ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ζητούσα από την τέχνη την εξιλέωση

gkkt_09_1201_page_1_image_0003

Ο Μάκης Θεοφυλακτόπουλος δεν είναι μόνον ο ζωγράφος των ζωγράφων, όπως τον αποκαλούν, εξαιτίας της εκτίμησης που τρέφουν οι συνάδελφοι για το έργο του, αλλά αναδεικνύεται από τους λίγους εκείνους καλλιτέχνες που όσο μεγαλώνουν προχωρούν συνεχώς και εξελίσσουν την τέχνη τους. Με 23 νέα έργα επανέρχεται στην γκαλερί Citronne στο Κολωνάκι. Νέα έργα, νέες τεχνικές και υλικά, και εκείνος ακμαίος με δημιουργικό κέφι. Είχαμε να συναντηθούμε δέκα χρόνια. Η τωρινή μας συνάντηση αρχικά αναβλήθηκε πολλές φορές. Κατορθώσαμε όμως τελικά να συνομιλήσουμε τηλεφωνικά γι’ αυτή την έκθεση, αλλά δεν ήταν αρκετό· η συζήτησή μας συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα, που συναντηθήκαμε στην γκαλερί. Μη χάσετε αυτή την έκθεση.

– Εκθέτετε καινούργια έργα;
– Εκτός από τα μεγάλα λάδια που έχουν γίνει κάποια χρόνια πριν, όλα τα υπόλοιπα που είναι με μαρκαδόρο είναι τον τελευταίο χρόνο.

– Εξερευνάτε τις δυνατότητες όλων των υλικών. Είναι εντυπωσιακά αυτά τα έργα εάν αναλογιστεί κάποιος ότι έχουν γίνει με μαρκαδόρο.
– Το καινούργιο υλικό, ένας ανεξίτηλος μαρκαδόρος, συνήθως βοηθάει όσους κάνουν γραφιστική τέχνη. Εγώ το πήρα για να κάνω πολύ γρήγορα σχέδια από τα οποία μπορείς να κάνεις τριάντα σχέδια και να κρατήσεις ένα ή και κανένα. Αλλά, δουλεύοντάς το, είδα ότι μπορεί να δουλευτεί σχεδόν όπως το λάδι. Αυτό το καινούργιο υλικό μπορούσα να το πλάσω όπως παλιότερα το λάδι πάνω σε ένα έργο –αν δεν μου αρέσει το κάνω κάτι άλλο–, είναι μια παλιά διαδικασία που την κάνουν πολλοί ζωγράφοι, καταργώντας κάτι που είναι καλό και περιμένοντας μέσα από την καταστροφή –όπως συμβαίνει και στη ζωή πολλές φορές– να προκύψει ένα φως. Eτσι λοιπόν είδα με τον μαρκαδόρο ότι μπορώ να επανέρχομαι όπως και με το λάδι. Αυτό μου έδωσε μεγάλη όρεξη. Εχει μεγάλη σημασία για μένα, και δεν λέω ότι αυτά τα έργα έχουν μεγάλη αξία, δεν με ενδιαφέρει καθόλου, εκείνο που με ενδιαφέρει, που κέρδισα από αυτήν τη δουλειά, είναι ένα μεγάλο κέφι. Eνιωσα ότι αποδίδει κάτι καλό. Oταν άκουσα καλές κουβέντες από το σινάφι, είδα ότι βρίσκομαι σε καλό δρόμο. Βαθιά μέσα η ψυχή του καλλιτέχνη, παρόλο που προσπαθεί να διώξει κάθε βλέμμα από το έργο του, αναζητεί τη γνώμη των άλλων καλλιτεχνών.

– Μου άρεσε που εστιάσατε στο κέφι, ότι ο μαρκαδόρος σάς έφτιαξε τη διάθεση. Πόσο δύσκολα ή εύκολα χάνετε το δημιουργικό κέφι σας, να επιθυμείτε να ξαναμπείτε στην περιπέτεια;
– Η τέχνη είναι μια περιπέτεια, και μάλιστα ακίνδυνη, γιατί υπάρχουν και περιπέτειες που είναι επικίνδυνες· εμάς η ζωή μας όμως δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο, καθόμαστε στο ατελιέ ή στο σπίτι μας και ζωγραφίζουμε. Γιατί να πρέπει να φοβηθούμε να χαλάσουμε ένα έργο; Aλλοι παίζουν τη ζωή τους προκειμένου να κερδίσουν κάτι.

Μπορούσα να καταργώ έργα συνέχεια, και ας ήταν και καλά, σκεφτόμενος ότι δεν έχω κάτι να χάσω, είμαι ασφαλής στο ατελιέ με τη θαλπωρή των σκυλιών μου. Πρέπει στην τέχνη να αποτυχαίνεις· βέβαια, στους πολύ σπουδαίους η αποτυχία έχει ενδιαφέρον, σε εμάς τους μικρότερους η αποτυχία δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, παρά μόνον οι επιτυχίες μας. Τώρα, όσον αφορά στο κέφι, για να μιλήσω για τον εαυτό μου, ήμουν κάποτε με το ένα πόδι στο ατελιέ και με το άλλο πόδι σε άλλα πράγματα, τα οποία δεν ήταν πνευματικού χαρακτήρα. Μου άρεσαν πολύ οι μηχανές, τα αυτοκίνητα, δεν ήμουν από τους καλλιτέχνες που όταν δεν δουλεύουν πάνε σε μια βιβλιοθήκη και διαβάζουν λογοτεχνία ή ποίηση ή πάνε στο θέατρο, χωρίς να λέω ότι είναι καλό ή κακό. Εγώ δεν ήμουν μέσα στην πνευματική τροφή. Eνα μεγάλο μέρος της ζωής μου το πέρασα σε 4 ή 2 ρόδες, έβλεπα τοπία εν κινήσει. Απολάμβανα τη ζωή φουλαριστός· ήταν ένα είδος ψυχαναγκασμού θα έλεγα. Αυτό το πάθος με έβγαζε αρκετά από την προτεραιότητά μου που ήταν η ζωγραφική. Eκανα μεγάλα σκασιαρχεία, διότι για κάποιο λόγο τα είχα ανάγκη. Εδώ θα μπορούσα να πω ότι αυτός ήταν ένας μεγάλος λόγος που είχα μεγάλες παύσεις.

zitoysa-apo-tin-techni-tin-exileosi0
Χωρίς τίτλο. Ανεξίτηλοι μαρκαδόροι σε χαρτόνι. 2019.

Η καλύτερη κληρονομιά είναι η ισορροπία της ψυχής

– Δεν αισθάνεστε, πάντως, ότι έχετε πλέον κατακτήσει τον θαυμασμό των συναδέλφων σας;
– Δεν νιώθω ένας ζωγράφος που έχει κατακτήσει το κοινό του. Ετσι λοιπόν διατηρώ αυτές τις ευλογημένες αμφιβολίες του περί τίνος πρόκειται. Δεν μπορείς να μην αμφιβάλλεις κάπως, και μέσα από αυτές τις γνωστές αμφιβολίες, που ακόμη και καταξιωμένοι καλλιτέχνες πορεύτηκαν μέσα από όλα αυτά, έρχεται κάποια στιγμή που μπορεί κάποιος να τα καταφέρει και να ακούσει κουβέντες που εκτιμάει. Οταν κάθεσαι όμως πάλι να δουλέψεις, τα ξεχνάς όλα αυτά. Δεν νομίζω ότι κάθεται κανείς να δουλέψει με την αίσθηση του καταξιωμένου. Κάθεσαι στο θρανίο με τις ίδιες αμφιβολίες, αγωνίες. Νομίζω όλοι έχουμε το βάσανό μας, δεν υπάρχει καλλιτέχνης που δεν βασανίζεται.

– Είχατε μεγάλη ανάγκη επαφής με το σώμα, με την αδρεναλίνη του, ίσως.
– Ναι, πολύ σωστά το εντοπίζετε. Και εγώ έχω δώσει μια ερμηνεία για τον εαυτό μου, αν και δεν θέλω να μπαίνω στα χωράφια ειδικών· θα έλεγα ότι στο βάθος υπήρχε μια κατάθλιψη, και προσπαθούσα να της ξεφύγω. Τώρα θα μπορούσε να είναι μια υπαρξιακή κατάθλιψη, σε αυτή την ηλικία που είμαι, για το πώς νιώθει κάποιος στο τέλος του, μια αγωνία με ένα σύννεφο κατάθλιψης. Με τα γκάζια προσπαθούσα να ξεφύγω, αλλά δεν ξεφεύγει κανείς. Απλώς ξεχνιέται για λίγο και αυτό ίσως ήταν και ο λόγος που μετά ζωγράφιζα πολύ, ήταν ένα αντικαταθλιπτικό το οποίο είχε και ένα κακό. Οι λόγοι που με οδηγούσαν στο να ξεφεύγω από την κατάθλιψη, οι ίδιοι με οδηγούσαν ξανά στο τελάρο.

– Ισως μια ενοχή σάς οδηγούσε φουλαριστό στην τέχνη.
– Πόσο καλά το λέτε αυτό. Με όλα αυτά τα πάθη είχα μια χαμένη αυτοεκτίμηση, επειδή δεν μπορούσα να διώξω πράγματα που έβλεπα ότι με καταστρέφουν αλλά είχα εξάρτηση από αυτά. Οταν βρισκόμουν μπροστά στο τελάρο, όλη η χαμένη μου αυτοεκτίμηση, οι φόβοι μου, οι ψυχαναγκασμοί μου, οι αποτυχίες μου στο πώς φερόμουν στον εαυτό μου και στους άλλους, το κακό μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάγκη να τα παίξω όλα για όλα δημιουργικά για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι μπορώ να κάνω κάτι καλό. Και το τελάρο απορροφούσε το κακό, τις ανασφάλειες, τις επιθετικότητες, την κατάθλιψη, το άγχος μου. Επρεπε να παλέψω για να κάνω κάτι καλό. Εκεί λοιπόν λειτουργούσε η τέχνη στον τρόπο που έπρεπε να υπάρξω στη ζωή. Ζητούσα την εξιλέωση. Ολο αυτό με έκανε να δώσω στην τέχνη ό,τι είχα και δεν είχα.

Δεν κληρονόμησα έναν ισορροπημένο ψυχισμό, γι’ αυτό έλεγα ότι η καλύτερη κληρονομιά που μπορεί να πάρει κάποιος είναι η ισορροπία της ψυχής. Νομίζω ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή ενός ανθρώπου, γιατί εκεί μέσα παίζεται το παιχνίδι της ζωής. Κάποιοι έχουν αυτό το δώρο να αισθάνονται καλά, που μπορεί να είναι χημικό του εγκεφάλου, μπορεί να μεγάλωσαν καλά, και άλλοι προσπαθούν και τρέχουν και δεν το καταφέρνουν. Αλλά όλα άδικα είναι στον κόσμο, πώς θα υπήρχε δικαιοσύνη και σε αυτό;

– Η ταλαιπωρία της ψυχής φαίνεται από το σκάψιμο του τελάρου. Τα έργα σας έχουν μεγάλο σκάψιμο και το ένα έργο κρύβει το άλλο.
– Ποιος καλλιτέχνης που έκανε κάτι άξιο λόγου δεν παιδεύτηκε τελικά; Το παίδεμα έχει διαφορετικούς τρόπους. Αλλος παιδεύεται με το τσεκούρι, ο θερμοκέφαλος καλλιτέχνης, και άλλος με το ίδιο πάθος, με ένα νυστέρι. Το πάθος, για παράδειγμα, του Μοντριάν είναι ένα τεράστιο πάθος αλλά ήταν με το χειρουργικό νυστέρι. Ο Βαν Γκογκ ήταν με το τσεκούρι.

– Εχετε πει ότι κάποιοι καλλιτέχνες δεν βελτιώνονται όσο μεγαλώνουν. Εσείς με αυτά τα καινούργια έργα αποδεικνύετε το αντίθετο.
– Είναι εξαιρέσεις αυτοί οι καλλιτέχνες και μάλλον ανήκω στις εξαιρέσεις. Φέτος κλείνω τα 81 και αναρωτιέμαι για ποιο λόγο εγώ που ήμουν πάντα «ψυχάκιας» βρίσκομαι σε τρομερό δημιουργικό κέφι, περνάω ωραία γεράματα, χαίρομαι τη ζωή και γίνομαι και λίγο καλύτερος άνθρωπος; Πιστεύω λίγο στην τύχη. Από τύχη ζω. Εκανα ό,τι χρειαζόταν για να πεθάνω στα 50 μου ή στα 60 μου. Ηταν αυτοκτονικός ο τρόπος που ζούσα, και μόνο το πόσες φορές είχα δει ανάσκελα την άσφαλτο, αλλά σηκωνόμουν όρθιος και έφτασα στα 81. Και εύχομαι να συνεχιστεί αυτή η τύχη καμιά τριανταριά χρόνια ακόμη.

Η έκθεση «Συνέχειες» παρουσιάζεται μέχρι το τέλος Ιανουαρίου στην γκαλερί Citronne (Πατριάρχου Ιωακείμ 19, Κολωνάκι, 210-72.35.226). Σε επιμέλεια Θεόφιλου Τραμπούλη.