ΒΙΒΛΙΟ

Λογοτεχνία και ανάγνωση, εγχείρημα πολυδιάστατο

Η Ελισάβετ Κοτζιά, ένας από τους «πυλώνες» της κριτικής της λογοτεχνίας, επισημαίνει πως από το ’70 και μετά, μαζί με τον ελεύθερο χρόνο, πολλαπλασιάστηκε και το αναγνωστικό κοινό. 
Φωτ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΙΤΤΑΣ

logotechnia-kai-anagnosi-egcheirima-polydiastato0«Εγραψε γι’ αυτό το βιβλίο η Κοτζιά στην “Καθημερινή”». Ακουγα από νέος αυτή την κουβέντα, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Ηδη από τότε η Ελισάβετ Κοτζιά ήταν ένα από τα σημεία αναφοράς στην ελληνική κριτικογραφία, ένας από τους «πυλώνες» της κριτικής της λογοτεχνίας – κυρίως της πεζογραφίας αλλά και του δοκιμίου. Δεν είναι μικρό κατόρθωμα, εάν λάβουμε υπόψη ότι, κατά κάποιο τρόπο, πήρε τη σκυτάλη από τον πατέρα της, τον τόσο σημαντικό πεζογράφο και κριτικό Αλέξανδρο Κοτζιά (και αυτός έλαμψε μέσα από τις σελίδες αυτής της εφημερίδας). Ωστόσο, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, η κόρη έδειξε ότι δεν πήρε καμία σκυτάλη από τον πατέρα (όσο κι αν τυχόν επιδράσεις είναι αναπόφευκτες), χαράσσοντας τη δική της πορεία, δίνοντας το δικό της στίγμα, με συνέπεια, συνέχεια και συστηματική παρακολούθηση της ελληνικής παραγωγής (αλλά όχι μόνον αυτής). Εως σήμερα, η Ελισάβετ Κοτζιά διατηρεί στο ακέραιο τη δυναμική της φωνής της – συνεχίζοντας να γράφει στην «Κ». 

Σήμερα, φιλοξενούμε συνέντευξή της με αφορμή ένα βιβλίο της: «Ελληνική πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά», το οποίο κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Πόλις. Μια πολύπλευρη προσέγγιση πάνω στη μεταπολιτευτική πεζογραφία, στις τάσεις, στις ροπές, στη δυναμική και στα χάσματά της.
 

– Στη διάρκεια της περιόδου που εξετάζει η μελέτη σας, οι αριθμοί των μυθιστορημάτων και των διηγηματογραφικών συλλογών εκτοξεύθηκαν στα ύψη. Εγινε η ελληνική πεζογραφία καλύτερη, είναι σήμερα σημαντικότερη σε σχέση με το παρελθόν; 

– Κατά την 25ετία 1987-2011 για την οποία διαθέτουμε στοιχεία, ο αριθμός των νέων μυθιστορημάτων και διηγηματογραφικών συλλογών πράγματι τετραπλασιάστηκε. Δεν θα μπορούσε ωστόσο να υποστηρίξει κανείς πως σημειώθηκε μια αναλογική εξύψωση της ποιότητας – τα πολύ καλά βιβλία δεν διπλασιάστηκαν κι ούτε βεβαίως τετραπλασιάστηκαν. Εκείνο αντιθέτως που μπορούμε να θεωρήσουμε είναι πως η πεζογραφία των μεταπολιτευτικών συγγραφέων πέτυχε το ίδιο καλό επίπεδο που είχε και η προηγούμενη μεταπολεμική πεζογραφία. 
 
– Σε ποιους παράγοντες θα ήταν δυνατόν να αποδοθεί η πεζογραφική άνθηση μαζί με τον εντυπωσιακό πολλαπλασιασμό του ελληνικού αναγνωστικού κοινού που παρακολουθήσαμε στα μεταπολιτευτικά χρόνια;   

– Από τη δεκαετία του ’70 και μετά, το εκδοτικό τοπίο μετασχηματίστηκε σε ολόκληρη τη Δύση. Το βιβλίο έγινε τμήμα της νέας κουλτούρας του ελεύθερου χρόνου, πολιτισμός και διασκέδαση έπαψαν να θεωρούνται ανταγωνιστικές δραστηριότητες. Η ελληνική πεζογραφική άνθηση δεν οφείλεται επομένως μόνο στο ότι μια υστερούσα αγορά, όπως ήταν η ελληνική, απλώς αναπτύχθηκε ακολουθώντας τα χνάρια αγορών ανάλογου πληθυσμιακού μεγέθους, όπως η δανική, η ολλανδική και η φινλανδική. Οφείλεται και στο γεγονός πως, καθώς ελεύθερος χρόνος και αναγνωστικό κοινό πολλαπλασιάστηκαν, εμφανίστηκαν στον ελληνικό χώρο, όπως και παντού, νέοι συντελεστές με καινούργιες συγγραφικές, επιχειρηματικές και εμπορικές πρακτικές προκειμένου να καλύψουν τις νέες ανάγκες.  

– Και πού αποδίδετε το γεγονός πως είδη όπως το ιστορικό μυθιστόρημα και το αστυνομικό μυθιστόρημα γνώρισαν τις τελευταίες δεκαετίες τεράστια αίγλη; 

– Και τα δύο είδη υπήρξαν πάντοτε δημοφιλή στο μεγάλο αναγνωστικό κοινό. Η ενδιαφέρουσα εξέλιξη είναι ότι, από λογοτεχνία των μαζών που θεωρούνταν παλαιότερα, στην εποχή μας αναβαθμίστηκαν κατακτώντας κεντρική θέση στο λογοτεχνικό σώμα. Διότι κρίθηκαν κατάλληλα να καλύψουν τις νέες απαιτήσεις. Το αστυνομικό μυθιστόρημα κλήθηκε να παρακολουθήσει τις διαδρομές του οργανωμένου εγκλήματος που με την παγκοσμιοποίηση γνώρισε τεράστια εξάπλωση. Κι ακόμα κλήθηκε να ασχοληθεί με τις ελληνικές δημόσιες παθογένειες. Κι ομοίως το ιστορικό μυθιστόρημα κλήθηκε να ξαναδεί το παρελθόν υπό το πρίσμα των αρχών όχι του εθνισμού πια, αλλά της πολυπολιτισμικότητας που απέκτησε στο μεταξύ απήχηση. Κι ακόμα κλήθηκε να ασχοληθεί με τα βαθιά τραύματα που μας προξένησε στο παρελθόν ο ανώμαλος εθνικός βίος – και που ακόμα, όπως φαίνεται, ενίοτε αιμορραγούν. 
 
– Πώς προέκυψε η αρχική ιδέα της μελέτης σας και ποιος ήταν ο στόχος της; 

– Μία από τις φιλοδοξίες μου ήταν να δείξω πως λογοτεχνία και ανάγνωση αποτελούν ένα εγχείρημα πολυδιάστατο που, αγκαλιάζοντας τη ζωή, κινητοποιεί ταυτόχρονα νόηση και συναίσθημα. Γι’ αυτό και η μελέτη χωρίζεται σε δύο ενότητες: στο Ερμηνευτικό τμήμα που διερευνά ορισμένες από τις ιδέες της πεζογραφίας, τον τρόπο που τα μεταπολιτευτικά ιστορικά, κοινωνικά, αστυνομικά, φανταστικά και παρωδιακά μυθιστορήματα είδαν την εποχή τους. Και στο Κριτικό τμήμα, που εξετάζει σε ποιο βαθμό ο κάθε συγγραφέας κατορθώνει, κατά τη γνώμη μου βέβαια, να διαχειρίζεται με επάρκεια τις κειμενικές απαιτήσεις, την ικανότητα των λογοτεχνικών έργων να κινητοποιούν μνήμες, να δημιουργούν βιώματα και να προξενούν συγκινήσεις. Το κριτικό τμήμα της μελέτης αξιολογεί με άλλα λόγια την καλλιτεχνική δραστικότητα των λογοτεχνικών κειμένων. 
 
– Πώς τα πεζογραφικά έργα της Μεταπολίτευσης είδαν την εποχή τους; 

– Σε αντίθεση με τους παλαιότερους μεταπολεμικούς πεζογράφους, οι μεταπολιτευτικοί ανέπλασαν μια Ελλάδα που ήταν σε μεγάλο βαθμό αντιαυταρχική και ανοικτή προς τα έξω, μια χώρα που, έχοντας αφήσει πίσω της το δραματικό εμφυλιακό και μετεμφυλιακό της πάθος, άρχισε να μετέχει στο κύμα ευθυμίας, σαρκασμού και λοιδορίας που σάρωσε τη Δύση. Ενα σοβαρό τμήμα της πεζογραφίας μας στράφηκε προς τον ιδιωτικό χώρο και ανέπλασε το αδιάφορο για τη δημόσια σφαίρα, ναρκισσιστικό μεταπολιτευτικό υποκείμενο, εξεικόνισε τη νέα χειραφετημένη γυναίκα και αποτύπωσε τις μεταβαλλόμενες οικογενειακές σχέσεις αποκαλύπτοντας τις βαθιές αλλαγές που έλαβαν χώρα στα τέλη του 20ού αιώνα. Με τις μεταπολιτευτικές δημόσιες παθογένειες ασχολήθηκε ένα μικρό μόνο, καλλιτεχνικά όμως βαρύνον, τμήμα των Ελλήνων συγγραφέων. Αυτά βέβαια ώς τα μέσα και τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όπου ο δημόσιος χώρος επανεμφανίστηκε στις σελίδες του αστυνομικού και του ιστορικού μυθιστορήματος. 
 
– Εχοντας διακρίνει τους πεζογράφους σε συγγραφείς της πρώιμης μεταπολιτευτικής περιόδου (γ. 1940-1965) και σε συγγραφείς της όψιμης μεταπολιτευτικής περιόδου (γ. 1966-1980), διαπιστώνετε διαφορές στον τρόπο που αντίκρισαν το κόσμο;

– Οι πεζογράφοι που γεννήθηκαν μετά το 1965, και δεν γνώρισαν το οδυνηρό κλίμα της μετεμφυλιακής και δικτατορικής Ελλάδας, ασχολήθηκαν ελάχιστα με τα ελληνικά προβλήματα – τουλάχιστον ώς το 2010. Δείχνοντας ακόμα μεγαλύτερη εξωστρέφεια σε σχέση με τους αμέσως προγενέστερους συγγραφείς, δημιούργησαν Ελληνες και ξένους ήρωες που μετακινούνταν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, μέσα όμως σε μια υφήλιο που σταδιακά άρχισε να νιώθει μεγάλη αβεβαιότητα εμφανίζοντας φόβους, φοβίες και εμμονές – ισχυρές ψυχολογικές διακυμάνσεις, τρόμο για τις ασθένειες και ανασφάλεια για την κλιματική αλλαγή.
 
– Η μελέτη σας ασχολείται με τους πεζογράφους που πρωτοεμφανίστηκαν από το 1974 έως το 2010 και παρακολουθεί το έργο τους ώς τις μέρες μας. Πώς είδε η ελληνική πεζογραφία την οικονομική κρίση;  

– Οι ελληνικές δημόσιες παθογένειες αγνοήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό ώς το 2010 και η «λογοτεχνία της κρίσης», που προέκυψε στη συνέχεια, δεν κατόρθωσε να αποκαλύψει πτυχές που δεν μας ήταν ήδη γνωστές – ενδεχομένως διότι η ενασχόληση μαζί τους υπήρξε συγκυριακή, υπαγορευμένη απ’ το σοκ της περιόδου. Σε κάθε περίπτωση πάντως, και αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον, η πεζογραφία της κρίσης απέφυγε να υιοθετήσει τις απόψεις που κάποια στιγμή εξέφρασε η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, αναπτύσσοντας λόγο αντιευρωπαϊκό και αποδίδοντας στους ξένους ευθύνες για τα εθνικά δεινά. Σε αντίθεση με τις δημόσιες παθογένειες, την πεζογραφία απασχόλησαν πάντως συστηματικά δύο από τα υπόλοιπα μεγάλα θέματα της τεσσαρακονταπενταετίας: το μεταναστευτικό και η τρομοκρατία. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης αντιμετωπίστηκαν με ανθρωπιστική διάθεση, ενώ ταυτόχρονα καταδικάστηκαν με οξύτητα οι εγκληματικές ενέργειες της αιματηρής πολιτικής αυτοδικίας.

logotechnia-kai-anagnosi-egcheirima-polydiastato1
Φωτ. SHUTTERSTOCK

 

Γιατί έξω δεν πάμε καλά

– Πολλά από τα ελληνικά μυθιστορήματα μεταφράζονται στο εξωτερικό, χωρίς όμως να κινούν την προσοχή κριτικής και αναγνωστικού κοινού; Πού πιστεύετε πως οφείλεται η μηδαμινή επίδρασή τους; 

– Πολύ δύσκολη ερώτηση. Το μικρό μέγεθος της ελληνικής γλώσσας και οι αδυναμίες της πολιτικής του μάρκετιγκ δεν προσφέρουν πια μια ικανοποιητική ερμηνεία της συνθήκης. Η ελληνική πεζογραφία διαθέτει πολυάριθμα λογοτεχνικά έργα καλής αισθητικής ποιότητας. Τα περισσότερα ωστόσο αποτελούν ελλειπτικές καλλιτεχνικές συνθέσεις – και όχι πολυεπίπεδες, πολυφωνικές, πολυεδρικές μυθοποιήσεις, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να διεισδύουν ευκολότερα στις ξένες αγορές. Δυσκολεύεται έτσι η ελληνική λογοτεχνία να αποκτήσει ευδιάκριτη ταυτότητα που, ως σήμα κατατεθέν, θα τη διέκρινε στα μάτια του ξενόγλωσσου αναγνωστικού κοινού.  

Τις αλλαγές ακολούθησε και η κριτική, η οποία έγινε πιο ευέλικτη

– Η ελληνική πεζογραφία άλλαξε μετά το 1974. Μεταβλήθηκε και η κριτική που την υποδέχθηκε στις σελίδες του ημερήσιου Τύπου και των λογοτεχνικών περιοδικών;

– Τα δεδομένα άλλαξαν κυρίως στη δεκαετία του ’80. Πολυάριθμοι καινούργιοι συγγραφείς εισήλθαν στον χώρο αμφισβητώντας ολόκληρο το λογοτεχνικό αξιακό σύστημα του παρελθόντος: αδιαφορώντας βαθύτατα για το στοιχείο της μορφικής επεξεργασίας και της εκφραστικής υποβολής, καλλιεργώντας τον αυτοχλευασμό και αποθεώνοντας την παραδοξολογία. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα γεννήθηκε το ευπώλητο βιβλίο και ακόμα εμφανίστηκαν πάρα πολλά κείμενα που δεν ήταν πολύ καλά αλλά ούτε και κακά, που είχαν κάποιες αρετές άλλοτε στην έκφραση, άλλοτε στη σύνθεση κι άλλοτε στη θεματολογία. Για να αντιμετωπίσει τη νέα συνθήκη, η κριτική έγινε πιο ευέλικτη, εμφανίστηκε προθυμότερη να αναγνωρίσει τα όσα, τα όποια προσόντα των κειμένων, σε αντίθεση με την παλαιότερη κριτική η οποία αποδεχόταν μονάχα τα ανεπίληπτα λογοτεχνικά κείμενα. 
 
– Διατηρεί η κριτική των τελευταίων χρόνων τη δυναμική που είχε στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ή σημείωσε κάμψη, όπως υπάρχει σήμερα η αίσθηση; Και αν ισχύει το δεύτερο, τι ρόλο έπαιξε το Διαδίκτυο όπου στον καθένα κατά κάποιον τρόπο προσφέρεται η ευκαιρία να γίνεται συγγραφέας και κριτικός;  

– Στη διαδικτυακή βάση της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ βρίσκεται ολόκληρη η κριτικογραφία του γραπτού ελληνικού Τύπου και των ηλεκτρονικών ιστοτόπων οι οποίοι πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια. Κρίνοντας από την προσωπική μου εμπειρία, θα μπορούσα να υποστηρίξω πως ναι, υπάρχει κάμψη στην κριτική. Διότι για τις ανάγκες της μελέτης μου διέτρεξα δεκάδες κείμενα και από αυτή την περιήγηση στην κριτικογραφία βρήκα πως οι αναλύσεις ορισμένων παλαιότερων κριτικών περιέχουν πιο ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές και αξιολογικές προτάσεις. Οπως συνέβη και με τα έργα της μυθοπλασίας, η πληθώρα δεν δίνει κατ’ ανάγκην καλύτερα αποτελέσματα.