ΑΠΟΨΕΙΣ

Αγιάτρευτο κράτος, παγιδευμένη γενιά

​​​​Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως ένα πρόγραμμα οικοδόμησης κράτους» έγραφαν προ ημερών οι βρετανικοί Times. «Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι το χρέος της, αλλά η αδυναμία του κράτους να μεταρρυθμιστεί». Το σημερινό μεταμνημονιακό ελληνικό κράτος ενοχοποιούν για τη στασιμότητα ή τη φυγή τους και οι νέοι, όσοι παρέμειναν στην Ελλάδα κι όσοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό, όπως έδειξαν πρόσφατες έρευνες. Σε ποσοστά που αγγίζουν το 80% πρεσβεύουν ότι η κρίση άφησε ανέγγιχτη τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, την ευνοιοκρατία, τη σπατάλη, τις συνήθεις κολάσεις που η λίγη διαύγεια, εξακολουθητικά, χρόνια τώρα απογυμνώνει. Εκείνοι που έφυγαν, παθιασμένα προσβλέπουν σε ένα νέο ελληνικό περιβάλλον, παρόμοιο με της χώρας όπου πλέον διαβιούν, ωστόσο μετά εννέα χρόνια εντατικών προγραμμάτων, η κρατική μας μηχανή όχι μόνο δεν εκσυγχρονίστηκε αλλά και υπαναχώρησε σε παλιές έξεις: κομματικό εμπόριο, ιδιοτελής κατανομή, στρεψοδικία.

Δεσπόζουσες ιδιότητες ενός κουβαριού, το οποίο απέχει παρασάγγας από την «πολύφερνη» επανίδρυση του διοικητικού τοπίου, από τις πολυσυζητημένες νέες μορφές κράτους: όχι τόσο γραφειοκρατικό αλλά περισσότερο επιτελικό στη διαχείριση προβλημάτων σε συνθήκες αυξημένης πολυπλοκότητας· όχι τόσο συγκεντρωτικό και αυταρχικό αλλά περισσότερο ήπιο και διαλεκτικό, ένα κράτος που δεν θα δένει τον Προμηθέα στον βράχο, δεν θα εξαγριώνει αλλά θα πείθει, συντονιστής της εθνικής προσπάθειας για ευημερία, σε ένα παγκόσμιο τοπίο με ποικίλους δημόσιους χώρους όπου ανταγωνίζονται πλήθος από δυνάμεις.

Σήμερα, ένας άνθρωπος μπορεί να επιβιώσει χωρίς οικογένεια, χωρίς μόνιμο τόπο κατοικίας, χωρίς θρήσκευμα, αλλά όχι χωρίς κράτος, τον «νου» στο «σώμα», τη δύναμη που στέκει πάνω από την κοινωνία για να μετριάζει τις ασυμφιλίωτες αντιθέσεις και να διατηρεί τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα στα όρια της τάξης. Χωρίς κράτος δεν έχεις ταυτότητα, δικαιώματα, ασφάλεια, πορεία.

Αλλά το ελληνικό κράτος είναι βαθιά προβληματικό, και με ευθύνη της κοινωνίας. Το δούναι λαβείν μεταξύ κράτους και κοινωνίας είναι που συντηρεί την ελληνική ιδιαιτερότητα. Οσα η κοινωνία λαμβάνει από το κράτος (ρουσφέτια, διευκολύνσεις, εύνοιες, παροχές), του τα «επιστρέφει» μέσω της φροντίδας που προσφέρει στα μέλη της, την οποία το κράτος αδυνατεί να παράσχει ακριβώς λόγω της αφαίμαξής του από την κοινωνία. Η ελληνική οικογένεια εμφανίζεται κακομαθημένη, αγνώμων – διαπλέκεται με σκοπό να εξασφαλίσει οφέλη για τα μέλη της και εν συνεχεία κατακεραυνώνει το κράτος για αθέμιτες συναλλαγές, κομματοκρατία, φαυλότητα, αυθαιρεσία.

Οι νέοι αποτελούν κι αυτοί μέρος της καταχρηστικής κοινωνίας. Και ωφελούνται ως μέλη της οικογένειας, και χάνουν· ωστόσο ζημιώνονται περισσότερο από Ευρωπαίους συνομηλίκους τους – υπερβολικός μόχθος για το πανεπιστήμιο ή μια καλή δουλειά, λιγότερες ευκαιρίες. Κλειστές πόρτες για την πλειονότητα, θολές προοπτικές, παραγκωνισμοί.

Αυτή η ατελεύτητη αμετάλλακτη κατάσταση δεν επιτρέπει στους περισσότερους να εναρμονίσουν και να ανατείνουν όλες τους τις δεξιότητες. Να συγκροτήσουν μια φιλοσοφία που όλη της την αξία να την προσδέχεται από τις καθημερινές πράξεις, από τα θεωρούμενα συνηθισμένα κοινωνικοπολιτικά πράγματα, με την αίγλη της προσωπικής τους αντίληψης. Να αποκτήσουν –σε έναν κόσμο όπου δυνάμεις συγκρούονται ή συνεργάζονται, γεννούνται και πεθαίνουν, αέναα– έναν σκοπό.

Μπαίνουν στη ζωή και ιεραρχικά πρέπει να καθορίσουν, όπως έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης, «την αξία των ιδεών, των προσώπων και των πραγμάτων, με βάση τις δικές τους ιδέες», χωρίς βεβαίως «να ξεπέφτουν στη φανατική αποκλειστικότητα κοιτάζοντας τη ζωή από το ένα μέρος της μόνο». Ωστόσο, θρεμμένοι σε μια κοινωνία καιροσκοπική και αδηφάγα, με πανουργίες, δολιχοδρομίες, τεχνάσματα, δυσκολεύονται να παροχετεύσουν τις δυνάμεις τους στο κοινό –άρα και το δικό τους– καλό· να απαλλαγούν από την υλικοηθική ανταμοιβή των καλοσερβιρισμένων βεβαιοτήτων και να ξεδιαλύνουν όλες τις πτυχές των ψευδών. Και έτσι καταλήγουν –αρκετοί– να βασίζονται, ξανά, στην «άκρη», να υπολογίζουν μόνο τον ιδιοτελή μικρό τους στόχο. Κι αυτό να τους φτάνει.