άφησε σαφή υπονοούμενα ότι η αστυνομία δεν υπακούει στις εντολές του. Υπάρχουν ενδείξεις «λευκής απεργίας» των αστυνομικών οργάνων, αλλά ακόμη περισσότερες είναι αυτές της έλλειψης πολιτικής βούλησης από την κυβερνητική πλευρά (και δική του), για να περιοριστεί ο φόβος που σκεπάζει τη χώρα.