ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Χρήστος Χωμενίδης: Πήρα το βραβείο την κατάλληλη στιγμή

Ούτε πολύ νέος για να την ψωνίσω ούτε πολύ μεγάλος για να είμαι τελειωμένος – «Ξεγλιστράω» λέγοντας ότι είναι για την Ελλάδα

christos-chomenidis-pira-to-vraveio-tin-katallili-stigmi-561597538

Ο Χρήστος Χωµενίδης γιόρτασε τo Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος για τη «Νίκη» με τη σύντροφό του, ηθοποιό Γωγώ Μπρέμπου, και έναν συνάδελφό της τρώγοντας προβατίνα σε εστιατόριο της Φωκίωνος Νέγρη. «Πήγα και πήρα τη Γωγώ από το θέατρο μετά την παράσταση», μου έλεγε το μεσημέρι της περασμένης Τετάρτης, «και πήγαμε έτσι, εκ του προχείρου, καθίσαμε και φάγαμε. Το πλήρωσα όμως: δεν αντέχει το στομάχι μου φαγητό στις έντεκα η ώρα…».

Συναντιόμαστε στο διαμέρισμα όπου ζει με τη σύντροφό του, πέμπτος όροφος με πανοραμική θέα στα δικαστήρια της Ευελπίδων, στο κατέβασμα ενός λόφου του Πολυγώνου και στο άνοιγμα της (αγαπημένης του) Κυψέλης. Η Γωγώ Μπρέμπου σπεύδει να μας κάνει ακόμα πιο φιλόξενο τον χώρο, στον φωτογράφο Νίκο Κοκκαλιά («είσαι ο αγαπημένος μου!» αναφωνεί ο Χωμενίδης μόλις τον βλέπει) και σε μένα. «Το σπίτι μου είναι ένα χάος», μου έλεγε ο Χωμενίδης από το τηλέφωνο, όταν λόγω πανδημίας συμφωνήσαμε να αποφύγουμε το εστιατόριο, «έλα όμως, θα παραγγείλουμε. Και κερνάω εγώ, όχι η εφημερίδα», επέμεινε.

Φοράει ένα ριχτό λευκό πουκάμισο (κλασικός Χωμενίδης), κυκλοφορεί με τις κάλτσες, κινείται συνέχεια αλλά όχι νευρικά, μιλάει στο τηλέφωνο με τη μικρή Νίκη κι έπειτα βγάζει το λάπτοπ για να παραγγείλει από τη Φάρμα Μπράλου.

Οταν αργότερα φίλοι με ρώτησαν αν ήταν ενθουσιασμένος με τη βράβευση, σκέφτηκα λίγο. Εδειξε μεν μια απέραντη ικανοποίηση, ηθική πρωτίστως, αλλά, πώς να το πω, ήταν… Χωμενίδης: μονίμως ενθουσιασμένος για κάποιο (ανεξήγητο;) λόγο. «Κοίτα» μου λέει, «το πήρα την κατάλληλη χρονική στιγμή: ούτε πολύ νέος για να την ψωνίσω ούτε πολύ μεγάλος για να είμαι τελειωμένος».

Θα γινόμουν μάχιμος ποινικολόγος. Και θα ήμουν πολύ καλός. Με ενδιαφέρει το story-telling. Και η δικηγορία το έχει αυτό.

Το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας, έπαιρνε έναν υπνάκο και όταν ξύπνησε βρήκε έντεκα αναπάντητες κλήσεις από την Αννα Πατάκη, την εκδότριά του. «Τρόμαξα. Φοβήθηκα ότι κάποιος πέθανε. Δεν περίμενα την ανακοίνωση του βραβείου διότι είχα μείνει με την εντύπωση πως θα ανακοινωνόταν τον Δεκέμβριο». «Και; Τι σου είπε η Αννα;». «”Το πήρες”, αυτό μόνον. Εντάξει, μετά βρέθηκα σε κατάσταση παραζάλης από τη χαρά μου, έμεινα νηστικός γι’ αυτό και έφαγα στις έντεκα το βράδυ. Ασε που ξεπάγιασα: καθίσαμε έξω λόγω κορωνοϊού».

Από κει και πέρα; «Από κει και πέρα, όταν σου δίνεται τέτοια διάκριση, σκέφτεσαι όλη σου τη ζωή, τη μαμά σου, τον μπαμπά σου. Σκέφτηκα και τους δασκάλους μου. Στην τρίτη γυμνασίου είχα έναν αγαπημένο φιλόλογο, τον Κρίτωνα Πανηγύρη. Ενας πολύ σημαντικός άνθρωπος που μας έμαθε να διαβάζουμε μοντέρνα ποίηση. Και βέβαια σκέφτηκα τη μικρή Νίκη, την κόρη μου. Για μένα αυτό είναι το ζητούμενο: η προέκταση στο μέλλον. Να ξεπεραστούν και τα στερεότυπα περί της Ελλάδας από τους ξένους. Το 2013 είχα πάει στη Γαλλία φιλοξενούμενος από τη Μασσαλία Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Μου έδωσαν ένα χώρο για να γράψω μια νουβέλα μέσα σε τρεις εβδομάδες. Πήγα λοιπόν σε ένα βιβλιοπωλείο στη Μασσαλία και πέφτω πάνω σε μια γαλλική μετάφραση του μυθιστορήματος του Μουρσελά, “Τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά”. Ξέρεις ποιος ήταν ο γαλλικός τίτλος; “Τα παιδιά του Πειραιά”! Να πω όμως το εξής: η αρχαία παράδοση, η γλώσσα, ακόμα και ο Ζορμπάς, τα περιέχουμε. Δεν λέω να τα αποτινάξουμε, αλλά να τα μεταβολίσουμε και να προσθέσουμε επάνω τους τη δική μας εκδοχή. Η συμπερίληψη του παρελθόντος σε μια νέα εκδοχή της Ελλάδας, όχι μια εφηβική επαναστατικότητα ανατροπής του παρελθόντος».

Ο Χωμενίδης λατρεύει την Ελλάδα, το βλέπεις και στα βιβλία του. Καθώς στρωνόμαστε να φάμε πια, με τη Γωγώ να σερβίρει πιάτα με κρέας, σαλάτες, αυγά με τηγανητές πατάτες (όλοι τσιμπάμε απ’ όλα – η Γωγώ επέμεινε να πάρει ένα μεζέ και ο Νίκος Κοκκαλιάς, ο οποίος βιαζόταν να πάει να συναντήσει στην άλλη άκρη της πόλης τον Γιώργο Κουμεντάκη για φωτογράφιση), σχολιάζει σκεφτικός: «Φαίνεται ότι μισοσυνειδητά μισοασυνείδητα, ως συγγραφέας πιάνεις να γράψεις ένα βιβλίο και εκεί φτάνεις στο ζενίθ των δυνατοτήτων σου. Αυτό μάλλον είδαν στη “Νίκη” οι ξένοι κριτές. Αλλά αν ρωτήσεις εμένα, εγώ αυτό το κατάφερα με τον “Φοίνικα”. Είναι η προσωπική μου Βίβλος. Είναι το βιβλίο στο οποίο ξεδιπλώνω τον εαυτό μου, περισσότερο, ίσως, από όλα τα άλλα. Και για τη “Φωνή” μιλάει ακόμη ο κόσμος. Εκεί που απέτυχα καλλιτεχνικά είναι στον “Υπερσυντέλικο”, με την έννοια ότι απέχει το αποτέλεσμα από τις αρχικές μου προθέσεις. Ομως ο “Φοίνικας” είναι το καλύτερό μου βιβλίο. Αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη».

Τρώμε όλοι μαζί πλέον και το απολαμβάνουμε αδειάζοντας δύο μπουκάλια κόκκινο κρασί. Τότε μου ‘ρχεται: τι θα έκανε αν τα βιβλία του δεν είχαν απήχηση; Εχει έτοιμη την απάντηση. «Θα γινόμουν μάχιμος ποινικολόγος. Και θα ήμουν πολύ καλός. Με ενδιαφέρει το story-telling. Και η δικηγορία το έχει αυτό. Η σχέση μου δεν είναι με το γράψιμο, είναι με την αφήγηση. Ιδανικά, αυτό γίνεται γράφοντας βιβλία, αλλά μπορεί να γίνει και όταν υπερασπίζεσαι μια υπόθεση. Θυμάμαι τι στόρι-τέλερ ήταν ο ογκολόγος της μάνας μου: της έλεγε την ιστορία της νόσου με τέτοιο τρόπο ώστε η μάνα μου να θέλει να την παλέψει».

​​​​​​Οταν σηκώνουμε τα ποτήρια να πιούμε όλοι μαζί, ευχόμαστε στο βραβείο. «Πάντα τέτοια». «Πάντα υγεία», τονίζει ο Χωμενίδης. «Ξέρεις με τι ξεγλιστράω; Λέγοντας πως αυτό είναι ένα βραβείο για την Ελλάδα. Αυτό σε βγάζει από τη δύσκολη θέση, την αμηχανία». «Ναι, αλλά ισχύει», αντιλέγω. «Φυσικά και ισχύει», κάνει τώρα πιο σοβαρά. «Πάντα σε αγγίζει αυτό. Εδώ, κάθε φορά που άκουγα το ελληνικό τραγούδι στον “Εξορκιστή” με έπιανε μια συγκίνηση».

christos-chomenidis-pira-to-vraveio-tin-katallili-stigmi0
«Φαίνεται ότι μισοσυνειδητά μισοασυνείδητα, ως συγγραφέας πιάνεις να γράψεις ένα βιβλίο και εκεί φτάνεις στο ζενίθ των δυνατοτήτων σου. Αυτό μάλλον είδαν στη “Νίκη” οι ξένοι κριτές. Αλλά αν ρωτήσεις εμένα, εγώ αυτό το κατάφερα με τον “Φοίνικα”. Είναι η προσωπική μου Βίβλος». Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, θέλω να βρω τον παππού και να του μιλήσω

Το 1986, εικοσάχρονος τότε και παντελώς άγνωστος, ο Χωμενίδης χτυπάει την πόρτα του αείμνηστου Ανταίου Χρυσοστομίδη, διευθυντή του Playboy. Του δίνει ένα διήγημά του, στο οποίο αποκαλύπτεται ότι ο αφηγητής δεν είναι ένας καρκινοπαθής αλλά ο ίδιος ο… καρκίνος. Ο Χρυσοστομίδης ενθουσιάζεται, αλλά η δημοσίευση καθυστερεί. Ο Χωμενίδης «κατασκηνώνει» στα γραφεία του περιοδικού, κοντά στο Πρώτο Νεκροταφείο. «Εγινα φίλος με τη γραμματέα του. Τον περίμενα να βγει για μια στιγμή από το γραφείο του για να με θυμηθεί. Τελικώς, τον Φεβρουάριο του 1988 δημοσιεύτηκε. Την επιταγή των 40.000 δραχμών που μου έδωσε ως αμοιβή τη φωτοτύπησα προτού την εισπράξω. Το τεύχος είχε εξώφυλλο την Μπριγκίτε Νίλσεν. Ετρεχε ο κόσμος στην Ομόνοια το Σάββατο το βράδυ, αγόραζε περιοδικά και εφημερίδες και τα διάβαζε επί τόπου. Πήγαινα λοιπόν και χωνόμουν ανάμεσά τους να δω, διαβάζουν το δικό μου διήγημα;».

Τι του έμεινε από αυτή την ιστορία; «Είχα από την αρχή αποφασίσει ότι θέλω η παρθενική μου εμφάνιση ως συγγραφέα να μη γίνει σε λογοτεχνικό περιοδικό, αλλά σε περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας. Και να πληρωθώ γι’ αυτό. Ξέρεις, είμαι λαϊκός συγγραφέας εγώ. Θαυμάζω τον Τσιφόρο, τον Μποστ – σπουδαίοι γραφιάδες που το λογοτεχνικό σινάφι περιφρονεί».

Οταν κυκλοφορεί, πάντως, το πρώτο του βιβλίο, το «Σοφό παιδί» το 1993, αγκαλιάζεται και από το ευρύ κοινό και από την κριτική. «Είμαι ευγνώμων στον Θεόφιλο Φραγκόπουλο και στον Δημήτρη Δασκαλόπουλο. Ο Φραγκόπουλος έγραψε στη “Μεσημβρινή” ότι αυτό είναι το πρώτο ελληνικό μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Ο Δασκαλόπουλος διερωτήθηκε αν βρέθηκε ο νέος Καραγάτσης. 

Η φράση του αυτή μνημονεύεται συχνά, αλλά ξεχνούν το ερωτηματικό στο τέλος. Επιμένω πάντοτε να θυμίζω σε όλους αυτό το ερωτηματικό». Φεύγει για λίγο απ’ το σπίτι για να φέρει τη Νίκη απ’ το σχολικό. «Κοιτάξτε ποια σας φέρνω!» λέει όλος χαρά όταν επιστρέφει. Η Νίκη έχει μια φυσική συστολή απέναντι σε έναν άγνωστο ενήλικο. «Ο Ηλίας έχει μπει σε κλουβί στη θάλασσα με λευκούς καρχαρίες απ’ έξω», φωνάζει ο Χωμενίδης, που λατρεύει κάθε εξτραβαγκάνζα, «Νίκη, δες τις φωτογραφίες του». Η Νίκη υπομένει εμένα και τα σκυλόψαρα της Νότιας Αφρικής πολύ γλυκά και ευγενικά. Οταν τρώει ένα τοστ, έχει πέσει πια η νύχτα. «Μείνε, μη φεύγεις ακόμη», λέει ο Χωμενίδης. Βρίσκω την ευκαιρία: πώς και δεν έκανε ποτέ βιβλίο την εκτέλεση του παππού του, εκ των ιδρυτών του ΕΑΜ, από τους Γερμανούς. «Τρελαίνομαι με αυτή την ιστορία αλλά… έχασα τόσο νωρίς τον πατέρα μου, δεν μου μίλησε ποτέ για τον Χρήστο Χωμενίδη. Αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, θέλω να τον βρω και να του μιλήσω. Αυτό θα είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνω όταν πεθάνω».

Πήρα το πείσμα από τη μαμά μου

«Είχα πάντοτε μια αποκοτιά. Δεν κώλωνα», λέει τρώγοντας βιαστικά, πληθωρικά, όπως μιλάει. «Αν είχα ένα σκοπό και πίστευα ότι είμαι καλός σε αυτό, τον διεκδικούσα με όλο μου το είναι. Νομίζω αυτό το πήρα απ’ τη μαμά μου. Δεν είχα ντροπές ή αναστολές. Και όταν ένιωθα ότι αδικούμαι, είχα επίγνωση του πόσο γελοίος γίνεσαι αν πεις “θα φέρω δικηγόρο”. Σε κάποιον που δεν ήθελε να με πληρώσει για τη δουλειά μου, του είπα: Θα έρχομαι κάθε μέρα στο γραφείο σου και θα λέω σε όποιον μπαίνει: Ξέρετε γιατί είμαι εδώ; Διότι αυτός ο κύριος αρνείται να με πληρώσει. Ε, με πλήρωσε την ίδια στιγμή. Είμαι επαγγελματίας συγγραφέας. Οι αντιμνημονιακοί με ειρωνεύονταν γι’ αυτό. Το γράψιμο όμως είναι δουλειά. Ηθική της εργασίας δεν σημαίνει μόνο κάνω καλά τη δουλειά μου. Σημαίνει ότι πληρώνομαι για τη δουλειά μου».

Η συνάντηση

Γευματίσαμε σπίτι του με παραγγελία από τη Φάρμα Μπράλου: Flap Black Angus με φρέσκια σαλάτα, Rib Eye Black Angus με φρέσκια σαλάτα εις διπλούν, αυγά μάτια πάνω σε πατάτες τηγανητές, πατάτες τηγανητές με πεκορίνο τρούφα, σάλτσα Μπεαρνέζ, ανάμεικτη σαλάτα και σαλάτα Καίσαρα. Ηπιαμε κόκκινο κρασί: Charles Joguet Chinon Silenes (2018) και Beaujolais en Besset. Ακολούθησαν σοκοφρετάκια (πρέπει να τα έφαγα όλα μόνος μου), καφές και τσάι. Ο Χωμενίδης ήθελε να κεράσει την «Κ». Στην εξαιρετική φιλοξενία και στην καλή παρέα συνέβαλε τα μέγιστα και η Γωγώ Μπρέμπου. 

christos-chomenidis-pira-to-vraveio-tin-katallili-stigmi2