ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενίσχυση της ρευστότητας ζητούν οι ξενοδόχοι

Ενίσχυση της ρευστότητας ζητούν οι ξενοδόχοι

Σε κρίσιμη καμπή βρίσκεται ο ξενοδοχειακός κλάδος, με τη διαδικασία της αποσωλήνωσής του από την κατάσταση «εντατικής» στην οποία έχει περιέλθει, λόγω της πανδημίας, να αργεί. 

0O πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Αλέξανδρος Βασιλικός, στη συνέντευξή του στην «Κ» επισημαίνει την ανάγκη ισχυρής ένεσης ρευστότητας της αγοράς. Οπως σημειώνει  δείχνοντας το εύρος του προβλήματος, τα κατειλημμένα δωμάτια όλου του τριμήνου Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2020 ήταν λιγότερα από τα αντίστοιχα του Σεπτεμβρίου του 2019. Αναφορικά με το 2021, ο Αλ. Βασιλικός εκτιμά ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνει οποιαδήποτε πρόβλεψη όταν οι αβεβαιότητες παραμένουν μεγάλες και οι αστάθμητοι παράγοντες εξακολουθούν να είναι πολλοί. Θυμίζει όμως ότι η ζημιά των ξενοδοχείων πέρυσι και φέτος δεν οφείλεται σε λανθασμένες επιχειρηματικές αποφάσεις, αλλά επιβλήθηκε μέσα σε συνθήκες που προσιδιάζουν σε αυτές των φυσικών καταστροφών και για αυτό πρέπει να αντιμετωπιστούν με τους ίδιους όρους.
 
– Για να ξεκινήσουμε από τα πιο πρόσφατα δεδομένα, τι αποτύπωσε η τελευταία έρευνα του ΙΤΕΠ για λογαριασμό του ΞΕΕ, σχετικά με τις επιπτώσεις της πανδημίας στον ξενοδοχειακό κλάδο το 2020;

– Τα ελληνικά ξενοδοχεία βρίσκονται σε ένα πολύ οριακό σημείο. Ο ξενοδοχειακός τζίρος βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση, καθώς από τα 8,4 δισ. ευρώ το 2019 πέσαμε σε 1,8 δισ. το 2020. Σκεφθείτε μάλιστα πως κι ένα 15,2% αυτού του τζίρου παραμένει ακόμη ανείσπρακτο, μιλάμε για 278,4 εκατ. ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή έχουμε μια μείωση 83% των προκαταβολών για το 2021 που μεταφράζεται σε 620 εκατ. Ετσι, επιπλέον της λειτουργικής ζημίας αθροίζουν και 900 εκατ. έλλειμμα ρευστότητας. Η ετήσια έρευνα του ΙΤΕΠ τεκμηριώνει απόλυτα και με ακρίβεια αυτό που είπαμε σε όλους τους τόνους, όλο αυτό το διάστημα, πως το 2020 ήταν μια χρονιά μεγάλων απωλειών και πως για να παραμείνει ισχυρός ο κλάδος και να μπορέσει να συνεχίσει την προσφορά του στην κοινωνία και στην οικονομία, έχει ανάγκη από μια μεγάλη ένεση ρευστότητας. Η ενίσχυση της ρευστότητας είναι το οξυγόνο που θα επιτρέψει στο ξενοδοχείο να πάρει ανάσα, έπειτα από αυτήν την πρωτοφανή και χωρίς ιστορικό προηγούμενο στα 70 χρόνια του ελληνικού τουρισμού βουτιά. 
 
– Οταν ξεκινούσε, σχεδόν πριν από ένα χρόνο αυτή η περιπέτεια, πιστεύατε πως θα είναι τόσο αρνητικά τα αποτελέσματα ή σας ξάφνιασαν και εσάς;

– Οχι, δεν μας ξάφνιασαν καθόλου. Το ΙΤΕΠ για λογαριασμό του ΞΕΕ έκανε όλο αυτό το διάστημα, από το πρώτο lockdown μέχρι και τον περασμένο Δεκέμβριο, συνεχείς κυλιόμενες έρευνες. Για αυτό και ήδη από τον περασμένο Απρίλιο είδαμε έγκαιρα το εύρος του προβλήματος και χτυπήσαμε το «καμπανάκι», παίρνοντας και το ρίσκο να φανούμε απαισιόδοξοι. Η εξέλιξη των πραγμάτων κατέδειξε πως η ερευνητική προσέγγισή μας όχι μόνο δεν δραματοποιούσε αυτό που ερχόταν, αλλά ήταν και συγκρατημένη τελικά σε σχέση με τα καίρια πλήγματα που υπέστη ο κλάδος και αποτυπώνονται πλέον σε όλη την έκτασή τους. Αρκεί να σας πω ότι μόνο τα κατειλημμένα δωμάτια όλου του τριμήνου Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2020 ήταν λιγότερα από τα αντίστοιχα του Σεπτεμβρίου 2019. Αυτό το στοιχείο από μόνο του δείχνει την έκταση του προβλήματος. Λάβετε δε υπόψη πως το ξενοδοχειακό προϊόν έχει καθημερινή ημερομηνία λήξης. Δεν αποθηκεύεται, δεν γίνεται στοκ, δεν μπορεί να προσφερθεί ετεροχρονισμένα με προσφορά, όπως συμβαίνει με προϊόντα άλλων κλάδων. Για το ξενοδοχείο ό,τι χάνεται είναι οριστικά χαμένο. Οπως συνέβη και με τη σεζόν των γιορτών για τη φιλοξενία στους ορεινούς προορισμούς, όπως συμβαίνει και με τα ξενοδοχεία συνεχούς λειτουργίας που βιώνουν έναν εξαιρετικά δύσκολο χειμώνα χωρίς αντικείμενο. Είναι ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνάς μας αυτό, καθώς από τις 3.965 ξενοδοχεία συνεχούς λειτουργίας της χώρας, μετά το πρώτο lockdown επαναλειτούργησε το 59% αυτών, δηλαδή 2.328 ξενοδοχεία, και από αυτά το 63% αναγκάστηκε να ξανακλείσει. Στο τέλος του 2020, ανοιχτά παρέμεναν μόλις 863 ξενοδοχεία συνεχούς λειτουργίας που αντιπροσωπεύουν το 22% του συνόλου.
 
– Το 2021 θα καταφέρει να αντισταθμίσει τις ζημείς του 2020;

– Μεταφορικά μιλώντας το 2020 είναι ακόμη εδώ κι όπως όλα δείχνουν αυτή η δυσάρεστη «παράταση» θα διαρκέσει όλο το πρώτο εξάμηνο του 2021. Συνεπώς είναι πολύ δύσκολο να κάνουμε οποιαδήποτε πρόβλεψη, όταν οι αβεβαιότητες παραμένουν μεγάλες και οι αστάθμητοι παράγοντες εξακολουθούν να είναι πολλοί. Τρίτο κύμα πανδημίας, μεταλλάξεις του ιού, καθυστερήσεις στα προγράμματα εμβολιασμού όλων των χωρών της Ε.Ε. δημιουργούν ένα περιβάλλον που μοιάζει με κινούμενη άμμο. Μπορούμε μόνο να εργαζόμαστε για να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις της τουριστικής ανάκαμψης και να ελπίζουμε πως θα καταφέρουμε τελικά να έχουμε το 2021 μια σεζόν βελτιωμένη σε σχέση με το 2020, αλλά σίγουρα  πολύ μακριά από κάθε σύγκριση με τις επιδόσεις του 2019.
 
– Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της ανάκαμψης του ελληνικού τουρισμού;

– Προτεραιότητα είναι να κρατήσουμε ζωντανό τον ξενοδοχειακό ιστό της χώρας ώστε να γίνει ξανά μοχλός για την ανάκαμψη όχι μόνο του τουρισμού αλλά συνολικά της οικονομίας, μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν. Αυτό σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο σημαίνει στήριξη του ξενοδοχείου, με την άμεση ενίσχυση της ρευστότητάς του. Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα σημαίνει σχέδιο 10ετούς ορίζοντα και εφαρμογή του. Σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη τις προτεραιότητες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίες θα διαμορφώσουν τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία από το 2021 και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδας ολοκληρώνει τέσσερις μελέτες που αφορούν την ενεργειακή συμπεριφορά και διαχείριση, την τεχνολογική διείσδυση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την προσβασιμότητα καθώς και το Reskilling και Upskilling του ανθρώπινου δυναμικού. Είναι ζητήματα που έρχονται στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος σήμερα, καθώς η πανδημία λειτουργεί ως καταλύτης και επισπεύδει την ανάγκη ανταπόκρισης σε τάσεις που προϋπήρχαν.
 
– Συναντάτε «ευήκοα ώτα» στις προτάσεις που κάνετε;

– Σίγουρα υπάρχει ανταπόκριση και δημιουργήθηκαν εργαλεία που βοήθησαν, όπως αυτό της επιστρεπτέας προκαταβολής. Ωστόσο, όπως ανέδειξε η έρευνά μας, τα κονδύλια που διατέθηκαν μέσω όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων κάλυψαν κατά μέσον όρο μόνο το 33% των αναγκών σε ρευστά διαθέσιμα των ξενοδοχείων. Χρειάζεται συνεπώς εμπλουτισμός και μια αναπροσαρμογή του «μείγματος» της χρηματοδότησης υπέρ της επιδότησης και όχι του δανείου, το οποίο θα το βρούμε μπροστά μας. Η ζημία των ξενοδοχείων δεν οφείλεται σε λανθασμένες επιχειρηματικές αποφάσεις αλλά επιβλήθηκε μέσα σε συνθήκες που προσιδιάζουν σε αυτές των φυσικών καταστροφών και για αυτό πρέπει να αντιμετωπιστούν με τους ίδιους όρους. Επιπλέον, το στοίχημα της επιβίωσης και της ανάκαμψης δεν αφορά στενά το ξενοδοχείο. Αφορά το σύνολο σχεδόν της πραγματικής οικονομίας, καθώς κατά μέσον όρο κάθε χρόνο, κατά την τριετία 2017-2019, τα ξενοδοχεία πραγματοποιούσαν 1 δισ. ευρώ επενδύσεις μόνο για ανακαίνιση και επισκευή. Μόνο για το 2020 υπολογίζεται από την έρευνα πως έλειψαν περίπου 750 εκατ. που θα ήταν τζίρος για πολλούς σχετιζόμενους κλάδους επαγγελματιών και επιχειρήσεων κι αυτό συνεπάγεται πολλαπλασιαστικές αρνητικές επιδράσεις στην αγορά και στην οικονομία.