ΑΠΟΨΕΙΣ

Η λαϊκή ποίηση, κάποτε και σήμερα

i-laiki-poiisi-kapote-kai-simera-2277793

E​​να από τα ερωτήματα που απασχολούν αρκετά συχνά τις συζητήσεις για τον νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό αφορά το αν συνεχίζεται και σήμερα, κατά κάποιον τρόπο, η παραγωγή δημοτικών τραγουδιών. Αν δοθεί αρνητική απάντηση, ακολουθεί νέα ερώτηση, που αφορά το πώς και το γιατί η δημοτική μούσα έπαψε να δημιουργεί, πώς και γιατί απέσβετο ένα λάλον ύδωρ που ίσως έμοιαζε ανεξάντλητο. Αν δοθεί καταφατική απάντηση, σε τόνο ενθουσιώδη («μα και βέβαια παράγονται και σήμερα δημοτικά») ή επιφυλακτικό («ναι, κάποιας μορφής λαϊκή στιχουργία βλέπει ακόμα το φως»), η νέα ερώτηση αφορά το από ποιους και πού. Σε ποια μέρη της Ελλάδας δηλαδή, νησιωτικά ή βουνίσια, και με ποιους ως φορείς συνεχίζεται μια παράδοση που η ζωή της υπερβαίνει τη χιλιετία και με ποιους όρους προσαρμογής στα νέα κοινωνικά και εθνικά δεδομένα.

Ο ιστορικός χρόνος δεν ακινητεί και οι κοινωνίες που δεν εξελίσσονται διακυβεύουν την επιβίωσή τους. Το σημερινό καθεστώς βίου ελάχιστη σχέση έχει υλικά και πνευματικά με την αγροτοποιμενική Ελλάδα των ανθεκτικών κοινοτήτων και του προφορικού πολιτισμού. Σήμερα μπορεί να είμαστε ακόμα μακριά από την πλήρη εξάλειψη του λειτουργικού αναλφαβητισμού, πορευόμαστε ωστόσο μέσα στο περιβάλλον της γραφής, της εγγραμματοσύνης. Επιπλέον, ζούμε σε εποχή μ.Τ., μ.Κ. και μ.Δ.: μετά την Τηλεόραση, μετά το Κινητό, μετά το Διαδίκτυο. Εχουμε αλλάξει. Σαν άτομα και σαν πολίτες, σαν μονάδες και σαν μέλη ενός συνόλου. Παραμένουμε χρήστες ορισμένων μορφών της παράδοσης, αλλά χρήστες, καταναλωτές, οι οποίοι μάλιστα αρκετά συχνά ερωτοτροπούν με το τουριστικού προσανατολισμού φολκλόρ, μέσα από τις ποικίλες επινοημένες «αναβιώσεις». Το επιτελεστικό τελετουργικό των τραγουδιών, αυτό που τους προσέδιδε τη βαθιά κοινωνική τους σημασία, είναι μια λαογραφική ανάμνηση. Μόνο στα πανηγύρια, όσα αντέχουν, το τραγούδι πραγματώνει την τριαδική του υπόσταση, ομαδοποιεί και απελευθερώνει.

Και σήμερα ξενιτευόμαστε, μα δεν μας ξεπροβοδίζουν στην άκρη του χωριού με τραγούδια του μισεμού· αυτά, αν τ’ ακούσουμε, κι ό,τι κι αν είναι, δημοτικά ή του Καζαντζίδη, θα τ’ ακούσουμε κατά μόνας, από τ’ ακουστικά μας. Τον ρόλο του παππού ή της γιαγιάς, τον ρόλο του παραμυθά, τον υποδύονται η τηλεόραση και το κομπιούτερ, όπου τα παιδιά μας βλέπουν τα χολιγουντιανά συνήθως φιλμ που βλέπουν όλα τα παιδιά του «ανεπτυγμένου» κόσμου· η ηγεμονεύουσα αίσθηση είναι η όραση, όχι η ακοή. Στους γάμους μας η κυρίαρχη αγωνία, στην Ελλάδα και την Κύπρο, είναι συνήθως για τον φωτογράφο και τον ευκαιριακό βιντεοσκόπο, όχι για την κομπανία που θα συνοδέψει τους μετά τον χορό του Ησαΐα χορούς μας. Και οι συντριπτικά περισσότερες κηδείες, στις πόλεις όπου συνέρρευσε η πλειονότητα, τελειώνουν χωρίς μοιρολόγια. Και χωρίς καν τον αγαπημένο νεκρό στο σπίτι μας – στο σπίτι του, αφού έτσι επιτάσσει, αρρήτως, η αστική δεοντολογία.

Με πολύ αυστηρούς όρους, ό,τι θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αυθεντικό δημοτικό τραγούδι έπαψε με το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης. Εχουν εντούτοις καταγραφεί και δημοτικά των επόμενων δεκαετιών, όχι μόνο ληστρικά, ακόμα και πολύ μετά την εμφάνιση των ρεμπέτικων, που ενστερνίστηκαν πολλά δημοτικά μοτίβα και ατόφιους στίχους, προσγράφοντάς τους όμως σε εξατομικευμένο δημιουργό. Το πιο σύγχρονο τραγούδι στις «Εκλογές» του Ν.Γ. Πολίτη είναι του 1881, εφτά στίχοι που θρηνωδούν «τας ματαιωθείσας προσδοκίας των πέραν της δεξιάς όχθης του Αράχθου Ηπειρωτών», όταν «απεκλείσθη των ελληνικών συνόρων το μέγιστον τμήμα της Ηπείρου»: «Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλον τον κόσμο ήλιος, / και στα καημένα Γιάννενα, μαύρο, παχύ σκοτάδι». Εδώ ακριβώς πρέπει να ψηλαφήσουμε ένα κρίσιμο ζήτημα που αφορά τις ιστορικές μας γνώσεις, τη συλλογική μνήμη, την αίσθησή μας για το πότε η Ελλάδα έγινε Ελλάδα και πώς. Πόσοι άραγε θα απαντούσαν αμέσως για το πότε ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό η Ηπειρος, η Μακεδονία, η Θράκη, η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, τα Επτάνησα – η μισή Ελλάδα; Κι αν εξειδικεύαμε το ερώτημα, για πόσους, πέρα από τους Καρπάθιους, έχει άμεσο ιστορικό αντίκρισμα η ημερομηνία 5 Οκτωβρίου 1944, η μέρα που ξέσπασε το Επαναστατικό Απελευθερωτικό Κίνημα της Καρπάθου, 74 χρόνια πριν;

Ο Πολίτης φιλοξενεί και δύο κρητικά του 1830, με τον κοινό τίτλο «Ο καταδικασμός τση Κρήτης». Και εδώ το ευαίσθητο θέμα είναι η μη συμπερίληψη στον εθνικό κορμό. Τα δύο τραγούδια είναι αφηγηματικά, χρονογραφικά, απαρτίζονται δε από ομοιοκατάληκτα ζεύγη ιαμβικών δεκαπεντασύλλαβων, χωρίς πάντως ιδιαίτερο άγχος για τη ρίμα (το «κουσούλτο», λ.χ., ριμάρει –όσο ριμάρει– με το «Τούρκος», το δε «Φράγκους» με το «σκλάβους»). Τουλάχιστον εδώ δεν δικαιώνεται ο φόβος του Στίλπωνος Κυριακίδη ότι «η ρίμα κατέφαγε την ποίησιν» των ποιητάρηδων.

Τραγούδια αυτής της λογικής και πλοκής, έμμετρες αφηγήσεις σπουδαίων ιστορικών επεισοδίων, γνωστές ως «ρίμες», παράγονται σε όλον τον 19ο αιώνα, αλλά και στον 20ό. Οι ρίμες, παρατηρεί ο Μιχάλης Μερακλής, στο βιβλίο «Ελληνική λαογραφία: Κοινωνική συγκρότηση, ήθη και έθιμα, λαϊκή τέχνη» (γ΄ έκδ., Καρδαμίτσα, 2011), «επιτελούσαν το ρόλο της λαϊκής προφορικής εφημερίδας». Θυμόμαστε έτσι πως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, δημιουργός ο ίδιος ενός δημοτικού τραγουδιού, στη «Διήγηση συμβάντων της ελληνικής φυλής» χαρακτηρίζει «στρατιωτικές εφημερίδες» τα τραγούδια που «έκαμναν οι χωριάτες, οι στραβοί με τες λύρες».

Μάρτυρας της αντοχής που επέδειξαν οι ρίμες (ή, κατά βάθος, η μαντινάδα, μια και οι ρίμες εκτυλίσσονται συνηθέστατα σαν άθροισμα διστίχων) είναι η συναγωγή πολλών δειγμάτων τους στο βιβλίο του Ερατοσθένη Καψωμένου «Το σύγχρονο κρητικό ιστορικό τραγούδι: Η δομή και η ιδεολογία του» (Θεμέλιο, 1979). Εδώ συγκεντρώνονται και σχολιάζονται από ριζίτικα της Αντίστασης έως τραγούδια για το Πολυτεχνείο και τον Κυπριακό Αγώνα. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν τα αντιστασιακά της υπόλοιπης Ελλάδας, αρκετά από τα οποία πάντως δανείζονται στερεοτυπικούς στίχους των κλέφτικων και μουσική ξένων επαναστατικών τραγουδιών, καθώς και πολλά σατιρικά για την πείνα επί Κατοχής, ναξιώτικα, λ.χ., ή της Κρήτης, της Σαντορίνης, της Κάσου. Η δίψα της ελευθερίας και η υλική πείνα συνθέτουν θαυμάσιους σαρκαστικούς στίχους. Στην παραγωγή του 20ού αιώνα ανήκουν και μοιρολόγια για τον Παύλο Μελά ή για τους νεκρούς πολεμιστές του 1912 και του 1922. Και δεν είναι ιστορικώς αδιάφορο το γεγονός ότι σε ορισμένα από αυτά τα μοιρολόγια, πρωτίστως τα μανιάτικα, ακούγεται ένας οξύς αντιβενιζελικός τόνος, που έρχεται σε προφανή αντίθεση με τον δοξαστικό τόνο των κρητικών κυρίως τραγουδιών για τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Συνεχίζουμε την άλλη Κυριακή.

• Ομιλία στην Εκδήλωση Μνήμης και Τιμής που οργάνωσε ο Σύλλογος των Απανταχού Μενετιατών Καρπάθου με αφορμή τα 74 χρόνια από το Επαναστατικό Απελευθερωτικό Κίνημα του νησιού (Πειραϊκός Σύνδεσμος, 7.10.2018).