ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι μας χρειάζονται οι κλασικοί

Ο ​​Ιταλο Καλβίνο, στο έργο του «Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς», είχε δώσει τον εξής ορισμό: «Κλασικό είναι ένα βιβλίο που όλοι θέλουν να έχουν στη βιβλιοθήκη τους, κανείς όμως δεν θέλει να διαβάσει». Θα μπορούσα να προεκτείνω τον συλλογισμό του: «Κλασικό είναι ένα βιβλίο που έχεις στη βιβλιοθήκη σου γιατί το έχεις διαβάσει, σκέφτεσαι να το ξαναδιαβάσεις, αλλά πάντα πέφτει στα χέρια σου ένα άλλο και αναβάλλεις την ανάγνωση». Θυμάμαι πάντα το υπέροχο αφήγημα του Σουίφτ «Η μάχη των βιβλίων». Οι κλασικοί βρίσκονται σκονισμένοι στα πάνω ράφια της Βιβλιοθήκης του Αγίου Ιακώβου, ενώ οι σύγχρονοι στα πιο προσιτά. Την έκβαση της μάχης ο Σουίφτ την αφήνει στην κρίση του αναγνώστη του. Απλώς παραθέτει έναν μύθο όπου παρομοιάζει τους σύγχρονους με την αράχνη που καταπίνει ό,τι είναι αδύναμο και έτσι ενισχύει τον ιστό της, και τους κλασικούς με τη μέλισσα που παίρνει ό,τι χρήσιμο υπάρχει για να φτιάξει μέλι. Το αφήγημα το έγραψε στις αρχές του 18ου αιώνα. Μερικές δεκαετίες πριν, στη Γαλλία έχει ξεσπάσει η περίφημη διαμάχη των «αρχαίων και των συγχρόνων». Αιτία ήταν η ίδρυση της Γαλλικής Ακαδημίας από τον Ρισελιέ, που στόχο της είχε να υμνήσει την πολιτεία του Λουδοβίκου. Αντικείμενο της διαμάχης ήταν η πρωτοκαθεδρία της πολιτείας του Λουδοβίκου απέναντι σε ό,τι είχε ζήσει η ανθρώπινη Ιστορία έως τότε. Επικεφαλής των «αρχαίων» ήταν ο ποιητής Μπουαλό, ο οποίος έδωσε και το σύνθημα: «Στρέφομαι στους αρχαίους για να απελευθερωθώ από τις δουλείες του σύγχρονου κόσμου». Μαζί του και ο Ρακίνας.

Αυτά για την Ιστορία. Κυρίως για να πω ότι το ερώτημα «Τι μας χρειάζονται οι κλασικοί» δεν είναι εφεύρημα του καιρού μας. Εχει κι αυτό την ιστορία του. Σκέφτομαι, φίλοι αναγνώστες, να σας απασχολήσω αρκετές Κυριακές με το ερώτημα. Προτείνω τον δικό μου τρόπο για να απελευθερωθούμε από τις δουλείες της απογοητευτικής μας Ελλάδας. Και δεν είμαι απ’ αυτούς που πιστεύω ότι η Ελλάδα ήταν πάντα απογοητευτική. Υπήρξε γοητευτική και εν πολλοίς παραμένει. Εν πάση περιπτώσει, τηρουμένων των αναλογιών, δεν υπήρξε περισσότερο απογοητευτική από άλλα έθνη. Ούτως ή άλλως, η τελική αποτίμηση στηρίζεται στη δοσολογία γοητείας και απογοήτευσης. Κι αν λέμε σήμερα ότι η Ελλάδα μας απογοητεύει είναι επειδή κάποτε μας γοήτευσε. Περιμέναμε από τους εαυτούς μας περισσότερα και πήραμε λιγότερα. Εκεί είναι η βασική διαφωνία μου με τους εκ προοιμίου απογοητευμένους, όπως ο Χρήστος Γιανναράς.

Εκ προοιμίου θέλω να ξεκαθαρίσω ότι, όταν λέω κλασικός, δεν αναφέρομαι μόνον στις «κλασικές σπουδές», στην ελληνική και στη λατινική γραμματεία. Αναφέρομαι σε όλον αυτόν τον όγκο των έργων της ανθρώπινης διάνοιας και ευαισθησίας που αποτελεί το κεφάλαιο του πολιτισμού μας. Δεν ξεχωρίζω τον Ντοστογιέφσκι από τον Σοφοκλή, όσο κι αν διαφέρει ο ένας από τον άλλον, τον Παρθένη από τον Πολύγνωτο ή τον Εγγονόπουλο από τον Ντελακρουά. Είχα δει κάποτε στο Λούβρο έναν φουστανελοφόρο του Ντελακρουά με το κεφάλι σαν αυγό –μάλλον είχε αδιαφορήσει για τα χαρακτηριστικά του προσώπου του– και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ο Εγγονόπουλος. Εκτοτε δυστυχώς δεν τον έχω ξαναδεί, μάλλον τον αποθήκευσαν κάπου, τόσο που σκέφτομαι μήπως ήταν η ιδέα μου.

Οφείλω επίσης να ξεκαθαρίσω εξαρχής πως η πορεία μου προς την κλασική αρχαιότητα ήταν αντίστροφη. Διαβάζω τον Πλάτωνα και τον Σοφοκλή ως αναγνώστης μυθιστορημάτων, και ως μυθιστοριογράφος, και όχι ως φιλόλογος που ξεκινάει από την «Πολιτεία» για να φτάσει στο σήμερα. Είναι το πρόβλημα της εκπαίδευσής μας: όσο δεν καλλιεργεί την ευαισθησία του μαθητή με τη σύγχρονη λογοτεχνία, που του είναι οικεία, δεν πρόκειται ποτέ να τον μυήσει στην ευαισθησία του Ευριπίδη. Οφείλουμε βέβαια να παραδεχθούμε ότι στον Ευριπίδη και στους ομολόγους του χρωστάμε την αντίληψη του κλασικού, το όριο μιας διάνοιας και μιας ποιητικής ευαισθησίας από το οποίο γεννήθηκε αυτό που λέμε σήμερα ο δυτικός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που καταλαβαίνει ότι ζει επειδή αναρωτιέται και αμφιβάλλει για τις συνθήκες της ύπαρξής του. Με άλλα λόγια, αναζητεί την ελευθερία.

Συνελόντι ειπείν. Να μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα «Τι μας χρειάζονται οι κλασικοί». Σίγουρα δεν μας χρειάζονται για να διοριστούμε, δεν μας χρειάζονται για να αντιμετωπίσουμε τον ιό της γρίπης, ούτε για να δώσουμε Πανελλαδικές. Μας χρειάζονται όμως για να αντιληφθούμε την αξία του πολιτισμού μας, αυτού του πολιτισμού που βάλλεται πανταχόθεν και χρειάζεται, σήμερα περισσότερο από ποτέ, υπερασπιστές.