ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο «Ντον Τζοβάννι» σε… ξενοδοχείο

Ο σκηνοθέτης Τζον Φούλτζεϊμς μιλάει στην «Κ» για τις προκλήσεις της νέας εποχής και τη νέα συμπαραγωγή της ΕΛΣ

o-nton-tzovanni-se-xenodocheio-561205900

Στην εποχή των ψηφιακών συνεντεύξεων, ο λόγος έχει το προβάδισμα. Καθώς η γοητεία της φυσικής παρουσίας χάθηκε, και μαζί της η «χημεία» που δημιουργείται κάποιες φορές στη ζωντανή συνάντηση των ανθρώπων βοηθώντας να καταλάβουμε καλύτερα τον συνομιλητή, τώρα οι λέξεις πρωταγωνιστούν. Ο σκηνοθέτης Τζον Φούλτζεϊμς αυτό θα το ονόμαζε μια νέα «πρόκληση», και χρησιμοποιεί διαρκώς τη λέξη «πρόκληση» αντί για τη λέξη «δυσκολία». 

Συνεπώς, ευθύς εξαρχής τοποθετείται δίπλα στους αισιόδοξους και τους μαχητές, εκείνους που δεν υποχωρούν μπροστά στις αντιξοότητες. Αν θα χρειαστούν αλλαγές προκειμένου να συνεχίσει ο πολιτισμός να προσφέρει στην ανθρωπότητα; Βεβαίως και θα χρειαστούν, υποστηρίζει. Τι έχει προτεραιότητα μέσα σε αυτές τις συνθήκες; «Να διατηρούμε τους καλλιτέχνες και το κοινό μας ασφαλείς και, ενώ ανταποκρινόμαστε στις εξελισσόμενες κυβερνητικές οδηγίες, να προσαρμόζουμε τα σχέδιά μας έτσι ώστε να διατηρούμε τον δεσμό μας με το κοινό μας», λέει.

o-nton-tzovanni-se-xenodocheio0
Τους βασικούς ρόλους ερμηνεύουν διακεκριμένοι μονωδοί και τη μουσική διεύθυνση έχει ο Ντάνιελ Σμιθ. Φωτ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Βασιλικής Οπερας της Δανίας από το 2017 και επί 6  χρόνια αναπληρωτής διευθυντής της Βασιλικής Οπερας του Λονδίνου (2011-2017) είναι ένα πρόσωπο-κλειδί για τον κόσμο της όπερας. Γνωρίζει πολύ καλά όσα συμβαίνουν παγκοσμίως σε αυτό τον χώρο. Συνεπώς, μία αποκλειστική συνέντευξη μαζί του σε μια στιγμή μάλιστα κατά την οποία η όπερα μοιάζει να κλυδωνίζεται λόγω των ασφυκτικών περιοριστικών μέτρων, είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. 

Εδώ όμως έχουμε έναν λόγο παραπάνω, αφού σκηνοθετεί τη μεγάλη διεθνή συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την Οπερα του Γκέτεμποργκ και τη Βασιλική Οπερα της Δανίας, τον «Ντον Τζοβάννι» του Μότσαρτ. Η παράσταση επρόκειτο να κάνει πρεμιέρα για το κοινό στις 12 Δεκεμβρίου στην Αθήνα, αλλά βεβαίως άλλαξαν τα πλάνα. Στις ίδιες περίπου ημερομηνίες κινηματογραφήθηκε ζωντανά με οκτακάμερο σύστημα υψηλής τεχνολογίας και θα είναι διαθέσιμη στη νέα διαδικτυακή τηλεόραση της ΕΛΣ, τη GNO TV (nationalopera.gr/GNOTV), μέσα στον Ιανουάριο.
Ο σκηνοθέτης, ωστόσο, ήρθε στην Αθήνα στις αρχές του Οκτώβρη, και όπως συνηθίζεται, έκανε πρόβες για περίπου 5 εβδομάδες. Εν μέσω ποικίλων «προκλήσεων», όπως θα έλεγε. Ως δημιουργός, αλλά παράλληλα ως υπεύθυνος για την καλλιτεχνική πορεία ενός μεγάλου ευρωπαϊκού λυρικού θεάτρου πώς αντιμετωπίζει όλο αυτό το κλίμα της αβεβαιότητας, μάλιστα σε τέτοιας κλίμακας παραγωγές, τον ρωτάμε. «Φέτος όλοι μάθαμε να ζούμε και να εργαζόμαστε με ευελιξία», απαντά. «Δεχόμαστε ότι τα χρονοδιαγράμματα που κανονικά καθορίζονται 3 χρόνια νωρίτερα, αλλάζουν από μέρα σε μέρα. Αυτό μας δυσκολεύει με πολλούς τρόπους, και κυρίως στον συντονισμό εργασιών που αποτελούνται από πολλά επιμέρους τμήματα. Οι άνθρωποι εργάζονται σκληρότερα και όλοι μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε ψυχολογικά την αβεβαιότητα. Αλλά παίρνουμε κι ένα αντάλλαγμα: Μαθαίνουμε να δίνουμε προτεραιότητα στην ουσία».

Η ιδέα του για τη σκηνική μεταφορά του έργου σε διαφορετικό χρόνο από το τέλος του 18ου αιώνα, οδήγησε τον Φούλτζεϊμς στη δημιουργία ενός σύνθετου, πολύπλευρου σκηνικού που είναι κατασκευασμένο από 3,5 τόνους αλουμινίου. Ο χώρος όπου ο «Ντον Τζοβάννι» θα ξεδιπλώσει την ακόλαστη προσωπικότητά του, αποκαλύπτοντας τα πάθη που τον οδηγούν στον θάνατο, είναι ένα ξενοδοχείο. Η έκπληξη προφανώς προκαλεί μια νέα ερώτηση: Τι άλλο πρέπει να γνωρίζουμε για το δικό του «Ντον Τζοβάννι»;

o-nton-tzovanni-se-xenodocheio2
Τον ρόλο του Ντον Τζοβάννι ερμηνεύει ο βαρύτονος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Τάσης Χριστογιαννόπουλος.
Φωτ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

«Νοηματική μεταφορά»

«Αισθάνεται κανείς τεράστια ευθύνη όταν μεταφέρει στη σκηνή ένα τέτοιο αριστούργημα: είναι μία από τις πιο σπουδαίες μουσικές συνθέσεις για όπερα και ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους μύθους», απαντά. 

«Ηταν λοιπόν μεγάλη μου χαρά να το σκηνοθετήσω φέτος, παρόλο που υπήρχαν ιδιαίτερες προκλήσεις: Οι τραγουδιστές φορούσαν μάσκες σε όλες σχεδόν τις πρόβες, και πολλοί από τους καλλιτέχνες εργάζονται με αυξημένες αποστάσεις μεταξύ τους. Ο “Τζοβάννι” είναι πραγματικά μια όπερα με πάρα πολλά επίπεδα. Αφενός είναι μια ιστορία ελευθεριότητας: η χαλάρωση των ηθών φτάνει στο τέλος της, καθώς η κοινωνία και η τάξη ανακτούν τον έλεγχο. Από μια άλλη οπτική γωνία είναι μια ιστορία προσωπικής εξέλιξης: ένας άνθρωπος ζει τη ζωή στο έπακρο, εκτιμώντας όλες τις εμπειρίες που του προσφέρονται, έτσι ώστε στο μέλλον να αντιμετωπίσει τον θάνατο χωρίς φόβο. Προσπαθήσαμε λοιπόν να βρούμε έναν τρόπο να πούμε την ιστορία με σαφήνεια, και να εξισορροπήσουμε τις σκοτεινές και κωμικές πτυχές της όπερας. Είναι ένα έργο για τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία και ταυτόχρονα τη σχέση του ιδιωτικού με το δημόσιο. Ετσι αναζητήσαμε και βρήκαμε ένα “περιβάλλον” που είναι οικείο, προσωπικό αλλά ταυτόχρονα κτήμα πολλών. Ενα ξενοδοχείο μάς φάνηκε η τέλεια νοηματική μεταφορά. Εκεί τοποθετήσαμε την παραγωγή, αν και δεν μοιάζει με κάποιο ξενοδοχείο στο οποίο έχει μείνει ποτέ κάποιος από εμάς».

o-nton-tzovanni-se-xenodocheio4
Η φιλόδοξη παραγωγή θα παρουσιαστεί την άνοιξη στο Γκέτεμποργκ και ακολουθεί η Κοπεγχάγη. Φωτ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

«Να δούμε τις δυνατότητες του τόπου και να εστιάσουμε στους ερμηνευτές»

Μέσα στη χρονιά που τώρα τελειώνει –βεβαίως λόγω των περιορισμών που επιβάλλει η πανδημία– η Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης ανέστειλε τη λειτουργία της. Επίσης, η Βασιλική Οπερα του Λονδίνου πούλησε ένα έργο του Ντέιβιντ Χόκνεϊ –μια προσωπογραφία– για να παραμείνει βιώσιμη, όπως δήλωσαν οι υπεύθυνοι. «Πιστεύετε ότι ο κόσμος της όπερας βρίσκεται σε κίνδυνο;», ρωτάμε τον Τζον Φούλτζεϊμς.

«Στην Ευρώπη, όπου οι κυβερνήσεις κατανοούν ότι ο ρόλος τους είναι να προάγουν τη δημόσια πολιτιστική ζωή, η όπερα έχει ένα ασφαλές μέλλον. Παραμένει μια εξαιρετικά σημαντική πολιτιστική εμπειρία για εκατομμύρια ανθρώπους», απαντά. «Η όπερα στη Βρετανία υποστηρίζεται από ένα συνδυασμό ιδιωτικής και δημόσιας χρηματοδότησης. Το πορτρέτο αγοράστηκε στην πραγματικότητα από τον πρόεδρο της Royal Opera, ο οποίος το επέστρεψε στον Οργανισμό». 
 

o-nton-tzovanni-se-xenodocheio6
Ο σκηνοθέτης και διευθυντής της Βασιλικής Οπερας της Δανίας, Τζον Φούλτζεϊμς. Φωτ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

– Ποιες από τις εξελίξεις που συμβαίνουν τώρα, πιστεύετε ότι θα παραμείνουν;

– Προφανώς όλοι απολαμβάνουμε την όπερα από την άνεση του καθιστικού μας και πολλοί Οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένης της ΕΛΣ, έχουν επενδύσει κεφάλαια στη βιντεοσκόπηση της δουλειάς τους και τη διαδικτυακή της παρουσίαση (streaming). Αυτό σημαίνει ότι όλο και περισσότερες παραγωγές ταξιδεύουν διεθνώς, καθώς ο ψηφιακός κόσμος δεν αντιμετωπίζει εμπόδια. Γι’ αυτό νομίζω ότι μια ενδιαφέρουσα συνέπεια της τωρινής συνθήκης είναι ότι μπορεί να ανοίξει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή, ή και παγκόσμια συζήτηση για την όπερα.

Δεύτερον, νομίζω ότι όλοι αναγκαστήκαμε να επικεντρωθούμε στο ουσιώδες. Πολλοί στον χώρο του θεάματος εργαζόμαστε εν μέσω αυστηρών περιορισμών και υποχρεωνόμαστε καθημερινά να κάνουμε συμβιβασμούς. Αυτό μας αναγκάζει να εστιάσουμε στο πιο σημαντικό στοιχείο: στην όπερα είναι η επικοινωνία του συναισθήματος μέσω του τραγουδιού. Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη διαπίστωση σε συνδυασμό με την ολοένα αυξανόμενη συνειδητοποίηση της ανάγκης για μεγαλύτερη βιωσιμότητα, σημαίνει ότι η εποχή των μεγάλων φυσικών παραγωγών έχει παρέλθει. Πρέπει να επικεντρωθούμε στους ερμηνευτές. Αλλωστε, η υποχρεωτική ψηφιακή παρουσίαση της όπερας και η αποστασιοποίηση που συνεπάγεται, μας έχει ανοίξει την όρεξη. Θέλουμε να τους ξαναδούμε ζωντανά, να έχουμε μια προσωπική συνάντηση μαζί τους. 

Τρίτον, μάθαμε να κοιτάζουμε τις δυνατότητες του τόπου μας. Η όπερα υπερηφανεύεται για τον διεθνή χαρακτήρα της, αλλά όλοι έχουμε πολλούς και καλούς εγχώριους καλλιτέχνες. Νομίζω ότι πλέον τους εκτιμούμε περισσότερο, κι αυτό ήταν αποτέλεσμα της πανδημίας: δουλέψαμε περισσότερο μαζί τους επειδή δεν χρειάζεται να ταξιδέψουν ή να μπουν σε καραντίνα. Είναι επίσης καλλιτέχνες παρόντες στην κοινωνική ζωή του τόπου – και ήταν κοντά μας όσο ποτέ πριν, κάνοντας μουσική δωματίου, τραγουδώντας στον δρόμο ή στα μπαλκόνια τους.
 
– Τι μπορούν να μάθουν οι οργανισμοί αλλά και οι λυρικοί καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο από τη συγκεκριμένη εμπειρία; 

– Φέτος έγινε μια βασική διάκριση μεταξύ των Οργανισμών που επέλεξαν να δημιουργήσουν «ζωντανές» εκδηλώσεις για το Διαδίκτυο, και εκείνων που διαθέτουν μέσω streaming τη δουλειά τους ανά πάσα στιγμή. Νομίζω ότι είναι πολύ νωρίς για να πούμε ποιο μοντέλο εκτιμάται περισσότερο από το κοινό ή συμβάλλει ώστε να δημιουργηθεί μια πιο μακροχρόνια σχέση μαζί του. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι το ζωντανό θέαμα είναι αναντικατάστατο. Σε τελική ανάλυση, η όπερα και το θέατρο είναι θεμελιώδεις συλλογικές εμπειρίες.

Η πρόκληση που προκύπτει από το streaming είναι ότι οι άνθρωποι, κατά μέσον όρο, τείνουν να παρακολουθούν κάτι ψηφιακά για μικρό χρονικό διάστημα. Και όλοι ξέρουμε ότι δεν μπορεί κανείς να εισπράξει πραγματικά τον πλούτο από τους «Γάμους του Φίγκαρο» για παράδειγμα, ή την «Τόσκα» μέσα σε είκοσι λεπτά. Μπορεί φυσικά, βλέποντας μικρά clips, να ευχαριστηθεί τη μουσική και να αναπτύξει μια αγάπη για την τέχνη. Ομως η όπερα απαιτεί τη δημιουργία μιας καλλιτεχνικής εκδήλωσης, που θα μας κρατήσει κοντά της για μια ολόκληρη βραδιά. Ετσι, αν αναρωτιόμαστε πώς θα πρέπει να παρουσιάζονται ολοκληρωμένες οι όπερες στον ψηφιακό κόσμο, νομίζω ότι είναι προτιμότερο το μοντέλο της «ζωντανής» εκδήλωσης.