ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια χώρα που την έλεγαν Ελλάδα

​​Μικρή χώρα, φτωχή χώρα, πλην όμως χώρα που συμμετείχε με όλες τις δυνάμεις στη μεγάλη Ιστορία του καιρού της. Και δεν ήσαν εύκολοι οι καιροί. Αυτοκρατορίες γκρεμίζονταν, έθνη φύτρωναν σαν μανιτάρια, επαναστάσεις και πόλεμοι γέμιζαν τα νεκροταφεία. Αυτή η χώρα πλήρωσε πολύ υψηλούς δασμούς για να περάσει τα σύνορα του σύγχρονου κόσμου.

Οταν έκλεισαν οι πύλες του πιο καταστροφικού πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα, οι κάτοικοι της χώρας αυτής δεν κατέθεσαν τα όπλα. Τα έστρεψαν ο ένας εναντίον του άλλου, στον πόλεμο που βαφτίστηκε εμφύλιος μερικές δεκαετίες αργότερα. Ενα μεγάλο κεφάλαιο αγριότητας που απελευθερώθηκε μαζί με το ένστικτο του θανάτου. Το ζητούμενο ήταν υπαρξιακό. Κάποιοι ήθελαν τη χώρα αυτή από την άλλη πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος. Ευτυχώς ηττήθηκαν και στρατιωτικά και πολιτικά.

Παρένθεση. Οταν ο Θρασύβουλος και οι εξόριστοι δημοκρατικοί κατέλυσαν την τυραννία των Τριάκοντα στην ηττημένη Αθήνα του τέλους του 5ου αιώνα π.Χ., το πρώτο διάταγμα που ψήφισε η συνέλευση έφερε τον τίτλο «Περί του μη μνησικακείν». Η δημοκρατία χορηγούσε αμνηστία στους συνεργάτες της τυραννίας. Εξηρούντο, εννοείται, οι φυσικοί αυτουργοί εγκλημάτων, όπως ο Ερατοσθένης του Λυσία. Η λογική ήταν κοινή, κοινότατη: οι τύραννοι δολοφόνησαν περισσότερους Αθηναίους από όσους είχαν σκοτωθεί τα δέκα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, όπως γράφει ο Ξενοφών στα «Ελληνικά» του. Και λεηλάτησαν τις περιουσίες τους. Αν η δημοκρατία αφανίσει τους άλλους μισούς, τότε δεν θα υπάρχει πόλη. Και το ζητούμενο είναι η σωτηρία της πόλης. Στο σχολείο δεν το μαθαίναμε δυστυχώς και μάλλον δεν το είχαν μάθει ούτε οι νικητές.

Πρόσφατη ευρωπαϊκή στατιστική δείχνει ότι οι Ελληνες εργάζονται σχεδόν τις διπλάσιες ώρες από τους Γερμανούς, παράγοντας όμως το μισό του έργου. Η απάντηση δεν έχει να κάνει ούτε με την κοινωνιολογία ούτε με την αστρολογία. Η απάντηση έχει να κάνει με την ψυχολογία. Ο μέσος Ελληνας δεν είναι τεμπέλης. Κάθε άλλο. «Τρέχει όλη μέρα» – έκφραση που δηλοί φόρτο εργασίας και δεν μεταφράζεται σε καμία άλλη γλώσσα. Και «τρέχει όλη μέρα», διότι ως επί το πλείστον ασχολείται όχι με το έργο που παράγει, αλλά με τον διπλανό του, τον συνάδελφό του ή τον συμπολίτη του που, για να διατηρήσει τη θέση του στο Δημόσιο, πρέπει να τον κάνει να τρέχει.

Ψεύδονται όσοι υποστηρίζουν ότι δεν έχουμε κληρονομήσει τίποτε από τους αρχαίους ημών προγόνους. Ο φθόνος γι’ αυτούς ήταν έργο καθημερινό. Απλώς κάποια στιγμή, κάποιοι είχαν την ευφυΐα να μεταμορφώσουν τον φθόνο σε έναυσμα δημιουργίας και να φτιάξουν τα αριστουργήματα που έφτιαξαν. Εμείς κρατήσαμε τον φθόνο και χάσαμε τη δημιουργία. Κάτι κρατήσαμε πάντως. Κλείνει η παρένθεση.

Αφήστε τους παλικαρισμούς. Αισθάνεστε ανασφαλείς, όπως αισθάνομαι κι εγώ. Απλώς αναρωτιέμαι πώς θα ήταν η χώρα μας αν στις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα, αντί να τρώγεται με τη μνησικακία της, είχε συμφιλιωθεί με την ύπαρξή της και πάλευε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που της επέβαλε η ένταξή της στον δυτικό δημοκρατικό κόσμο. «Μας σώσατε από τους μπολσεβίκους διότι έχουμε την Ακρόπολη, τους Δελφούς και την Ολυμπία. Θα σας το ανταποδώσουμε». Κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, η Ελλάδα ήταν υποχρεωτικός προορισμός για κάθε μορφωμένο Δυτικό. «Υπάρχει μια κρυφή Ελλάδα στην καρδιά του κάθε Δυτικού ανθρώπου», όπως είπε ο Μαλρό στην Πνύκα.

Πώς θα ήταν το Αιγαίο σήμερα αν κάποιοι σώφρονες πρόγονοί μας είχαν αποφασίσει να προσφέρουν εκτάσεις, γιατί όχι και νησιά ολόκληρα, σε μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα, ακαδημίες και ερευνητικά ιδρύματα του κόσμου όλου; Εντάξει, δεν θα μπορούσαμε να χτίσουμε αυθαίρετα και rooms to let, όμως όταν στρέφαμε τα βλέμματα στη Δύση μετά την πρώτη απειλή των Ερντογάν του κόσμου τούτου, αυτοί θα αντιλαμβάνονταν όντως ότι ζητάμε την υπεράσπιση των συνόρων της Ευρώπης.

Και μη μου πείτε ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Οντως δεν γίνονται, αφού δεν έγιναν. Απλώς θα παραθέσω, πάντα από στήθους, τον Δημοσθένη σε έναν από τους Φιλιππικούς του: «Είναι καλύτερα που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε διότι δεν κάναμε ό,τι έπρεπε. Αρα μπορούμε να τα διορθώσουμε. Διότι αν φτάναμε ώς εδώ έχοντας κάνει όσα έπρεπε, δεν υπήρχε ελπίδα».