ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Π. Τζεντιλόνι στην «Κ»: Δίνουμε μάχη να αποφύγουμε τη διολίσθηση σε νέα ύφεση

Ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Πάολο Τζεντιλόνι τονίζει στην «Κ» πως «δεν θέλουμε να επαναλάβουμε τα λάθη που κάναμε πριν από δέκα χρόνια, με την πρόωρη αναστολή των υποστηρικτικών μέτρων» (φωτ.EPA/Francisco Seco).

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Ακούγοντας τον Πάολο Τζεντιλόνι, επίτροπο Οικονομίας της Ε.Ε., να μιλάει, ο νους ταξιδεύει στον όρκο του Ιπποκράτη και στην προτεραιότητα της μη βλάβης. Ο Τζεντιλόνι, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ» και σε μικρό αριθμό άλλων ευρωπαϊκών εφημερίδων, επανέρχεται επανειλημμένως στην ανάγκη να μην υπάρξει μία εσπευσμένη επιστροφή στη δημοσιονομική κανονικότητα.

«Δεν θέλουμε να επαναλάβουμε τα λάθη που κάναμε πριν από δέκα χρόνια, με την πρόωρη αναστολή των υποστηρικτικών μέτρων», τονίζει. «Ακόμα δίνουμε τη μάχη για να αποφύγουμε μία νέα διολίσθηση σε ύφεση. Τα μηνύματά προς τα κράτη-μέλη είναι κατ’ αρχάς να αποφύγουν το λάθος να αποσύρουν τα μέτρα εκτάκτου ανάγκης υπερβολικά νωρίς – τουλάχιστον έως ότου περιοριστεί η αβεβαιότητα που εξακολουθεί να υφίσταται».

Ευκαιρία

Ο Τζεντιλόνι χαρακτηρίζει τους πόρους του RRF (Recovery and Resilience Facility, το βασικό εργαλείο του Ταμείου Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ) μία «πολύ μεγάλη ευκαιρία» για τα κράτη-μέλη ώστε να υλοποιήσουν μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις μακράς πνοής. «Οι κυβερνήσεις θα αποφασίσουν ποιες μεταρρυθμίσεις θα κάνουν – ή θα αναστρέψουν. Αυτό που εμείς πρέπει να κρίνουμε είναι αν αυτές οι κινήσεις έχουν συνέπεια με τους στρατηγικούς στόχους της Ε.Ε. και με τις συστάσεις μας». Επαναλαμβάνει, πάντως, ότι «δεν πρόκειται για συγκαλυμμένα προγράμματα μακροοικονομικής προσαρμογής».

Ο πρώην Ιταλός πρωθυπουργός θεωρεί επίσης κρίσιμο να γίνει πλήρης χρήση της δύναμης πυρός στην οποία συμφώνησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο: «Ενθαρρύνω όλες τις χώρες που έχουν πρόσβαση και σε δάνεια μέσω του RRF να τα χρησιμοποιήσουν. Είναι ένα εργαλείο που θα ωφελήσει τα κράτη-μέλη. 

Παράλληλα, όμως, είναι μέρος του μηνύματος που στείλαμε ως Ε.Ε. στις αγορές: συμφωνήσαμε ένα πολύ μεγάλο πακέτο, που είναι συνδυασμός επιχορηγήσεων και δανείων – το κοινό ευρωπαϊκό μας μπαζούκα. Δεν θα ήθελα να μείνουμε με μισό μπαζούκα. Δεν θα ήταν ένα καλό μήνυμα. Η αξία των δανείων για τα κράτη-μέλη φαίνεται από το πρόγραμμα SURE [για την προστασία της απασχόλησης]: δεν είναι τυχαίο ότι 18 χώρες έκαναν χρήση των δανείων αυτών. Το επιτόκιο των δεκαετών δανείων είναι αρνητικό. Το επιτόκιο των 20ετών είναι 0,1%».

Ο Τζεντιλόνι εκφράζει κατανόηση για τις προκλήσεις που συνεπάγεται η ταχύτητα με την οποία πρέπει να απορροφηθούν οι πόροι, ειδικά από χώρες με περιορισμένες δυνατότητες στο μέτωπο αυτό. Η λύση, όμως, ισχυρίζεται, δεν είναι η απόρριψη των δανείων αλλά «η ενίσχυση των δυνατοτήτων απορρόφησης από τα κράτη-μέλη – και είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι τα Σχέδια Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας πρέπει να συνοδευθούν από θεσμικές και οργανωτικές αλλαγές που θα καταστήσουν τη διαδικασία πιο αποτελεσματική». Για τα ελληνικά σχέδια χρήσης των δανείων για τη δανειοδότηση του ιδιωτικού τομέα, πάντως, αποφεύγει να τοποθετηθεί: «Θα συζητήσουμε τι είναι εφικτό όταν λάβουμε το επίσημο σχέδιο», λέει.

Αξιολόγηση

Με ποιο κριτήριο θα αποφασιστεί η επιστροφή στη δημοσιονομική κανονικότητα; «Κάποια στιγμή του χρόνου οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών θα χρειαστούν διαύγεια για το 2022», σημειώνει. «Εως τώρα, έχουν λάβει σαφείς απαντήσεις για το 2021 – ότι η γενική ρήτρα εξαίρεσης θα παραμείνει εν ισχύι για ολόκληρη την επόμενη χρονιά. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα τερματιστεί την 1.1.2022. Σχετικά με το 2022, χρειαζόμαστε μία σοβαρή αξιολόγηση την άνοιξη ή το καλοκαίρι του νέου έτους – σίγουρα πριν αρχίσουν να καταρτίζονται οι εθνικοί προϋπολογισμοί για το 2022.  

Τις τελευταίες εβδομάδες έχουμε ακούσει καλές ειδήσεις για το εμβόλιο. Αυτό μπορεί να σημάνει ότι οι πρόσφατες οικονομικές προβλέψεις μας ήταν υπερβολικά απαισιόδοξες. Την ίδια στιγμή, βλέπουμε ότι το δεύτερο κύμα είναι εδώ, ότι επηρεάζει όλα σχεδόν τα κράτη-μέλη, είναι ακόμα πιο σφοδρό στις ΗΠΑ… Η ανάκαμψη σχήματος V δεν υφίσταται. 

Σύμφωνα με τις προβλέψεις μας, η Ευρωζώνη στο σύνολό της θα παραμείνει στο τέλος του 2022 σε επίπεδα ΑΕΠ χαμηλότερα από αυτά του τέλους του 2019. Θα αλλάξουν οι προβλέψεις αυτές ανάλογα με τις εξελίξεις στους επόμενους τέσσερις ή οκτώ μήνες; Θα δούμε. 

Οι κανόνες που συνδέονται με τη γενική ρήτρα εξαίρεσης ορίζουν ότι ενεργοποιείται σε περίπτωση “σφοδρής οικονομικής ύφεσης” που επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία. Συνεπώς τερματίζεται όταν τερματιστεί η “σφοδρή οικονομική ύφεση”. Αυτό δεν συνεπάγεται οικονομική άνθηση σε κάθε κράτος-μέλος και ανάκτηση των επιπέδων ΑΕΠ που υπήρχαν πριν από την πανδημία. Είναι μία συνολική αξιολόγηση».

Συνηγορεί με την εισήγηση του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου να συμφωνηθούν οι αλλαγές στο πλέγμα των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων πριν από τη λήξη του συναγερμού; «Δεν είναι σίγουρο αν μπορεί να γίνει αυτό. Η αξιολόγηση των δημοσιονομικών κανόνων, την όποια “παγώσαμε” [με το ξέσπασμα της πανδημίας], θα ξεκινήσει ξανά του χρόνου. Θα έχουμε συγκεκριμένες προτάσεις ώς το τέλος του 2021 και, αν πρόκειται για νομοθετικές προτάσεις, η διαδικασία θα πάρει χρόνο.

Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι δεν πρέπει να βιαστούμε να επιστρέψουμε σε συνθήκες δημοσιονομικής κανονικότητας που δεν ταιριάζουν καθόλου στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε». Επιπλέον, αναδεικνύει την ανάγκη το όποιο νέο καθεστώς να «διευκολύνει τις δημόσιες επενδύσεις που συνδέονται με τις στρατηγικές μας προτεραιότητες».

Ο επίτροπος σημειώνει επίσης ότι «η ανάκαμψη στον τομέα των υπηρεσιών δεν θα είναι η ίδια όπως στη βιομηχανία. Κάποιες δραστηριότητες στις  υπηρεσίες δεν θα επανέλθουν εξίσου δυναμικά. Ο κόσμος για ένα διάστημα δεν θα πηγαίνει συχνά σε συναυλίες ή μουσεία, ούτε θα κάνει πολλές διακοπές όόπως έκανε πριν από την πανδημία. Το “ελατήριο” της ζήτησης είναι πιο αδύναμο στις υπηρεσίες».

Σχέδιο Β

Σχετικά με την εμπλοκή που προέκυψε τη Δευτέρα με το Ταμείο Ανάκαμψης, ο Τζεντιλόνι υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη έως τώρα ανταποκρίθηκε «γρήγορα και σθεναρά» στη νέα κρίση, ειδικά σε σύγκριση με προηγούμενες κρίσεις. Χαρακτηρίζει «ανησυχητικό» το βέτο της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. 

«Αλλά παραμένω πεπεισμένος ότι θα υπερβούμε τις ενστάσεις των δύο αυτών χωρών», οι οποίες, σημειώνει, «πλήττονται σφόδρα από το δεύτερο κύμα της πανδημίας, σε αντίθεση με το πρώτο κύμα, ενώ είναι μεταξύ αυτών που ωφελούνται περισσότερο, σε καθαρούς όρους, από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο [σ.σ.:  τον επταετή προϋπολογισμό της Ενωσης], αλλά και από το Ταμείο Ανάκαμψης. Συνεπώς θα είναι πολύ δύσκολο να δικαιολογηθεί το βέτο».

Οπως σημειώνει ο Τζεντιλόνι, το ποσοστό επιχορηγήσεων προς ΑΕΠ που θα λάβουν η Ουγγαρία και η Πολωνία μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης θα φτάνει το 4,3% και το 4,4% αντίστοιχα. Το ποσοστό της Ισπανίας, συγκριτικά – της χώρας που έχει πληγεί βαρύτερα από όλες στην Ε.Ε. από την πανδημία– είναι 3,7%. 

«Δεν κατανοώ πώς θα μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα χωρίς αυτούς τους πόρους και χωρίς το ΠΔΠ. Γιατί δεν έχουμε καμία πρόθεση να αποσυνδέσουμε το ΠΔΠ από το Next Generation EU [η επίσημη ονομασία του Ταμείου Ανάκαμψης]». 

Ερωτώμενος αν πρέπει να αναζητηθεί μία διαφορετική, διακυβερνητική λύση μεταξύ των 25 κρατών-μελών για το Ταμείο Ανάκαμψης αν η Πολωνία και η Ουγγαρία επιμείνουν στις ενστάσεις τους, ο επίτροπος Οικονομίας απαντά αρνητικά. «Δεν πιστεύω ότι πρέπει να εργαστούμε επί κάποιου σχεδίου Β. Πρέπει να εργαστούμε ώστε να ξεπεράσουμε αυτήν την κατάσταση και υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για να το κάνουμε. Η ισχύς της ευρωπαϊκής αντίδρασης στην κρίση συνίσταται στο ότι είναι μία κοινή αντίδραση μέσω των ευρωπαϊκών θεσμών. Αυτή η αντίδραση είναι που έδωσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα νέο ειδικό βάρος στις χρηματαγορές και ενίσχυσε τον ρόλο του ευρώ. 

Συνέπειες 

Το να μετατραπεί αυτή η πρωτοβουλία σε μία διακυβερνητική συμφωνία δεν είμαι σίγουρος ότι θα βοηθήσει να επιταχυνθούν τα πράγματα. Αλλά είμαι σίγουρος ότι θα έχει αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα της πρωτοβουλίας, που βασίζεται στο γεγονός ότι συνδέεται με τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. και στο ότι η αποπληρωμή [των ποσών που θα αντλήσει η Επιτροπή από τις αγορές] θα γίνει με ίδιους πόρους της Ενωσης στο πλαίσιο ενός πανευρωπαϊκού εγχειρήματος. Αν μάλιστα λειτουργήσει καλά το εγχείρημα, θα μπορέσουμε ενδεχομένως να το επαναλάβουμε. Αρα δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω από αυτούς τους φιλόδοξους στόχους στο όνομα της παράκαμψης των βέτο των δύο χωρών». 

Μηνύματα

Οπως αναφέρει ο επίτροπος, ένας μικρός αριθμός κρατών-μελών έχει ήδη καταθέσει τα πρώτα προσχέδια των Σχεδίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας – «κάποια είναι πιο ολοκληρωμένα, άλλα λιγότερο». «Είμαστε σε επαφή τόσο με χώρες που έχουν στείλει προσχέδια όσο και με άλλες που ακόμα τα επεξεργάζονται», λέει.

Παράλληλα, τρέχει η αξιολόγηση των προσχεδίων προϋπολογισμού, που θα είναι φέτος διαφορετική από άλλες χρονιές. Οπως εξηγεί ο Τζεντιλόνι, λόγω της αναστολής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης με την ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας εξαίρεσης δεν υπάρχουν φέτος ποσοτικές συστάσεις για τα δημόσια οικονομικά των κρατών-μελών. «Στέλνουμε ωστόσο κάποια μηνύματα μέσω του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου [σ.σ.: δημοσιεύθηκε χθες], για παράδειγμα στις χώρες με υψηλό επίπεδο χρέους αλλά και σε χώρες που έχουν λάβει μέτρα που δείχνουν να έχουν πάρει μόνιμα αντί για προσωρινά μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας, τα οποία συνδέονται με την αντιμετώπιση της πανδημίας. Αυτό αφορά ειδικά (μεταξύ άλλων) τη Γαλλία και την Ιταλία». Εξηγεί, όμως, πως δεν σημαίνει ότι θα ζητηθεί από τις χώρες αυτές να αλλάξουν πολιτική. «Αλλά σημειώνουμε ότι ορισμένα μέτρα δημιουργούν μόνιμα δημοσιονομικά βάρη, που θα μπορούσαν να έχουν συνέπειες σε βάθος χρόνου στη δημοσιονομική βιωσιμότητα των χωρών αυτών». 

Σχετικά με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα, ο Τζεντιλόνι τονίζει ότι «οι τράπεζες είναι πολύ πιο ανθεκτικές από ό,τι ήταν κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης. Φυσικά, μία παρατεταμένη κρίση δημιουργεί κινδύνους αυξημένων πτωχεύσεων και προβλημάτων ρευστότητας σε εταιρείες, οι συνέπειες των οποίων θα επηρεάσουν και τις τράπεζες. Αλλά δεν βλέπουμε κάποια σοβαρή τέτοια ένδειξη αυτήν τη στιγμή». Προσθέτει δε ότι από τα 3 τρισ. ευρώ σε έκτακτες κρατικές ενισχύσεις που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του προσωρινού πλαισίου που θεσμοθέτησε η Κομισιόν ανταποκρινόμενη στην κρίση, «μόνο ένα σχετικό μικρό μέρος έχει δαπανηθεί – άρα υπάρχει ακόμα σημαντική δύναμη πυρός για να αποτραπούν πτωχεύσεις».