ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Το lockdown του Ντέιβιντ Χόκνεϊ

David & Ruby dans l’ atelier en Normandie (Ο Ντέιβιντ και η Ρούμπι στο στούντιο της Νορμανδίας), 25 Μαΐου 2020.

Κάποιοι καλλιτέχνες προμηνύουν το αύριο, χωρίς και οι ίδιοι να το γνωρίζουν. Η αυτάρεσκη ατομικότητα της Καλιφόρνιας της δεκαετίας του ’60 όπου νέοι απολαμβάνουν τις ιδιωτικές πισίνες τους στους πασίγνωστους πίνακες του Ντέιβιντ Χόκνεϊ μοιάζει σαν να ερχόταν από ένα μέλλον όπου θα γινόταν πραγματικότητα η υιοθέτηση από την εργατική τάξη των αστικών αγαθών και των συναφών απολαύσεων. Αντιστοίχως, η απροσδόκητη απόφαση ενός από τους μεγαλύτερους εν ζωή ζωγράφους να μετακομίσει στη Νορμανδία, στη βόρεια Γαλλία, στα τέλη του 2018 μοιάζει σαν μια πρόβλεψη για την εποχή της πανδημίας όπου η απομόνωση στην επαρχία, μακριά από τις μιαρές μητροπόλεις, είναι πλέον η απόλυτη πολυτέλεια.

Στη Νορμανδία, τόπο εκκίνησης της νορμανδικής εισβολής που υπό τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή άλλαξε για πάντα την Αγγλία το 1066, ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ, 83 ετών, δεν διαθέτει πισίνα, αφού επέλεξε να ζήσει σε μια παλιά αγροικία που αγόρασε σχεδόν αμέσως μόλις την είδε και τη μετέτρεψε σε στούντιο. Η πανδημία επέβαλλε την απομόνωση, κάτι που ο ζωγράφος θεώρησε απλώς καταπληκτικό, αφού του επέτρεψε να αφοσιωθεί πλήρως στην εργασία του. Αλλωστε, πάντοτε του άρεσε να τονίζει ότι είναι χειρώνακτας, ότι δεν έχει περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να έχει εργαστεί και ότι η εντύπωση που υπάρχει γι’ αυτόν ότι έζησε όλες τις καβαφικές ηδονές, φυσικά στην pop art εκδοχή της δεκαετίας του ’70, δηλαδή μια ζωή γεμάτη πάθη, πάρτι και ναρκωτικά, είναι απλώς λανθασμένη. Ο καλλιτέχνης πρέπει να επικροτεί τον ηδονισμό, αλλά δεν πρέπει να είναι ο ίδιος ηδονιστής.

to-lockdown-toy-nteivint-choknei0
«Apple Tree», Η μηλιά (2019). Φωτ. Richard Schmidt

Η επικοινωνία

Ο Καβάφης είναι ο ποιητής που ίσως ξεχωρίζει περισσότερο. Σε επικοινωνία της «Κ» με τον Χόκνεϊ μέσω email σπεύδουμε να αναφέρουμε ότι είναι γνωστά τα σκίτσα του από τη δεκαετία του ’60 με το πρόσωπο του Καβάφη, αλλά και με σκηνές από ποιήματα του Αλεξανδρινού. «Εκτός από τα σκίτσα έφτιαξα το 1961 και έναν πίνακα», απάντησε. «Ο τίτλος του πίνακα ήταν “A Grand procession of Dignitaries in the Semi Egyptian style” – «Η Μεγαλοπρεπής ακολουθία των επιφανών σε ημι-αιγυπτιακό ύφος». Αυτός ο πίνακας βασίστηκε στο μεγάλο ποίημα του Καβάφη «Περιμένοντας τους Βαρβάρους». Αγαπώ τον Καβάφη από τότε που τον ανακάλυψα, όταν ήμουν εικοσάρης».

Ο υπερκινητικός εικοσάρης χίπστερ με τα peroxide μαλλιά και τα γυαλιά με τον χοντρό μαύρο σκελετό μεγάλωσε στο Γιόρκσαϊρ, στον αγγλικό Βορρά. Η φύση του Γιόρκσαϊρ, όπου επέστρεψε μετά 50 χρόνια, το 2012, βρήκε τη θέση της στο έργο του μόλις λίγα χρόνια πριν από τη νέα μετακόμιση στη Νορμανδία. Δεν έχει πει τι τον ώθησε στη Νορμανδία. Η αναζήτηση για τις απαρχές της βρετανικής ταυτότητας, η επιθυμία αντίστασης στο Brexit ή μια νέα καβαφική συγκίνηση από μια εκδρομή στα μέρη του Μονέ; Πάντως, τα έργα που δημιούργησε ο Χόκνεϊ τον τελευταίο ενάμιση χρόνο εκτίθενται τώρα στην Galerie Lelong στο Παρίσι σε μια έκθεση με τίτλο Ma Normandie («Η Νορμανδία μου»). Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 23 Δεκεμβρίου για όσους φιλότεχνους θα τολμούσαν να επισκεφθούν το Παρίσι υπό τις παρούσες συνθήκες. 

Η μοναχικότητα

Ρωτάμε τον Χόκνεϊ εάν η έκθεση «Ma Normandie» μπορεί να ερμηνευθεί ως μια απόδοση της μοναχικότητας που τείνει να γίνει το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της εποχής μας. Μας προσγειώνει με τη γνωστή αγγλική τετράγωνη σκέψη του: «Μου αρέσει η μοναχικότητα, αλλά πλέον δεν ακούω σχεδόν καθόλου και αυτό ίσως εξηγεί γιατί μου αρέσει η μοναχικότητα. Από την άλλη πλευρά, πέρασα το lockdown στη Νορμανδία με δύο πολύ καλούς φίλους, τον Τζόναθαν και τον Ζαν Πιερ, με τους οποίους μπορούσα να μιλάω γιατί ήμασταν μόνοι μας. Εάν μιλούν πολλοί σε ένα δωμάτιο εγώ ακούω μόνο ένα θόρυβο, έτσι δεν μπορώ να συμμετέχω. Κατά συνέπεια, δεν μου αρέσουν τα πλήθη. Ζωγράφισα το 2019 τους περισσότερους πίνακες που εκτίθενται στο Παρίσι, όταν ακόμη είχαμε εδώ κάποιους επισκέπτες. Το 2020, όταν χτύπησε η πανδημία, ζωγράφιζα επάνω στο iPad τον ερχομό της άνοιξης. Αυτά τα έργα θα παρουσιαστούν τον Μάρτιο του 2020 στη Royal Academy στο Λονδίνο και τον Οκτώβριο στην Orangerie στο Παρίσι. Εχω φτιάξει 118 εικόνες, αλλά συνεχίζω και πιστεύω ότι μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχω φτιάξει συνολικά 200».

to-lockdown-toy-nteivint-choknei1
«In Front of House Looking East», Μπροστά στο σπίτι κοιτάζοντας ανατολικά (2019). Φωτ. Jonathan Wilkinson

«Ημουν πάντα αναιδής, πάντα εργατικός και πάντα σοβαρός»

Γεννήθηκε στο Μπράντφορντ, στην καρδιά του δυτικού Γιόρκσαϊρ. Οταν είδε μια έκθεση με φωτογραφίες του Ντιαγκίλεφ στο Εδιμβούργο αποφάσισε ότι και αυτός θα ζει ανοιχτά όπως ο Ρώσος χορευτής. Οι γονείς του ήταν υποστηρικτικοί. Του επέτρεπαν να φέρνει τους φίλους του στο σπίτι και να κοιμούνται μαζί. Κάτι ακόμη πιο αδιανόητο για έναν έφηβο του εργατικού Μπράντφορντ ήταν να γίνει καλλιτέχνης. Οι γονείς του δεν έφεραν καμία αντίρρηση. Εφεραν όμως οι γείτονες. «Θα γίνεις ένα τεμπέλικο σκουλήκι», του είπε ένας γείτονας. «Θα γίνω ένα σκουλήκι που θα δουλεύει», του απάντησε αυθάδικα. «Ημουν πάντα αναιδής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήμουν σοβαρός», έχει πει. 

Μπήκε στο Bradford School of Art στα 16 του και στα 20 στη Royal College of Art στο Λονδίνο. Χρόνια γεμάτα 12ωρα στο στούντιο. Οι καθηγητές του διέκριναν αμέσως το ταλέντο του. Αρχισε να ξεχωρίζει ως περσόνα του Λονδίνου τη δεκαετία του ’60 δίπλα στους πρώτους σταρ της μουσικής και στις μορφές της μόδας. Ηταν –και δεν ήταν– ποπ. Η πρώτη ατομική του έκθεση άνοιξε το 1963 στην γκαλερί του Τζον Κάσμιν με μεγάλη επιτυχία. Ακόμη τότε φλέρταρε με την αφαίρεση. Τα χρώματα ήταν μουντά και τα σχέδια μάλλον μπερδεμένα. Η Καλιφόρνια, όπου πήγε το 1963 και έμεινε για 40 χρόνια, τα άλλαξε όλα, σε συνδυασμό φυσικά με την εργασιομανία του, την έφεση στην έρευνα και στον πειραματισμό και τη θέληση να αλλάζει διαρκώς. 

to-lockdown-toy-nteivint-choknei2
«In the studio», Στο στούντιο (2019). Φωτ. Jonathan Wilkinson

 

Η αρνητικότητα

Εχει πει ότι τον χαρακτηρίζει μια τάση προς την αρνητικότητα, την οποία προσπαθεί να ελέγχει. Αυτή η παραδοχή θα μπορούσε να είναι μια ψυχαναλυτική μεταφορά για το έργο του. Τα έργα του Χόκνεϊ, αν εστιάσει κανείς πίσω από τα χρώματα, μόνο στο σχέδιο, μπορεί να πει ότι υποβάλλουν μιαν αίσθηση αποχώρησης, αποξένωσης και ακινησίας. 
Είναι τα χρώματα που επιλέγει ο ζωγράφος αυτά που «ελέγχουν την αρνητικότητα» και αποτυπώνουν επάνω στους πίνακες τη διάσταση της χαράς και της αισιοδοξίας. Αυτή η αντίθεση δημιουργεί μιαν «αλχημεία ομορφιάς», που καθιστά τα έργα του αμέσως αναγνωρίσιμα. 

Δεν είναι βέβαιο ότι συμφωνεί. «Πειραματίζομαι με την πλαστικότητα του χώρου και του χρόνου», είναι η αρκούντως σιβυλλική απάντηση που δίνει στο ερώτημα για το «ποιος είναι ως καλλιτέχνης».