ΑΠΟΨΕΙΣ

Λύση ή ριψοκίνδυνη κίνηση;

Οι τελευταίες εξελίξεις στο μακεδονικό ζήτημα θα ήταν θετικές –ανοίγοντας τον δρόμο για το κλείσιμο ενός χρόνιου και επικίνδυνου προβλήματος– εάν οι πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας δεν είχαν παγιδευτεί από αυτοματισμούς στην τακτική τους και από αμοιβαία δυσπιστία. Το γεγονός ότι μια κυβέρνηση φαίνεται να αψηφά το πολιτικό κόστος στην επιδίωξη συμφωνίας με τη γειτονική χώρα θα ήταν ένα βήμα προς την ορθολογική διευθέτηση του προβλήματος, εάν δεν ήταν εμφανής μια περίεργη προχειρότητα στα συμφωνηθέντα, καθώς και η προσπάθεια να προκληθεί ρήξη με την αντιπολίτευση – πρώτα με τη στέρηση ενημέρωσης όσον αφορά τη διαπραγμάτευση, ύστερα με την απαίτηση να στηρίξει τη συμφωνία όταν ο κυβερνητικός εταίρος αρνείται να βοηθήσει. Ετσι, τα κόμματα της αντιπολίτευσης αδυνατούν να άρουν τις επιφυλάξεις τους και να στηρίξουν τη συμφωνία.

Συνεπώς, εγείρεται το ερώτημα εάν ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε πραγματικά να λύσει το πρόβλημα ή απλώς να φανεί ως ο μόνος που επιδιώκει λύση ενώ όλοι οι άλλοι τον εμποδίζουν. Επειδή η συμφωνία έχει πολύ δρόμο να διανύσει στην ΠΓΔΜ πριν έρθει η ώρα να την επικυρώσει και η Ελλάδα, υπάρχουν δύο ενδεχόμενα: Πρώτον, ο κ. Τσίπρας δεν περιμένει να εγκριθεί η συμφωνία από τους γείτονες· δεύτερον, εάν προκηρύξει εκλογές πριν από τη λήξη της διαδικασίας δεν θα είναι δικό του το πρόβλημα της επικύρωσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορεί να πάει σε εκλογές με τον ισχυρισμό ότι προσπάθησε να λύσει ένα σοβαρό πρόβλημα, το οποίο δημιούργησαν άλλοι, αλλά εμποδίστηκε από τις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης. Η ικανοποίηση με την οποία εταίροι στην Ε.Ε., σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και ηγέτες διεθνών οργανισμών χαιρέτισαν τη συμφωνία υποδεικνύει ότι ο κ. Τσίπρας κέρδισε πόντους με αυτή την τακτική, με ό,τι αυτό σημαίνει, τουλάχιστον εκτός συνόρων. Δεν φαίνεται, όμως, να υπολόγισε το κόστος για την Ελλάδα, εάν οι γείτονες επικυρώσουν τη συμφωνία και η χώρα μας όχι. Τότε, δεν θα αποδυναμωθεί η θέση της Ελλάδας στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ;

Στις αρχές του ’90, το ζήτημα του ονόματος της γειτονικής χώρας ένωσε τους Ελληνες σε ένα σχεδόν πάνδημο μέτωπο, την εποχή που ο κόσμος άλλαζε με την πτώση του ανατολικού μπλοκ. Με τα χρόνια, οι απόλυτες θέσεις Αθήνας – Σκοπίων δεν επέτρεπαν συμφωνία – έως τις μέρες μας, οπότε ο συμβιβασμός προκαλεί τριγμούς και στις δύο χώρες. Στην ελληνική κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν ένα αίσιο τέλος σε αυτή την υπόθεση. Η προτεινόμενη λύση δεν είναι ιδανική, αλλά το τέλειο αποδείχθηκε φενάκη. Η κυβέρνηση πιστώνεται όποια επιτυχία, αλλά χρεώνεται και όποια αποτυχία: οι επιλογές της απέτρεψαν τη συναίνεση και όξυναν τον διχασμό. Από αδεξιότητα, αδιαφορία ή κυνισμό;