ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ευγενία Φακίνου στην «Κ»: Εχουμε ανάγκη την ποίηση των απλών πραγμάτων

gkkt_14_3105_page_1_image_0001-2

Δύο χρόνια μετά τη «Νυχτερινή ακρόαση», επιστρέφει με τα «Γράμματα στη Χιονάτη» (εκδόσεις Καστανιώτη), ένα βιβλίο γραμμένο στην προ κορωνοϊού εποχή, με βασικό χαρακτήρα μια γυναίκα σε οικειοθελή απομόνωση, σ’ έναν εγκλεισμό από επιλογή –και μάλιστα σε ένα χωριό που εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του λόγω κατολισθήσεων–, χωρίς ανθρώπινες συναναστροφές, γεμάτη φόβο, απελπισία και ανασφάλεια. «Ομολογώ ότι, όταν ήρθε η πανδημία, με τρόμαξαν οι συμπτώσεις», λέει η Ευγενία Φακίνου. «Η μοναξιά της ηρωίδας έγινε όλων μας, η σιωπή της έγινε δική μας, η μνήμη πήρε το πάνω χέρι και μας έφερε σε δύσκολη θέση. Πάντως στη ζωή μου έχω μάθει να αξιολογώ και να βάζω στη σωστή –κατά την άποψή μου– θέση τα προβλήματα. Με προβληματίζει η κυκλοφορία του βιβλίου μου σε τόσο πρωτόγνωρες συνθήκες (χωρίς παρουσιάσεις, συναντήσεις με αναγνώστες, υπογραφές αντιτύπων, δυσκολίες με τις αποστολές βιβλίων), αλλά περισσότερο με απασχολούν οι ανατροπές στην καθημερινότητά μας, η απουσία των φίλων, οι τόσοι άνεργοι, η μεγάλη ανασφάλεια. Αυτά, νομίζω, ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία, ευρύτερα εννοώ, έστω κι αν για έναν συγγραφέα είναι πολύ σημαντικό το να διαβαστεί το βιβλίο του».

– Οπως καταρρέει ο οικισμός στο βιβλίο σας κατέρρευσε και η ζωή μας όπως την ξέραμε. Πώς φαντάζεστε τον κόσμο μας μετά το τέλος της πανδημίας;
– Οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό λόγω κατολισθήσεων, εμείς αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε τη συνηθισμένη καθημερινότητά μας. Μετά το τέλος της πανδημίας θα ήταν θαύμα αν καταφέρναμε να διατηρήσουμε τα καλά στοιχεία (αυτοπειθαρχία, αλληλεγγύη και συνειδητοποίηση των προβλημάτων). Ομως, πολύ φοβάμαι, ότι μετά τον πρώτο καιρό, μετά την ανακούφιση που θα φέρει η εύρεση εμβολίου ή θεραπείας, θα αναδυθούν όλες οι παλιές κακές μας συνήθειες. Αδιαφορία για τους άλλους, για τους κανόνες, το «δε βαριέσαι» ξανά να κυριαρχεί. Αλλά μπορεί, και θα ήθελα, να κάνω λάθος.

– Εσείς φοβάστε τον κορωνοϊό;
– Ανήκω στις ομάδες υψηλού κινδύνου, οπότε παραμένω και θα παραμείνω σε αυστηρή καραντίνα. Ναι, φοβάμαι γενικώς, και πριν από την πανδημία φοβόμουν, πόσο μάλλον τώρα που αισθάνομαι εκτεθειμένη στον αόρατο κίνδυνο. Ο κορωνοϊός όμως, που έπληξε εύρωστες κοινωνίες, ανέδειξε την αδυναμία των ανθρώπων, γκρέμισε την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι υπό έλεγχο και μας θύμισε πόσο ευάλωτοι είμαστε.

– Η κεντρική ηρωίδα δεν έχει όνομα, είναι απλώς «η γυναίκα»; Γιατί;
– Ο συγγραφέας κάνει τις επιλογές του κάθε φορά, άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε ασυνείδητα. Βασανίζομαι πολύ με τα ονόματα των ηρωίδων μου, προσπαθώ πάντα –ή σχεδόν πάντα– να σηματοδοτούν κάτι από τον χαρακτήρα τους. Η ηρωίδα αυτού του βιβλίου, που δεν είχε τίποτα δικό της, που δεν ήλπιζε παρά μόνο στο «άλλο χιόνι», δεν θα είχε ούτε όνομα. Θα ήταν απλώς μία από εμάς.

– «Ο κόσμος δεν έχει πια ανάγκη την ποίηση και τους ποιητές…», λέει η γυναίκα. Τι έχει ανάγκη σήμερα ο κόσμος;
– Η φράση που αναφέρετε είναι άποψη της ηρωίδας μου, συμβατή με τον χαρακτήρα και τις συνθήκες της ζωής της. Αυτό δεν σημαίνει ότι προσωπικά ενστερνίζομαι όσα λέει. Για μένα ποίηση είναι, όταν σηκώνομαι στις πέντε κι ακούω τα πρώτα πουλιά, όταν ένα παιδάκι κόβει ένα λουλούδι και το δίνει στη μάνα του, κάθε τι που θεωρούμε αυτονόητο (ενώ δεν είναι), οι απλές καθημερινές πράξεις, η αγία ρουτίνα, η ύπαρξη των ανθρώπων δίπλα μας, όλα αυτά είναι ποίηση. Νομίζω ότι σήμερα ο κόσμος, μετά την τραυματική εμπειρία του εγκλεισμού και τον διάχυτο φόβο, έχει ανάγκη ν’ ανακαλύψει πάλι την ποίηση των απλών πραγμάτων.


Τα «Γράμματα στη Χιονάτη» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

 

– Η γυναίκα αυτή έχει περάσει ένα έμφραγμα, όπως εσείς. Σας άλλαξε αυτή η περιπέτεια της υγείας σας και με ποιον τρόπο;
– Εχω περάσει και χειρότερες, πιο επικίνδυνες περιπέτειες με την υγεία μου παλαιότερα, επομένως έχω αλλάξει εδώ και χρόνια. Δεν θεωρώ τίποτε αυτονόητο και δεδομένο, όλα μπορούν ν’ αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Νομίζω ότι με τον καιρό, με την ηλικία, έχω γίνει πιο επιεικής με τον εαυτό μου και με τους άλλους, πιο γενναιόδωρη, συγχρόνως όμως πιο φοβισμένη, και πάντα ανέτοιμη για το αναπάντεχο.

– Εχετε σύζυγο και παιδιά, είστε μια οικογένεια δεμένη. Κι όμως, γράφετε τόσο πολύ για τη μοναξιά; Γιατί; Πόσο καλά την γνωρίζετε;
– Ο άνθρωπος πορεύεται πάντα μόνος του, ακόμα κι αν περιβάλλεται από αγαπημένα πρόσωπα. Ο σωματικός ή ψυχικός πόνος, η ανασφάλεια, ο φόβος του θανάτου δεν μοιράζονται (κι ας λέει η παροιμία: πόνος που μοιράζεται κάπως μετριάζεται)… Ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του καλείται να τ’ αντιμετωπίσει με τον καλύτερο τρόπο. Ισως, όλη αυτή η αίσθηση της μοναξιάς να πηγάζει από την παιδική μου ηλικία, όταν έπρεπε να διαχειριστώ (επειδή ο πατέρας μου ήταν ναυτικός και η μητέρα μου έκανε ενέσεις κι έλειπε ώρες από το σπίτι) τον φόβο μου τις νύχτες, να σπρώχνω τον χρόνο –μέχρι να γυρίσει η μητέρα μου– αφηγούμενη στον εαυτό μου ιστορίες, δηλαδή να με παρηγορώ. Από την άλλη, αγαπώ και γοητεύομαι από τις μοναχικές γυναίκες, αυτές που «πάσχουν» από αειφυγία, που δεν βολεύονται και διαρκώς ψάχνουν. Συγγραφική εμμονή, τι να κάνουμε;

Οι νέοι συγγραφείς ας αποφύγουν ευκολίες και απομιμήσεις

– «Η αγάπη δεν πιάνεται, δεν ορίζεται, συμβαίνει». Ακούγεται μοιρολατρικό… Πώς το εννοείτε;
– Αυτή είναι πάλι μια φράση της ηρωίδας, της γυναίκας χωρίς όνομα, που έχει χάσει κάθε ελπίδα. Εννοεί, λοιπόν, αν την έχω ψυχολογήσει σωστά, ότι η αγάπη δεν είναι αποτέλεσμα προσπάθειας ή επιθυμίας, επειδή η ίδια προφανώς είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς και επιθυμήσει διακαώς. Θεωρεί ότι απλώς συμβαίνει, ενδεχομένως από τύχη, κάτι που εκείνη δεν είχε.

– «Γίνε λίγο εγωίστρια, Χιονάτη μου». Εχετε μετανιώσει, ίσως, που δεν υπήρξατε περισσότερο εγωίστρια;
– Υπήρξα πολύ δοτική στη ζωή μου και δεν το έχω μετανιώσει. Ισως ο υγιής εγωισμός να θέτει όρια στην καταπίεση από άλλους.

– Από τους ήρωες και τις ηρωίδες των βιβλίων σας, ποιος σας έχει περισσότερο ταλαιπωρήσει, μέχρι να τον κατανοήσετε και να τον «συστήσετε» στους αναγνώστες σας;
– Ο καθένας ή η καθεμιά τους είχε τις δυσκολίες του/της. Αλλωστε αυτή είναι η πρόκληση για τον συγγραφέα, να «μπει στο πετσί» του/της, να τον/την υποδυθεί, σκηνοθέτης και ηθοποιός συγχρόνως, να σκέφτεται και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τον χαρακτήρα που έχει σχεδιάσει, έστω κι αν αρκετές φορές οι ήρωες αυτονομούνται και κάνουν τα δικά τους, που επειδή μας ξαφνιάζουν, τα αποδεχόμαστε όπως τα καπρίτσια μιας ντίβας. Η ηρωίδα του «Γράμματα στη Χιονάτη», με τον ταραγμένο εσωτερικό της κόσμο, τις ατελείωτες νοερές συζητήσεις με την «Αλλη», δημιουργούσε έντονες καταστάσεις, που δεν είχα υπολογίσει και με επηρέαζαν ψυχικώς στην πραγματική μου ζωή –αυτός ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, μοιάζει με αιχμαλωσία–, αλλά αφέθηκα ενστικτωδώς να την ακολουθήσω.

– Είναι τελικά η αγάπη η μέγιστη πλάνη; Ή μήπως ο ύψιστος σκοπός; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει στον αναγνώστη το βιβλίο. Εσείς το έχετε απαντήσει;
– Μπορεί να αποδειχθεί μέγιστη πλάνη, αλλά θα παραμείνει ο ύψιστος σκοπός: Να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε.

– Το ραδιόφωνο «παίζει» και σ’ αυτό το βιβλίο…
– Το ραδιόφωνο συντροφεύει χωρίς να καταδυναστεύει. Ειδικότερα στην εποχή που ζούμε, έχουμε ανάγκη την αμεσότητα, την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση, οι δημοσιογράφοι έγιναν μέρος της καθημερινότητάς μας, φίλοι μας. Βεβαίως, εξαρτάται από εμάς τι επιλέγουμε να ακούμε.

– Τι πρέπει να αποφύγει και τι να επιδιώξει ο συγγραφέας για να κερδίσει τον αναγνώστη; Τι έχετε καταλάβει τόσα χρόνια στο «εκδοτικό κουρμπέτι»;
– Αν αρχίσει να σκέφτεται πώς θα κερδίσει τον αναγνώστη, ξεκινάει από λάθος αφετηρία. Ο σκοπός του είναι πώς θα καταφέρει να μεταφέρει στο χαρτί αυτό που είναι σαν σύννεφο στο μυαλό του, ποια γωνία θα επιλέξει για να φωτίσει τα γεγονότα, οι χαρακτήρες να είναι
συμβατοί με τις πράξεις τους, και –προσωπικά– να δίνω χώρο στον αναγνώστη, μ’ έναν τρόπο να τον κάνω συν-συγγραφέα, αφήνοντας συνήθως «ανοιχτό» το τέλος του βιβλίου. Κι αν έχω καταλάβει κάτιτόσα χρόνια, είναι ότι κάθε βιβλίο έχει την τύχη του. Καλά βιβλία πέρασαν απαρατήρητα, ενώ άλλα είχαν απρόσμενη επιτυχία.

– Τα βιβλία σας που είχαν τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία ήταν αυτά που εσείς θεωρούσατε καλύτερα;
Ξέρετε, άλλες οι κυκλοφορίες της δεκαετίας του ’80 ή του ’90, κι άλλες οι σημερινές. Πάντως, για να μη νομίσετε ότι αποφεύγω την απάντηση, λυπήθηκα που «Το Τρένο των Νεφών» (2011, εκδόσεις Καστανιώτη), ένα βιβλίο που απόλαυσα το γράψιμό του, μια πρόκληση διακειμενικότητας –με εμβόλιμα αποσπάσματα από 26 εμβληματικά βιβλία της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας–, δεν είχε την ανταπόκριση που περίμενα. Κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να μαντέψει την πορεία που θα έχει ένα βιβλίο του.

– Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας έκανε εντύπωση;
– Oχι τελευταία, επειδή όταν γράφω αδυνατώ να διαβάσω, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, όμως χωρίς δισταγμό θα πω: «Το αρχέγονο», της Πολωνής Ολγκα Τοκάρτσουκ (Νομπέλ Λογοτεχνίας 2018), εκδόσεις Καστανιώτη. Ξεχωριστό, ασυνήθιστο και απίστευτα γοητευτικό. Μάλιστα, αυτές τις μέρες κυκλοφορεί και το νέο της βιβλίο «Πλάνητες», από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

– Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο συγγραφέα που τώρα ξεκινάει την πορεία του;
– Δεν νομίζω ότι ωφελούν οι συμβουλές, ο καθένας καταλαβαίνει τι πρέπει να κάνει, τι μπορεί να κάνει. Ας είναι ειλικρινής με το θέμα και τον εαυτό του, ας μην υποδυθεί κάτι που δεν είναι, ας αποφύγει τις ευκολίες και τις απομιμήσεις.