ΘΕΑΤΡΟ

Δημήτρης Λιγνάδης στην «Κ»: «Δεν εκτιμώ το αρχαίο δράμα ως αντικέρ»

Ο Δ. Λιγνάδης μιλάει για πρώτη φορά για την Ερευνητική Σκηνή του Εθνικού

dimitris-lignadis-stin-k-den-ektimo-to-archaio-drama-os-antiker-561221005

Μια ματιά να ρίξει κανείς στο βιογραφικό του Δημήτρη Λιγνάδη, λίγα στοιχεία να γνωρίζει για την πορεία του και αμέσως επιβεβαιώνεται ένα βασικό χαρακτηριστικό του: η λεγόμενη «κλασική παιδεία». Δεν προέκυψε μόνον από τις σπουδές του ή από τη δουλειά του ως ηθοποιού, σκηνοθέτη και καθηγητή, αλλά και από το μεγάλωμά του, από τις παραστάσεις που παρακολουθούσε με την οικογένειά του στην Επίδαυρο, όπως ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» με τον Αλέξη Μινωτή.

«Είχα γοητευτεί πολύ από αυτό το θέατρο και από τον ίδιο τον Μινωτή», διηγείται στην «Κ» ο Δημήτρης Λιγνάδης. «Η πρώτη μου σαγήνη από το αρχαίο δράμα ήταν ψυχαγωγικής φύσεως. Επειτα το σπούδασα και άρχισα να το ερευνώ. Δεν το εκτίμησα όμως ως αντικέρ. Το εκτίμησα ως ένα είδος θεάτρου που συναιρεί την ποίηση, την κίνηση, τον χορό, τη φιλοσοφία και που την ίδια στιγμή μπορεί να είναι εμπορικό και λαϊκό».

Με αυτά ως δεδομένα, δεν ήταν παράξενο που το φθινόπωρο του 2019, στην πρώτη του συνέντευξη Τύπου ως καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, ανακοίνωσε μεταξύ άλλων ότι η Πειραματική Σκηνή του θα αποκτήσει ερευνητικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα με έμφαση στο αρχαίο δράμα. Τον Οκτώβριο το πράγμα έγινε πιο επίσημο. Μαζί με το πρόγραμμα της τρέχουσας καλλιτεχνικής περιόδου ανακοινώθηκε και η Ερευνητική Σκηνή, που θα φιλοξενήσει αρχαιόθεμα εγχειρήματα. Τα εγκαίνιά της, ως πρώτη υλοποίηση της αρχικής δέσμευσης του Δημήτρη Λιγνάδη, θα γίνουν την Κυριακή, στις 7 μ.μ., στη διεύθυνση livestream.n-t.gr, με τη ζωντανή μετάδοση της «Μήδειας» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Μάρθας Φριντζήλα.

Μια πρώτη απορία αφορά την επιλογή της «έρευνας» έναντι του «πειράματος». Ο Δημήτρης Λιγνάδης εξηγεί: «Η μετονομασία δεν σημαίνει κατάργηση του οράματος και του έργου της Πειραματικής Σκηνής. Η ευεργεσία της αφομοιώθηκε από όλες τις σκηνές του Εθνικού Θεάτρου και της Ελλάδας. Επίσης, το πείραμα έχει να κάνει με την έκφραση, ενώ η έρευνα έχει ένα στοχευμένο πεδίο. Η Ερευνητική Σκηνή αποτελεί μετεξέλιξη της Πειραματικής, με αναπροσαρμογές στη λειτουργική διάσταση και στη σκοποθεσία, οι οποίες συνάδουν με τις καταστατικές αρχές του Εθνικού Θεάτρου. Ο νομοθέτης του προέβλεψε ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στη μελέτη και στην εκπαίδευση ως προς το αρχαίο δράμα».

Αν και θα ήθελε να μπορεί να πει περισσότερα («μην ξεχνάτε ότι συνδιοικώ ένα θέατρο μαζί με τον κορωνοϊό»), ο κ. Λιγνάδης διευκρινίζει ότι αντικείμενο του νέου εγχειρήματος θα είναι αρχικά η θεατρική έρευνα σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής αλλά και λατινικής γραμματείας, που όμως δεν ανήκουν μόνο στα δραματικά είδη. Και αυτό, παρότι πιστεύει ότι το αρχαίο δράμα θα μπορούσε να αποτελεί ξεχωριστή μονάδα παραγωγής του Εθνικού Θεάτρου. «Είναι περίεργο ότι αυτό δεν έχει συμβεί συντεταγμένα, αλλά αποσπασματικά», παρατηρεί. «Ισως γιατί πολλοί φοβόντουσαν το αρχαίο δράμα ή τους μύριζε μούχλα».

Οπως και να έχει, τα κείμενα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν θεατρικά και να προσφέρουν ένα ψυχαγωγικό βίωμα, με δύο βασικούς στόχους: την εκπαίδευση σε εθνικό επίπεδο και την ανάδειξη του ελληνικού πολιτισμού μέσα από την εξωστρεφή διάδοση της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς.

«Δεν θέλω κάτι που θα αφορά λίγους και ειδικούς», τονίζει. «Η Ερευνητική Σκηνή θα μπορούσε να αποτελεί πόλο έλξης ενός ευρύτερου, διεθνούς κοινού, επομένως δεν θα δαιμονοποιήσω την παράμετρο του τουριστικού ενδιαφέροντος. Το Εθνικό Θέατρο πηγαίνει κάθε καλοκαίρι στην Επίδαυρο με δύο παραγωγές. Θα μπορούσε όμως να λειτουργεί και ένα παρακλάδι ξέχωρα, δώδεκα μήνες τον χρόνο, που θα προσελκύει και τον επισκέπτη της χώρας. Που θα έχει βάθος, αλλά και εύρος. Θα ήθελα να υπάρχει δραστηριότητα πέραν των παραγωγών στην Επίδαυρο. Για παράδειγμα, με δράσεις σε μουσεία και σε αρχαιολογικούς χώρους. Το πρόγραμμα “Ολη η Ελλάδα ένας πολιτισμός” μας έδωσε ένα καλό feedback, αλλά η ιδέα της αξιοποίησης των αρχαιολογικών χώρων επί το συγχρονότερο με ακολουθεί χρόνια».

Παραστάσεις

Παραστασιακά μιλώντας, εκτός από τη «Μήδεια», στο τέλος της οποίας θα ακολουθήσει διαδικτυακή συζήτηση συντελεστών και κοινού, σειρά έχει μια διαδικτυακή μετάδοση των «Περσών» του Αισχύλου που ο Δημήτρης Λιγνάδης ανέβασε το καλοκαίρι (θα προβληθούν για δεκαπέντε ημέρες και θα ολοκληρωθούν επίσης με συζήτηση) και έπειτα οι «Βάκχες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Αντζελας Μπρούσκου. Τις παραστάσεις θα συνοδεύουν προλογικές τοποθετήσεις των σκηνοθετών, αλλά και ηλεκτρονική έκδοση των προγραμμάτων τους, ενώ το όλο εγχείρημα θα συμπληρώσουν μεταξύ άλλων διαδικτυακές ομιλίες, που θα πραγματοποιηθούν σε συνεργασία με πανεπιστήμια, επιστρατεύοντας ακαδημαϊκούς και ανθρώπους του θεάτρου. «Στόχος μου», σημειώνει ο Δημήτρης Λιγνάδης, «να συζευχθεί επιτέλους το επιστημονικό με το καλλιτεχνικό».

Το αρχαίο δράμα, βέβαια, έχει απασχολήσει στοχαστές και δημιουργούς όπως ο Αριστοτέλης, ο Γκαίτε, ο Νίτσε, ο Παζολίνι, ο Μάρκες κ.ά. Να περιμένουμε άραγε από την Ερευνητική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου έμφαση σε συγκεκριμένες θεωρητικές προσεγγίσεις; «Το Εθνικό Θέατρο πρέπει να είναι ανοιχτό σε ένα μεγάλο φάσμα σχολών», αποκρίνεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του. «Δεν ανήκω σε κάποιο ρεύμα, αλλά αν με πίεζε κάποιος, θα έλεγα ότι θέλω να επαναφέρω την αξιοποίηση του λόγου, του κειμένου. Σίγουρα δεν είμαι αποδομιστής – την πέρασα αυτήν τη φάση και παραμένω υγιής».

Και τι γίνεται με τους τυχόν κινδύνους των «εθνικών» προσεγγίσεων; «Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι μιλάτε με έναν Ελληνα που αγαπάει τον τόπο του και έχει εμβαπτιστεί σε κάποια νάματα που λέγονται αρχαία ελληνική λογοτεχνία και ιστορία. Προλαβαίνω την ερώτηση: μόνο η αρχαιότητα διατίθεται προς έρευνα; Οχι, αλλά το Εθνικό Θέατρο, υπό την καλλιτεχνική μου διεύθυνση, θα κάνει αυτό που επιβάλλουν οι δικές του και οι δικές μου αρχές, χωρίς να στενεύει το αρχαίο δράμα σε ένα μουσειακό προσκύνημα».

Οπως θα παρατηρούσε πάντως ένας αρχαίος ρήτορας, για όλα τα παραπάνω: «δει δη χρημάτων». Ο Δημήτρης Λιγνάδης το ξέρει: «Η έκτακτη επιχορήγηση του υπουργείου Πολιτισμού ήταν τεράστια ανάσα. Το οικονομικό πάντοτε θα με απασχολεί, όπως και κάθε διευθυντή, αν δεν επανέλθει η επιχορήγηση στα προ μνημονίου επίπεδα. Η Ερευνητική Σκηνή, ωστόσο, μπορεί να γίνει και με λίγα χρήματα».

Η αξιολόγησή της είναι ζήτημα κυρίως μελλοντικό. «Δεν με ενδιαφέρουν τα πυροτεχνήματα που θα κρατήσουν όσο η θητεία μου», καταλήγει. «Πολλές φορές, το γόνιμο έχει βραδεία καύση. Ενας σπόρος δεν είναι τόσο όμορφος όσο ένα λουλούδι. Στο Εθνικό Θέατρο, όμως, σημαντικό είναι το τι συνεισφέρεις, όχι μόνο στην ψυχαγωγία και στην έκφραση, αλλά και στην εκπαίδευση. Τα έργα υποδομής χρειάζονται τουλάχιστον μία τριετία. Είναι η ελάχιστη μονάδα μέτρησης».