ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Νίκος Σαξώνης στην «Κ»: Εφυγα για να ζήσω διαφορετικά

Πώς εγκατέλειψε πριν από 30 χρόνια την προεδρία μιας πολυεθνικής διαφημιστικής «ερωτευμένος» με το γραφικό Πάπιγκο

nikos-saxonis-stin-k-efyga-gia-na-ziso-diaforetika-561193738

Είναι ο άνθρωπος που συνέβαλε στην ανάδειξη του εμβληματικού Πάπιγκου. Ανοιξε προσεκτικά τις «πύλες» του οικισμού στον έξω κόσμο και βοήθησε να λαμπρύνει ό,τι κάνει το Πάπιγκο αυτό που είναι. Νίκος Σαξώνης. Εγκατέλειψε τη θέση του προέδρου σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία και μια λαμπρή καριέρα στη διαφήμιση για να ζήσει, ανοίγοντας ξενώνα, στο γραφικό Ζαγοροχώρι.

Ο Νίκος Σαξώνης ερωτεύτηκε το –χωρίς επισκέπτες σήμερα, λόγω πανδημίας– Πάπιγκο με όλα τα χαρακτηριστικά του έρωτα –την εμμονική σκέψη σε ό,τι σε έχει θαμπώσει, το χειμαρρώδες συναίσθημα– και συνέδεσε με αυτό τη ζωή του, ικανοποιώντας παράλληλα την εσωτερική ανάγκη «να φύγω από εκεί που ήμουν και να ζήσω διαφορετικά αλλού». Και ξεκίνησε μια μακριά πορεία με αειθαλείς καρπούς. Εμμεσα ή άμεσα, συνέπραττε διαρκώς στην αισθητική διατήρηση και αναβάθμιση του χωριού, είτε π.χ. σχεδιάζοντας –με σχολαστική προσκόλληση στα τοπικά αρχιτεκτονικά πρότυπα– την αυλόπορτα ενός εξωκκλησιού, είτε αγωνιζόμενος κατά πολεοδομικών παραβάσεων. «Αγώνας υπήρξε όντως, όμως σύντομος, διετής, για την αποτροπή της κατασκευής ενός μεγάλου τριώροφου ξενοδοχείου. Αλλά δεν ήμουν μόνος. Συνεργαστήκαμε η κοινότητα του χωριού με τον πρόεδρο και τον γραμματέα, αρχιτέκτονες της περιοχής αλλά και του ΕΟΤ – ο ένας εξ αυτών, ο Δημήτρης Καββαδίας, είχε σχεδιάσει τη μετατροπή πέντε σπιτιών του οικισμού σε ξενώνες του ΕΟΤ. Αυτοί μου έδειξαν τι σημαίνει να αγωνίζεσαι μέσα σε μια κοινότητα. Και καταφέραμε να μη γίνει το τριώροφο», λέει απλά.

Μας υποδέχθηκε στο σπίτι του, ένα χώρο μεστό, σύγχρονο, ζεστό, που ακολουθεί ευλαβικά τις αναλογίες, την αρχιτεκτονική, την ύλη και το πνεύμα του τόπου, σχεδιασμένο ολοκληρωτικά από τον ίδιο έως την τελευταία εντυπωσιακή λεπτομέρεια, ένα σπίτι παραμυθένιο, όπως όλος ο οικισμός. Στη συνέχεια κατηφορίσαμε προς το κοντινότερο ανοιχτό καφέ-εστιατόριο. Γύρω μας σπίτια, εκκλησίες, σοκάκια, μικρές πλατείες, αρθρωμένα σε ένα συμπαγές πέτρινο σύνολο.

Μόνιμος κάτοικος Πάπιγκου από επιλογή, 30 χρόνια τώρα, ακόμη και μετά τη μεταβίβαση του ξενώνα και τη συνταξιοδότηση, ο Νίκος Σαξώνης λειτούργησε για την κοινότητα ακουσίως ως πρότυπο. «Υπήρξε μια ενστικτώδης ευκολία των Παπιγκιωτών να υιοθετούν σχεδόν αυτόματα ό,τι βελτιώνει τον τόπο και διατηρεί την αισθητική του. Εχοντας υποφέρει στις περιηγήσεις μας ανά την Ελλάδα σε κρύα καταλύματα, η πρώτη κίνηση κατά την ανακαίνιση του ξενώνα ήταν η εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης. Και θυμάμαι τον γείτονα και φίλο Κούλη, που διατηρούσε το χάνι του χωριού, να μου λέει: “Τι μας έκανες! Τώρα θα βάλουμε όλοι καλοριφέρ”. Και έβαλαν σιγά σιγά όλοι». Με τον ίδιο τρόπο αντικατέστησαν τους γκαζοτενεκέδες με πήλινες γλάστρες, τις μεταπολεμικές καρέκλες με το πλαστικό κορδονάκι με πτυσσόμενες μεταλλικές. «Τις επέλεξα γιατί μου θύμιζαν τις δημόσιες μεταλλικές καρέκλες στον Εθνικό Κήπο», λέει ο κ. Σαξώνης. «Μόλις τις τοποθετήσαμε, ήρθαν αμέσως και μας ρώτησαν από πού μπορούν να τις προμηθευτούν. Δεν τους έγινε ποτέ καμία υπόδειξη, έχουν εξαιτίας της δικής τους υπόστασης και αντίληψης των πραγμάτων μια έφεση στην υιοθέτηση όσων αναγνωρίζουν ως πρόοδο».

Με την ίδια ευκολία αντικατέστησαν την τυπική ελληνική έξοδο προς άγραν πελατών με την ατάραχη αναμονή. «Συνειδητοποίησαν ότι η δική μας ήταν μια πιο ήρεμη στάση ζωής, που δεν εκβιάζει μια πραγματικότητα, δεν προκαλεί συγκρούσεις, δεν ταράζει την ψυχή σου, δεν φέρνει απογοητεύσεις», σημειώνει.

Τη ρίζα της παπιγκιώτικης έφεσης στον πολιτισμό εντοπίζει ο κ. Σαξώνης στον παρελθόν, γι’ αυτόν ερμηνεία του παρόντος και σπόρο του μέλλοντος. «Τα υπέροχα, πλήρως οργανωμένα νοικοκυρόσπιτα του Πάπιγκου χτίστηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα με χρήματα από την ξενιτιά των Παπιγκιωτών στις παραδουνάβιες χώρες. Οι ξενιτεμένοι επισκέπτονταν το χωριό τους κάθε δέκα χρόνια –γι’ αυτό και τα αδέλφια έχουν μεταξύ τους μεγάλη διαφορά ηλικίας– και έφερναν μαζί τους ό,τι αγαθά, πολιτιστικά στοιχεία, εμπειρίες. Επέστρεψαν, έζησαν όλη την ταλαιπωρία του 20ού αιώνα, με τους πολέμους και τον Εμφύλιο, κατά τον οποίο το Μικρό και Μεγάλο Πάπιγκο εκκενώθηκαν. Τα χωριά έμειναν έρημα, εκτεθειμένα στον καιρό και στις επιδρομές. Με τη λήξη του Εμφυλίου επέστρεψαν σ’ αυτά κουρασμένες οικογένειες, φτωχοί ηλικιωμένοι άνθρωποι, που ζούσαν με τα μικρά κηπάρια, τα λίγα ζώα τους και κάποιο έμβασμα, γιατί πάντα ερχόταν κάτι απέξω. Ομως μέσα τους κουβαλούσαν τον πολιτισμό», λέει και συνεχίζει:
«Ενα βράδυ βλέπαμε με τη σύντροφό μου Πόλυ τις ειδήσεις στη σκαρφαλωμένη κάπου ψηλά τηλεόραση του καφενείου του Κούλη και τις σχολιάζαμε. Ερχεται κοντά μας ο Κούλης, σκύβει και πολύ ευγενικά μου λέει: “Αγαπητέ φίλε Νίκο, εμείς εδώ στο Πάπιγκο δεν συζητάμε πολιτικά στα καφενεία”. Ενα αναπάντεχο μάθημα κοινωνικής συμπεριφοράς. Με όλα τα αρνητικά που έχουν οι Παπιγκιώτες, όπως όλοι οι Ελληνες, είναι άνθρωποι χωρίς την καχυποψία και τις συμπεριφορές συμφέροντος που συναντήσαμε αλλού στην Ελλάδα, γοητευτικοί στις διηγήσεις από τη ζωή τους, ευγενικοί στη δήλωση της απόστασης που επιθυμούν να τηρείς απέναντί τους, κάτι που σεβαστήκαμε και βοήθησε πολύ στη συνύπαρξή μας. Ανοιχτόμυαλοι, όπως ο Γιώργος Ιωαννίδης που είχε μετατρέψει το παλιό πατρικό μαγαζάκι σε καφέ, εστιατόριο, μπαρ, με έξοχη τζαζ και φανκ μουσική, όχι τα συνήθη ελαφρολαϊκά ή ντίσκο, προσφέροντας σε όλους μας μια μαγευτική έξοδο», αφηγείται ο Νίκος Σαξώνης, με πνεύμα νεανικό και οξυδερκές, που αποτυπώνεται στο λαμπερό του πρόσωπο, στο αβίαστα στητό σώμα, στη χαρά για την κάθε νέα μέρα και στο αστείρευτο χιούμορ. 

Η πρώτη νύχτα στο νέο μου περιβάλλον ήταν η απόλυτη ευτυχία

Τα σαββατοκυριακάτικα ταξίδια ανά την επικράτεια χαρακτήριζαν όλη την αθηναϊκή ζωή του. «Κάθε φορά που συναντούσα έναν απόμακρο τόπο που με γοήτευε, ονειρευόμουν να ζω εκεί. Γι’ αυτό και αγόραζα κομμάτια φύσης, όχι ιδιοκτησίες, στο Πήλιο, στη Λευκάδα, στην Εύβοια – στο όνειρο αυτό ενέτασσα και το πατρογονικό στη Ρούμελη. Επειτα ήρθε το Πάπιγκο».

Ταξίδι στο Ζαγόρι, με τη σύντροφό του και παρέα, αξέχαστες πορείες στη φύση. Κατά την επιστροφή, η πινακίδα με τη λέξη Πάπιγκο «μας φάνηκε αστεία, ταίριαζε και με το λάτιν κομμάτι που έπαιζε στο κασετόφωνο, είπαμε να πάμε. Μόλις πήραμε τη στροφή που αποκαλύπτει τον όγκο της Τύμφης, καθηλωθήκαμε. Ακολούθησε ο Βοϊδομάτης, με γαλαζοπράσινα νερά μέσα στη χειμωνιάτικη καταχνιά. Καταγοητευθήκαμε. Ο φιδίσιος ανηφορικός δρόμος προς το Πάπιγκο μου φάνηκε σαν εκείνον προς το κάστρο των παιδικών παραμυθιών. Στο χωριό, πασπαλισμένο με χιόνι, δεν υπήρχε κανείς. Περάσαμε την εκκλησία, προχωρήσαμε σε ένα πλακόστρωτο δρομάκι που έβγαζε σε μια πλατειούλα με έναν τεράστιο πλάτανο και ένα όμορφο αρχοντικό. Ανοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε η Αλεξάνδρα, μια αρχοντική μορφή με μαύρο μαντίλι, μας προσκάλεσε να περάσουμε μέσα να μας φιλέψει. Η μεγάλη κουζίνα έμοιαζε με μουσείο. Τοίχοι πράσινοι παπαγαλί και από το ύψος των ματιών και πάνω κεραμιδί, παντού κρεμασμένα μπρούτζινα χαλκώματα. Μας κέρασε καφέ, μας ξενάγησε στο σπίτι, μας μίλησε για τη ζωή της, για τη μετανάστευση των προγόνων της στη Ρουμανία, για τη σχέση της με το παλάτι, τη Φρειδερίκη που ψάρευε στον Βοϊδομάτη, τον Παύλο που έκανε ορειβασία στην Τύμφη, είχαν το σπίτι της για κατάλυμα. Αυτή η πρώτη εικόνα μάς καθόρισε».

Μετά την αγορά ενός πέτρινου διώροφου, άρχισε να ριζώνει η ιδέα της εγκατάλειψης της Αθήνας. Η ρύθμιση για την επιχορήγηση δημιουργίας ξενώνα σε παραδοσιακό οικισμό έκανε την προοπτική αυτή πιο χειροπιαστή. «Ο ξενώνας δεν ήταν επιλογή μου, προέκυψε ως ο μοναδικός τρόπος να πραγματοποιήσω την επιθυμία μου να ζήσω στο Πάπιγκο».

Η αποκόλληση έγινε σταδιακά. «Μετά την αποκάλυψη σε συνάντηση με όλα τα στελέχη της McCann Erickson στη Νέα Υόρκη, ότι δεν άντεχα πλέον ένα μέρος της δουλειάς, μου πρότειναν να περάσω από τη θέση του γενικού διευθυντή σε εκείνη του προέδρου για μια τριετία. Πρώτο αίσθημα εκείνο της αγωνίας και του λάθους, μετά της απελευθέρωσης. Καιρό αργότερα, η πρώτη μου νύχτα στο νέο μου περιβάλλον ήταν μια νύχτα απόλυτης ευτυχίας».

nikos-saxonis-stin-k-efyga-gia-na-ziso-diaforetika0
«Οι Παπιγκιώτες είναι άνθρωποι χωρίς την καχυποψία και τις συμπεριφορές συμφέροντος που συναντήσαμε αλλού στην Ελλάδα, γοητευτικοί στις διηγήσεις τους, ευγενικοί στη δήλωση της απόστασης που επιθυμούν να τηρείς απέναντί τους, κάτι που σεβαστήκαμε και βοήθησε στη συνύπαρξή μας», λέει ο Νίκος Σαξώνης. Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Η αισθητική

«Η ομορφιά, μαζί με την αγάπη, τον έρωτα, τη φιλία, κάνει τον ανθρώπινο χρόνο να μετράει». Εχει βελτιωθεί η αισθητική μας; «Το μάτι μου είναι πλημμυρισμένο από τηλεοπτικές εικόνες κακού γούστου. Τις συναντώ κι έξω όπου κινούμαι. Νομίζω χάθηκε η ανάγκη της κομψότητας, την οποία προσπαθούσαμε να υπηρετήσουμε ο καθένας με τις δυνατότητές του. Τώρα η ανάγκη επικοινωνίας μέσα από το ντύσιμο εκφράζεται με τρόπο άτσαλο, βλέπε τη μαζική υιοθέτηση των σκισμένων μπλουτζίν. Οσον αφορά το περιβάλλον, αυτό που κάποτε μας γέμιζε δέος, η αγριάδα της φύσης, η καθαρότητα του ποταμιού, το ύψος της χιονοκορφής, που έδιωχνε ό,τι σκουριά μάζευε η ψυχή μας, δεν καθρεφτίζεται πια στα βλέμματα των εκδρομέων. Τώρα αυτοί ασχολούνται με παιχνίδια εξοχής, κάνουν activities, αντιλαμβάνονται το τοπίο γύρω τους ως ένα γήπεδο όπου θα εκτονώσουν περισσότερο σωματικές ανάγκες παρά διανοητικές ή αισθητικές».

Η συνάντηση

Στο άδειο από επισκέπτες, λόγω COVID-19, Μεγάλο Πάπιγκο φιλοξενηθήκαμε στο καφενείο-παντοπωλείο «Κουκουνάρι», όπου μας προσέφεραν χειροποίητο τραχανά με μανιτάρια και λάδι τρούφας, αλευρόπιτα και μπατσαριά (χορτόπιτα). 

Μιλήσαμε για τις αλλαγές στον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων και για τον ερωτισμό στις σχέσεις που χάθηκε, για τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του ξενώνα. «Τότε οι επισκέπτες εκδήλωναν την ευαρέσκειά τους για τον χώρο, αντιλαμβάνονταν  πού βρίσκονται, οι ερωτήσεις τους ήταν καίριες. Σήμερα, μιλώντας με τους επαγγελματίες του τουρισμού αποκομίζω την αίσθηση ότι περνούν καλύτερα με τους ξένους τουρίστες, όχι γιατί είναι αδαείς, αλλά εξαιτίας του τρόπου που εκτιμούν ό,τι καλό συναντούν, κάτι που δεν κάνουν τόσο οι Ελληνες πια».

nikos-saxonis-stin-k-efyga-gia-na-ziso-diaforetika2