ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι ζητούν οι «Βούλγαροι» στη Θεσσαλονίκη

ti-zitoyn-oi-voylgaroi-sti-thessaloniki-2272764

Y​​ποτίθεται ότι στα γήπεδα ισχύει πλέον ποινολόγιο για τα ρατσιστικά και τα αντεθνικά συνθήματα. Αυτό όμως δεν εμποδίζει τα φασιστοειδή της εξέδρας και τους «αυθορμήτως» ρατσιστές να επιτίθενται με γρυλισμούς μαϊμούς σε μαύρους παίχτες· πνευματικός τους πατήρ ο Μιχαλολιάκος της Χ.Α., που ερωτηθείς κάποτε για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, απάντησε εθνικώς ενοχλημένος με κάτι χυδαία περί πιθήκων. Επίσης, οι προβλεπόμενες ποινές δεν εμποδίζουν τους τρελαμένους των ομάδων του ελληνικού Νότου να αποκαλούν Βούλγαρους τους παίχτες και τους οπαδούς των συλλόγων της Θεσσαλονίκης.

Τις ομάδες της Θράκης οι Νότιοι τις υποδέχονται, λιγότερο συχνά, με την προσφώνηση «Τούρκοι». Τούρκους όμως αποκαλούν τους Αεκτζήδες Ολυμπιακοί και Παναθηναϊκοί, αλλά και Παοκτζήδες, παρά την κοινή κωνσταντινουπολίτικη καταγωγή· η προσφυγική μνήμη αδυνατεί να καλμάρει την αντιπαλότητα, την εχθρότητα πες, που γεννάει η μανία των τίτλων. Η εικόνα συμπληρώνεται με ένα αρκετά παλιό σύνθημα των οπαδών του Δικεφάλου του Βορρά, που στρέφεται κατά των Αρειανών συμπολιτών τους: «Είστε άρχοντες των σπρέι, / βρομοσκούληκα Εβραίοι». Οι του ΠΑΟΚ ορκίζονται ότι τον Αρη τον ίδρυσαν (και) Εβραίοι –τι παράδοξο άλλωστε σε μια πολυφυλετική κάποτε Θεσσαλονίκη–, οι κίτρινοι δεν το αποδέχονται. Κάπως έτσι σφυρηλατείται στα γήπεδά μας το εθνικό φρόνημα, παρότι, όπως θα διατεινόταν κάποιος αυτοσαρκαζόμενος, με την κοινοκτημοσύνη των Ελληνίδων μανάδων που διακηρύσσουν οι κερκιδόβιοι θεριακλήδες του λεκτικού σεξ, τελικά είμαστε όλοι αδέρφια.

Οι αστυνομικοί των ΜΑΤ που αποκάλεσαν Βούλγαρους κάποιους Θεσσαλονικείς που διαδήλωναν το περασμένο Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου, εναντίον της «προδοτικής» συμφωνίας των Πρεσπών, δεν χρωστάνε βέβαια στη μελέτη του λεξικού Μπαμπινιώτη τη γνώση περί της υβριστικής χρήσεως του εθνικού ονόματος των βορείων γειτόνων μας. Αλλωστε, μετά τον «εθνικό πανικό» που είχε προκαλέσει το 1998 η καταγραφή μιας πτυχής της γλωσσικής μας πραγματικότητας και την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (η οποία είχε επικριθεί από τους περισσότερους νομικούς ως αντισυνταγματική και λογοκριτική), αφαιρέθηκε η σχετική αναφορά. Τη θυμίζω: «Βούλγαροι. […] 2. (καταχρ. – υβριστ.) ο οπαδός ή παίκτης ομάδας της Θεσσαλονίκης (κυρ. του ΠΑΟΚ)». Θυμίζω και μία παράγραφο της αναιρετικής απόφασης του Αρείου Πάγου, γενικότερης σημασίας: «Ο λεξικογράφος δεν προσδίδει νόημα στις λέξεις ούτε τις χρησιμοποιεί με το όποιο νόημα έχουν προσλάβει από τη χρήση τους. Απλώς καταγράφει τις λέξεις με το γνωστό και δεδομένο νόημά τους, άσχετα αν η χρήση τους είναι συνήθης ή σπάνια, ανεξαρτήτως δε αν πρόκειται για κυριολεκτική ή καταχρηστική χρήση. Η καταγραφή, ενόψει τούτου, της λέξης “Βούλγαρος” υπό την επίμαχη έννοια στο προαναφερόμενο λεξικό, δεν ενέχει χρησιμοποίησή της ούτε υιοθέτησή της ούτε διάδοσή της ή οποιαδήποτε χρήση της, αλλ’ αποτελεί απλή, ουδέτερη καταγραφή, η οποία μπορεί να είναι επιστημονικά ορθή ή μη, πάντως όμως είναι αξιολογικά άχρωμη». Παρεμπιπτόντως, στο σχετικό λήμμα της Βικιπαίδειας αναπαράγεται το εξώφυλλο της εφημερίδας «Αθλητική Ηχώ», της 7ης Σεπτεμβρίου 1986. Τα τεράστια γράμματα πληροφορούν: «10.000 κόσμος ούρλιαζε στο Στάδιο: Εξω οι “Βούλγαροι”». Η επεξήγηση: «Οπαδοί του Παναθηναϊκού αποκαλούν Βούλγαρους τους ποδοσφαιριστές του Αρη μετά την αναβολή του μεταξύ τους αγώνα». «Η χρήση της λέξης αυτής είναι σποραδική και μεμονωμένη και στερείται κάποιας διάρκειας» είχε κρίνει, ωστόσο, το Πρωτοδικείο. Και είχε πέσει εντελώς έξω.

Προφανώς, λοιπόν, οι αστυνομικοί δεν έμαθαν την υβριστική σημασία της λέξης από το λεξικό. Στην πιάτσα την έμαθαν, στα γήπεδα. Και προφανέστατα, δεν τη χρησιμοποίησαν με κάτι το «αξιολογικά άχρωμο» στο μυαλό τους. Να προσβάλουν ήθελαν. Να ειρωνευτούν βαριά. Και, σαν κρατικοί υπάλληλοι που οφείλουν να κρατούν την ψυχραιμία τους σε κάθε περίπτωση (όπως κάνουν άλλωστε δεκαετίες τώρα…), παραμένουν αδικαιολόγητοι ακόμα κι αν πριν τους είχαν προσβάλει και τους ίδιους, αποκαλώντας τους π.χ. «βλάχους» (αιώνια «βρισιά» που χρησιμοποιούν όλοι οι Ελληνες εναντίον όλων των Ελλήνων), «τσιράκια των εθνοπροδοτών» ή –για ν’ αποτρελαθούμε– «παλιοκουμούνια». Ετσι γίνεται πάντως από τα χρόνια του Ομήρου: Καμία μάχη δεν ξεκινάει αν πρώτα δεν ανταλλάξουν φιλοφρονήσεις οι αντίπαλοι.

Γιατί όμως συνιστά ύβρι το εθνικό όνομα κάποιων λαών; Διότι η Ιστορία φέρνει τους λαούς σε συγκρούσεις, συχνότατα αιματηρές. Δημιουργούνται έτσι αντιλήψεις για τον έναν ή τον άλλον λαό θεμελιωμένες σε οδυνηρές εμπειρίες. Σταδιακά όμως εδραιώνονται και προκαταλήψεις που διατηρούν πλήρως ή μερικώς την ισχύ τους ακόμα κι αν εν τω μεταξύ οι λαοί έχουν περάσει από τα εμπόλεμα πάθη στην ειρηνική συνύπαρξη. Οι προκαταλήψεις αυτές αποτυπώνονται καθαρά σε τραγούδια, παροιμίες, παραδόσεις, ακόμα και σε αινίγματα.

Την καταλανοκρατία, που κράτησε – δεν κράτησε εφτά δεκαετίες, τον 14ο αιώνα, μπορεί να μην την παραθυμόμαστε πια. Αφησε ωστόσο τα ίχνη της και σε δημοτικούς στίχους (η απαντημένη καταριέται τον προδότη αγαπητικό της «σε τούρκικα σπαθιά βρεθεί, σε Κατελάνου χέρια, / τα κριάτα του να κόφτουσι με δίκοπα μαχαίρια») και σε γνωμικά («από τον Τούρκο ξέφυγα, στον Κατελάνο έπεσα»). Φυσικά, πολύ περισσότερα και πολύ βαθύτερα ίχνη άφησε στη μνήμη και τη νοοτροπία των Ελλήνων, και σε κάθε μορφή λαϊκού λόγου, η βαρβαρότητα άλλων κατακτητών, και κατεξοχήν των Τούρκων και των Φράγκων. Εξαιρετικά αρνητική ήταν πάντως (και σε μεγάλο βαθμό παραμένει) και η εικόνα των Βουλγάρων, των Εβραίων και των Τσιγγάνων, για διαφορετικούς λόγους.

Ας μείνουμε στα περί Βουλγάρων. Στις κοινωνικές γνώμες, έγραφε ο Στίλπων Κυρακίδης το 1922, στο έργο του «Ελληνική λαογραφία: Μνημεία του λόγου», «συγκεντρώνει ο λαός τας εκ της μακροχρονίου επικοινωνίας μετά των συνοίκων και των γειτόνων παρατηρήσεις. Ούτω λέγεται περί των Βουλγάρων και των Τούρκων: “Βούλγαρο αν κάμης φίλο, / βάστα και κομμάτι ξύλο· / κι αν τον Τούρκο κάμης φίλο, / βάστα πάντοτε και ξύλο”, / διά των οποίων χαρακτηρίζεται άριστα το βάρβαρον και άγροικον και απολίτιστον των λαών τούτων, των οποίων και η φιλία είναι πάντοτε βλαβερά. Περί των αυτών Βουλγάρων λέγεται “Εδωκαν do Βούργαρ’ αυγό, θέλει κι άλας”, τούθ’ όπερ χαρακτηρίζει παραστατικώτατα την αγροικίαν και απληστίαν του λαού τούτου, όστις ποτέ δεν μένει ευχαριστημένος εις ό,τι τού προσφέρεται, αλλά διαρκώς ζητεί και άλλα».

Μπορεί το 1922 να μην προβλημάτιζε η απόλυτη αποδοχή από τον λαογράφο των «κοινωνικών γνωμών». Κι όμως, ήδη το 1897 ο Κωστής Παλαμάς αρθρογραφούσε για να πείσει ότι «περισσότερον από τα τύμπανα και τα βούκινα των κατηχήσεων του εθνικού μίσους» χρειαζόμαστε «μελέτην επίμονον, διά να τους αντιληφθώμεν με το νυ και με το σίγμα τους λαούς», τους λαούς της γειτονιάς μας. Αλλά γι’ αυτά την άλλη Κυριακή.