ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Υπάρχει ζωή μετά το μίσος

«Εδιναν την εντύπωση ότι δεν είσαι ο αποτυχημένος του σχολείου, αλλά μέρος μιας ελίτ. Οτι δεν φταις εσύ, αλλά το σύστημα και ότι αν πας μαζί τους, έχουν εκείνοι ένα σχέδιο και θα σε βοηθήσουν να γίνεις μοναδικός».

Στα εφηβικά του χρόνια ο Σουηδός Ρόμπερτ Ορελ οραματιζόταν ένα πραξικόπημα και ως μέλος μιας ομάδας νεαρών νεοναζί αποζητούσε τη σύγκρουση. Διοχέτευε το μένος του στον δρόμο, στη γειτονιά, στο γήπεδο, στοχεύοντας ανθρώπους διαφορετικής ιδεολογίας. Το μίσος όριζε την ύπαρξή του.

«Εφόσον ενταχθείς σε αυτόν τον χώρο, περιμένουν να παραμείνεις πιστό μέλος εφ’ όρου ζωής. Είναι ένας σκοπός ζωής και θανάτου. Δεν εγκρίνουν τις αποχωρήσεις», λέει στην «Κ». Ωσπου, δύο δεκαετίες πίσω, ο Ορελ αποφάσισε να απεμπλακεί. Εκτοτε έχει αφιερωθεί επαγγελματικά στη βοήθεια όσων θέλουν να ακολουθήσουν το ίδιο μονοπάτι και να απαγκιστρωθούν από τον κόσμο της μισαλλοδοξίας. Μέσω του προγράμματος EXIT, αρχικά στη χώρα του και τα τελευταία τρία χρόνια στις ΗΠΑ, επιχειρεί την αποριζοσπαστικοποίηση νεοναζί και την επανένταξή τους στην κοινωνία. «Είμαι πεπεισμένος ότι κανείς μας δεν επιθυμεί να μένουν κάποιοι άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε αυτές τις ομάδες ή να εντάσσονται σε άλλες παρόμοιες εξτρεμιστικές και εγκληματικές οργανώσεις», λέει ο 40χρονος Ορελ.

Μετά την πρόσφατη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η ηγεσία της Χρυσής Αυγής και άλλα βασικά στελέχη και μέλη της οδηγήθηκαν στη φυλακή για την εγκληματική τους δράση. Πέρα από αυτούς όμως, στους ευρύτερους κύκλους της νεοναζιστικής οργάνωσης απέμειναν πολλοί, άλλοτε ενεργοί υποστηρικτές, οι οποίοι έχουν ασπαστεί την εθνικοσοσιαλιστική ρητορική της. Μπορεί να φαντάζει ακόμη πρόωρο, αλλά εάν κάποια στιγμή ορισμένοι εξ αυτών θελήσουν να κόψουν τους τοξικούς δεσμούς, ποια θα ήταν τα εργαλεία που ίσως τους συνέδραμαν ώστε να κάνουν το αποφασιστικό βήμα; Ο Ρόμπερτ Ορελ μίλησε στην «Κ» μέσω Skype από τη Στοκχόλμη και μετέφερε τη δική του εμπειρία.

Η ιδεολογία

Εχοντας ως αφετηρία τη Νορβηγία, το πρόγραμμα EXIT εφαρμόστηκε για πρώτη φορά και στη Σουηδία στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ενώ αργότερα επεκτάθηκε στη Γερμανία. Μία από τις βασικές αρχές του, όπως εξηγεί ο Ορελ, είναι ότι οι ωφελούμενοι πρέπει με δική τους πρωτοβουλία να απευθυνθούν στους ειδικούς. Η προσέγγιση που ακολουθείται είναι εξατομικευμένη, ενώ αρκετοί από τους μέντορες που αναλαμβάνουν κάθε υπόθεση είναι πρώην νεοναζί.

Οσο παράδοξο κι αν φαίνεται, το πρόγραμμα δεν ακουμπάει στο ζήτημα της ιδεολογίας. Στην αρχή εστιάζει στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων, όπως στη συμβουλευτική για αναζήτηση εργασίας ή επιλογή σπουδών, στην αφαίρεση ναζιστικών τατουάζ, στη φυγάδευση ενός ατόμου σε ασφαλές σπίτι και περιβάλλον εάν απειλείται η ζωή του από πρώην συντρόφους του. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για κάθε παρέμβαση. Ούτε η γραμμική πορεία προς την επιτυχή αποριζοσπαστικοποίηση είναι εξασφαλισμένη. Μπορεί να παρατηρηθούν πισωγυρίσματα, ματαιώσεις, μακρά διαστήματα άρνησης ή καχυποψίας.

«Η αλλαγή συνήθως γίνεται σε βάθος χρόνου, αφού χτιστούν σχέσεις εμπιστοσύνης».

«Εχουμε διαπιστώσει ότι είναι δύσκολο να ξεκινήσει μια προσέγγιση με ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και συζητήσεις. Δεν είναι εποικοδομητικό. Τα μέλη αυτών των ομάδων έχουν συνηθίσει να επιχειρηματολογούν για τις ιδέες τους. Εχουν έτοιμες απαντήσεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πρόκειται να αλλάξουν εύκολα όταν τους αντιμετωπίζεις με βάση το ποιοι είναι και τι πιστεύουν. Η αλλαγή συνήθως γίνεται σε βάθος χρόνου, αφού χτιστούν σχέσεις εμπιστοσύνης», λέει ο Ορελ. «Πρόκειται για ενηλίκους οι οποίοι καλούνται να αλλάξουν τον τρόπο ζωής που ακολουθούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, από πέντε ή έως και δέκα χρόνια. Πρέπει να βρουν πλέον τι τους παρακινεί, πρέπει να δουλέψουν στο κομμάτι της κοινωνικής τους ταυτότητας. Αρκετοί από εκείνους που φτάνουν σε εμάς νιώθουν πλέον ντροπή για το παρελθόν τους».

Μέσα σε περίπου δύο δεκαετίες δράσης, στο πρόγραμμα EXIT της Σουηδίας απευθύνθηκαν 800 άτομα, όπως λέει ο Ορελ. Αντίστοιχα στο EXIT των ΗΠΑ, το οποίο λειτουργεί στο πλαίσιο της οργάνωσης Life After Hate (Ζωή μετά το μίσος), προσέτρεξαν 300 μέλη ακροδεξιών εξτρεμιστικών ομάδων. Ορόσημο για την αμερικανική εκδοχή του προγράμματος ήταν τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τον Αύγουστο του 2017 στο Σάρλοτσβιλ, όταν ένας νεοναζί εφόρμησε με το αυτοκίνητό του κατά αντιφασιστών διαδηλωτών σκοτώνοντας μία γυναίκα και τραυματίζοντας άλλους 19. Η επιτυχία των παρεμβάσεων, πάντως, δεν είναι εύκολα μετρήσιμη. Δεν τηρούνται –και λόγω προσωπικών δεδομένων στη Σουηδία– συγκεκριμένα στοιχεία για την εξέλιξη αυτών των ατόμων αφότου ολοκληρώσουν την πορεία τους στο πρόγραμμα.

Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων οι ωφελούμενοι είναι άνδρες. Κατά τον Ορελ, υπάρχει εξήγηση. Σε αυτές τις οργανώσεις ο ρόλος της γυναίκας είναι συνήθως υποδεέστερος ή υποστηρικτικός. «Οι άνδρες θεωρούνται κυρίαρχοι. Οπότε, κυρίως στις ΗΠΑ βλέπουμε ότι ορισμένες γυναίκες που φτάνουν στο πρόγραμμα χρειάζονται μεγάλη υποστήριξη. Κάποιες λένε ότι υπήρξαν θύματα σεξουαλικής και ψυχολογικής κακοποίησης», λέει ο 40χρονος Σουηδός.

Η απεμπλοκή

Για τον ίδιο, η απομάκρυνσή του από το νεοναζιστικό περιβάλλον έγινε ομαλά, χωρίς κινδύνους ή απειλές. Διευκρινίζει ότι το ρίσκο της απεμπλοκής καθενός εξαρτάται από τον ρόλο που είχε στην ιεραρχία μιας οργάνωσης, το πόσο σημαντικός ήταν, αλλά και από την τακτική αποχώρησης που επιλέγει να ακολουθήσει. «Δεν γίνεται να σηκωθεί κάποιος σε μια συγκέντρωση και να πει “δεν αντέχω άλλο, κουράστηκα, φεύγω”. Μπορεί μετά να μην είναι ασφαλής», λέει. Μια από τις συμβουλές που συνήθως δίνουν σε όποιον θέλει να κόψει τους δεσμούς διακριτικά είναι να ισχυριστεί προσωπικούς λόγους, όπως ότι πρέπει να αφοσιωθεί πλέον στην οικογένειά του.

Πριν από περίπου μία 20ετία, ο Ορελ διαπίστωσε σταδιακά ότι στην ομήγυρή του δεν υπήρχε κανένα στοιχείο «ανωτερότητας», την οποία τόσο θερμά επικαλούνταν οι τότε ομοϊδεάτες του. Η χρήση αναβολικών και ναρκωτικών, η υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ ήταν διαδεδομένες συνήθειες. Αισθάνθηκε ότι έπρεπε να απομακρυνθεί, ειδικά έπειτα από μια σειρά ειδεχθών εγκλημάτων που συγκλόνισαν τη Σουηδία στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όπως η δολοφονία δύο αστυνομικών οι οποίοι κατεδίωκαν τρεις νεοναζί ληστές τραπεζών. Στην αποστασιοποίησή του συνέβαλε και η θητεία του στον στρατό, καθώς για σημαντικό χρονικό διάστημα απομακρύνθηκε από τον κύκλο του και ήταν πιο εύκολο να κόψει τις επαφές του. Επειτα ζήτησε και ο ίδιος τη βοήθεια του προγράμματος EXIT. «Ηταν πολύ σημαντικό να συναντήσω τότε κάποιον με παρόμοιες εμπειρίες», λέει.

Ψευδαίσθηση υπεροχής

Σήμερα ο Ορελ εντοπίζει τους λόγους που τον είχαν οδηγήσει κάποτε στον εξτρεμισμό στην ανάγκη που ένιωθε να ανήκει σε μια ομάδα, να είναι σημαντικός. Εξηγεί ότι τα μαθητικά του χρόνια είχαν σημαδευτεί από αποτυχίες και μεγάλες δυσκολίες προσαρμογής. «Εδιναν την εντύπωση ότι δεν είσαι ο αποτυχημένος του σχολείου, αλλά μέρος μιας ελίτ. Οτι δεν φταις εσύ, αλλά το σύστημα το οποίο είναι εναντίον σου και ότι αν πας μαζί τους, έχουν εκείνοι ένα σχέδιο και θα σε βοηθήσουν να γίνεις μοναδικός. Δέχθηκα αυτές τις ιδέες ακρίτως, κυρίως λόγω των συναισθηματικών αναγκών μου τότε», λέει.

«Το μίσος έχει κεντρική θέση σε αυτές τις ομάδες».

Οπως είχε εξηγήσει και ο ίδιος σε παλαιότερη ομιλία του στη Λιθουανία, βασική αρχή αυτών των μορφωμάτων είναι να χτίσουν μια ψευδαίσθηση υπεροχής στα μέλη τους, ενώ ταυτόχρονα απογυμνώνουν όσους θεωρούν αντιπάλους τους από οποιοδήποτε ανθρώπινο στοιχείο αποκαλώντας τους «κατσαρίδες» ή «βρωμιάρηδες». Τακτική που ακολουθούσαν συχνά στις ομιλίες τους πρωτοκλασάτα στελέχη της Χρυσής Αυγής.

Αυτή η υποτίμηση και η αποστέρηση της ανθρώπινης ιδιότητας από τον κατασκευασμένο εχθρό διευκολύνουν την καλλιέργεια του μίσους και την παρακίνηση σε πράξεις βίας. «Είχα απογοήτευση, φόβο και θυμό», λέει ο Ορελ για τα εφηβικά του χρόνια. «Αλλά αντί να τα στρέψω στον εαυτό μου, με έκαναν να μισήσω τους άλλους. Το μίσος έχει κεντρική θέση σε αυτές τις ομάδες».