ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση της ιδεολογίας

i-psychanalytiki-proseggisi-tis-ideologias-2339510

Πριν από μερικούς μήνες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση το βιβλίο του Γάλλου ψυχαναλυτή και ομαδικού αναλυτή René Kaës, με τίτλο «Η Ιδεολογία», σε μετάφραση Κλήμη Ναυρίδη. Ο Kaës είναι από τους σημαντικότερους εν ζωή Γάλλους ψυχαναλυτές που ασχολήθηκε με τις ομάδες. Ηδη από το ταραγμένο τέλος της δεκαετίας του ’60, μαζί με τον Didier Anzieu, πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια να αρθρωθεί μια ακραιφνώς ψυχαναλυτική θεωρία για τις ομάδες και την κλινική των ομάδων. Το σημαντικό στη δική του θεωρία είναι ότι σε κάθε άτομο ο άλλος (κοινωνία, ομάδα και όχι μόνον η μητέρα ή οι γονείς) εσωτερικεύεται και επηρεάζει το υποκείμενο και έτσι δεν μιλάμε μόνον για υποκειμενικότητα αλλά και για διυποκειμενικότητα. Η «Κ» συνομίλησε με τον μεταφραστή του βιβλίου, ομότιμο καθηγητή Ψυχολογίας ΕΚΠΑ, ψυχαναλυτή και ομαδικό αναλυτή Κλήμη Ναυρίδη.

– Πώς μπορεί να γίνει η προσέγγιση της ιδεολογίας από την πλευρά της ψυχανάλυσης και ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι πιο σημαντικές μέχρι σήμερα καταθέσεις για τη μελέτη της ιδεολογίας με όρους ψυχαναλυτικούς;
– Ο όρος «ιδεολογία» εισάγεται στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Antoine Destutt de Tracy. Ως ιδεολογία, ο ίδιος όριζε ένα σύνολο βασικών απόψεων, πίστεων και δοξασιών, στη βάση των οποίων τα μέλη μιας κοινωνίας αντιλαμβάνονται τις σχέσεις τους με τους άλλους και με τον κόσμο. Επρόκειτο για έναν πολιτικά ουδέτερο ορισμό της ιδεολογίας, βασισμένο σε μια κοινωνική αναπαράσταση των κοινωνιών χωρίς ταξικές διαφορές και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, που παρέμεινε ακλόνητος για αρκετές δεκαετίες.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Μαρξ εισήγαγε μια εντελώς διαφορετική οπτική: υποστήριξε ότι η ιδεολογία συνιστά μια αντεστραμμένη εικόνα της πραγματικότητας, μια λανθασμένη, ψευδή συνείδηση, που παρόλο που είναι διάχυτη στο σύνολο ενός κοινωνικού σώματος, δεν παύει να εξυπηρετεί (εν αγνοία όλων ανεξαιρέτως) τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης τάξης, της άρχουσας τάξης. Με την ιδεολογία ασχολήθηκαν επίσης ο Α. Gramsci, ο G. Lukacs, η Σχολή της Φρανκφούρτης (Horkheimer, Adorno και Marcuse, αρχικά, και Habermas, λίγο αργότερα), και μέσω αυτών, εκείνην του W. Reich και του E. From. Αυτών δηλαδή που συνέδεσαν το όνομά τους με τις πρώτες προσπάθειες να συνδεθεί η θεωρία του μαρξισμού με την ψυχανάλυση, ακριβώς πάνω στο ζήτημα της ιδεολογίας.

i-psychanalytiki-proseggisi-tis-ideologias0
Πριν από μερικούς μήνες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση το βιβλίο του Γάλλου ψυχαναλυτή και ομαδικού αναλυτή René Kaës με τίτλο «Η Ιδεολογία», σε μετάφραση Κλήμη Ναυρίδη.

Oμως, σε ό,τι αφορά την ψυχανάλυση, δεν είχε ακόμα επεκταθεί στο πεδίο των μικρών ομάδων και των θεσμών: τα όριά της έφθαναν ώς εκεί που τα είχε πάει ο ίδιος ο Freud με το «Τοτέμ και ταμπού» (1912) και το «Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του εγώ» (1921), ενώ από το άλλο μέρος, η ιδεολογική λειτουργία εξεταζόταν κοινωνικά (αλλά και ψυχολογικά) σε επίπεδο μεγάλης κλίμακας, σε μακροκοινωνικό επίπεδο, και όχι σε επίπεδο ομάδας. 

Το 1962, ο Joseph Gabel δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο «Η ψευδής συνείδηση: δοκίμιο για την πραγμοποίηση», στο οποίο, κινούμενος σε παρόμοιο πλαίσιο, συνέδεε την ιδεολογία και την ιδεολογικοποίηση με την τρέλα.

Τη δεκαετία του 1970 ο L. Althusser υποστήριξε πως η ιδεολογία είναι δομημένη και λειτουργεί με τον τρόπο του ασυνειδήτου και ο Κορνήλιος Καστοριάδης ότι οι θεσμοί είναι το πολιτικό ασυνείδητο της κοινωνίας.

Είναι γεγονός πως η ιδεολογία συνιστά ένα ιδιαίτερα σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο, με κοινωνικές, πολιτικές, ψυχολογικές κ.ά. διαστάσεις. Είναι εξαιρετικά δύσκολο το εγχείρημα, έως αδύνατο, να συμπεριληφθούν όλα τα επιμέρους επίπεδα και όλες οι διαστάσεις σε μια ενιαία προσέγγιση, αποφεύγοντας τις παγίδες του ψυχολογισμού ή του κοινωνιολογισμού.

– Ποιο είναι το καινοτόμο της κατάθεσης του Kaës σε σχέση με την ιδεολογία;
– Η σημαντική συμβολή του René Kaës, και συγκεκριμένα αυτού του βιβλίου του, κατά τη γνώμη μου συνοψίζεται στα εξής:
η θεωρία του δεν συνιστά ψυχολογισμό. Ο ίδιος δηλαδή δεν επιχειρεί την υπαγωγή αυτού του σύνθετου φαινομένου σε μια του διάσταση, την ψυχαναλυτική. Ο Kaës δεν ασχολείται με τις κοινωνικές και πολιτικές ορίζουσες της ιδεολογίας ούτε με το κοινωνικό και πολιτικό της περιεχόμενο. Αυτό που τον απασχολεί είναι η ψυχική χρήση της ιδεολογίας από τα υποκείμενα, ατομικά και συλλογικά.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η μυθοποιητική λειτουργία γενικότερα και η καταφυγή σε ιδεολογικά σχήματα μπορεί να είναι απολύτως φυσιολογικές και δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη παθολογικές ψυχικές εκδηλώσεις των υποκειμένων.

Τέλος, συνδέει την καταφυγή στο ιδεολογικό και στην ιδεολογικοποίηση με τη διυποκειμενικότητα και το ομαδικό. Εξετάζει δηλαδή την ψυχική χρήση της ιδεολογίας, αφενός στο πεδίο του συγκεκριμένου (ενός ατομικού ή συλλογικού υποκειμένου, μιας οικογένειας, μιας ψυχοθεραπευτικής ομάδας, ενός θεσμού με την έννοια του ιδρύματος) και αφετέρου, στη μικροκλίμακα, στο ενδιάμεσο δηλαδή πεδίο, όπου συναρθρώνονται το ενδοψυχικό, το διυποκειμενικό και το κοινωνικό, αλλά και οι αντίστοιχες επιστημονικές πειθαρχίες και θεωρίες: η ψυχανάλυση με τις θεωρίες του κοινωνικού και του πολιτικού.

i-psychanalytiki-proseggisi-tis-ideologias2
Ο René Kaës είναι από τους σημαντικότερους εν ζωή Γάλλους ψυχαναλυτές που ασχολήθηκαν με τις ομάδες. Αριστερά, το έργο του Πολ Ντελβό «Το χωριό των Σειρήνων», λαδομπογιά, 1942.

Από το άλλο μέρος, με το βιβλίο του αυτό ο Kaës εισάγει θεωρητικές έννοιες, οι οποίες είναι κατ’ εξοχήν θα έλεγα «ανοικτές» και «εξωστρεφείς», προσφέροντας, από την πλευρά της ψυχανάλυσης και αναφορικά με την ιδεολογία, στέρεους θεωρητικούς κρίκους σύνδεσης με τις επιστημονικές πειθαρχίες του κοινωνικού: την πολιτική θεωρία και την κοινωνιολογία.  

– Ενας ιδεολογικά φανατισμένος άνθρωπος είναι απαραίτητα και παθολογικός;
– Ο φανατισμός μπορεί να είναι χαρακτηριστικό κάποιων μορφών ψυχοπαθολογίας. Θα έλεγα, όμως, πως όταν δεν είναι ξεπερνά κάποια όρια και δεν οδηγεί σε πράξεις ακραίας και καταστροφικής βίας, αλλά περιορίζεται στο πάθος με το οποίο προσχωρεί και εντάσσεται κάποιος σε ένα πολιτικό ή θρησκευτικό δόγμα, ο φανατισμός μπορεί να αποτελεί και μια μορφή «φυσιολογικής παθολογίας», με την έννοια ότι προσφέρει σε κάποιους ανθρώπους τη δυνατότητα, σε στιγμές μεγάλης ευαλωτότητας, να «χρησιμοποιούν» ψυχικά το κοινωνικό πρόσχημα μιας ιδεολογικής ένταξης για να αισθάνονται περισσότερο δυνατοί και λιγότερο μόνοι.

Μια μορφή κοινωνικής «τύφλωσης»

– Πείτε μας μερικά παραδείγματα που ένα υποκείμενο ή μια οικογένεια κάνει ψυχική χρήση της ιδεολογίας;
– Πολλές από τις συγκρούσεις –λ.χ. των εφήβων με τους γονείς τους, παρά το γεγονός ότι η ψυχική τους βάση, σε μια πολύ ιδιαίτερη περίοδο ανάπτυξης, τόσο για την οικογένεια και τους γονείς όσο και για τα παιδιά τους, είναι κατ’ εξοχήν συναισθηματική– μπορούν να διεξάγονται με όρους ιδεολογικούς (αριστεροί/δεξιοί, συντηρητικοί/προοδευτικοί κ.λπ.).

i-psychanalytiki-proseggisi-tis-ideologias4
Ο Κλήμης Ναυρίδης, ομότιμος καθηγητής Ψυχολογίας ΕΚΠΑ, ψυχαναλυτής και ομαδικός αναλυτής.

– Ιδίως σε μια χώρα ιστορικά φορτισμένη όπως η δική μας, που ακόμα και στην πρόσφατη ιστορία έχει ανάγκη από πόλωση τύπου Αριστερά – Δεξιά, «Ναι ή όχι», πώς έχει ψυχικά καταγραφεί η ιδεολογία;
Αναντίρρητα, οι όροι Αριστερά και Δεξιά στη χώρα μας έχουν μια συγκεκριμένη φόρτιση, για λόγους ιστορικούς και πολιτικούς, όπως αντίστοιχα συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Oμως, ως πολιτικοϊδεολογικές κατηγορίες συσπειρώνουν η κάθε μία τους οπαδούς της (διαχωρίζοντάς τους ταυτόχρονα από το σύνολο των οπαδών της άλλης) με εντάσεις που έχουν και καθαρά ψυχολογικές ορίζουσες, ενώ δεν είναι ίδιες για όλους, και διαχρονικά υπόκεινται σε μεταβολές.

– Πότε καταλήγει για κάποιον να γίνεται τύφλωση; Ή άρνηση της πραγματικότητας;
Ο φανατισμός μπορούμε να πούμε ότι συνιστά μια μορφή κοινωνικής «τύφλωσης», με την έννοια ότι το στοιχείο της υπερβολής που τον χαρακτηρίζει βοηθάει τους φανατικούς και τις συλλογικότητες που αυτοί σχηματίζουν να μη «βλέπουν» ψυχικά την πραγματικότητά τους, δηλαδή να τη διαψεύδουν, να την αρνούνται ή να την προβάλλουν σε μια άλλη κοινωνική ομάδα, την οποία συνακόλουθα στοχοποιούν, στρέφοντας εναντίον της και με φανατισμό την επιθετικότητά τους. Στις μέρες μας μπορεί να είναι λ.χ. η περίπτωση της θρησκευτικής ριζοσπαστικοποίησης που οδηγεί σε πράξεις ακραίας βίας, όπου το αίσθημα της ηρωικής παντοδυναμίας που φαίνεται να διακατέχει τους τρομοκράτες συνιστά ένα είδος ψυχολογικού αντίδοτου σ’ αυτό που οι ίδιοι βιώνουν κοινωνικά σε επίπεδο πραγματικότητας: απόλυτη αδυναμία, απειλή αφανισμού, αδιέξοδο και απελπισία.