ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το ασυνείδητο και η πανδημία

Η πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχανάλυσης και Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας, Χαρά Καραμανωλάκη, μιλάει στην «Κ»

to-asyneidito-kai-i-pandimia-561325393

Στις 17-18 Απριλίου θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά το 17ο Συμπόσιο της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχανάλυσης και Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας (ΕΕΨΨΨ), με προσκεκλημένες ομιλήτριες τη διεθνούς φήμης ψυχαναλύτρια Μαρίλια Αϊζενστάιν-Αβέρωφ και την ιστορικό Κατερίνα Γαρδίκα. Τίτλος του συμποσίου είναι «Εργαζόμενοι ψυχαναλυτικά την εποχή του κορωνοϊού». Είναι γεγονός ότι η πανδημία έχει πλήξει την ανθρωπότητα με πρωτοφανή τρόπο. Η ψυχανάλυση και η ψυχαναλυτική θεραπεία, που στόχο έχουν την ανάσυρση του ασυνειδήτου και τη θεραπεία των τραυμάτων, αναζητούν νέα εργαλεία, αποδεχόμενες το νέο παγκόσμιο τραύμα, για να στοχαστούν στη νέα εποχή. Η πρόεδρος της ΕΕΨΨ Χαρά Καραμανωλάκη μοιράζεται τις σκέψεις της με τους αναγνώστες της «Κ».

– Με τι τρόπους έχει αλλάξει η ψυχαναλυτική εργασία στην πανδημία; Τι καινούργιο καλείται να κάνει σήμερα ένας θεραπευτής ή ένας ψυχαναλυτής;
– Δύσκολη ερώτηση. Ας μη γελιόμαστε, η πανδημία της COVID-19 εισέβαλε στις ζωές μας και επέφερε βίαιες ανατροπές. Ανατροπές, που αναπόφευκτα επηρέασαν και την ψυχαναλυτική εργασία, η οποία χρειάστηκε να σταματήσει –έστω για λίγο– ή να συνεχισθεί μέσω τηλεφώνου ή της οθόνης ενός υπολογιστή, εν απουσία του σώματος, πολύτιμου εργαλείου, για την ανίχνευση και κατανόηση ασυνείδητων φαινομένων. Το σώμα του θεραπευόμενου από την πρώτη στιγμή της θεραπευτικής συνάντησης δίνει άρρητες πληροφορίες για όσα συμβαίνουν στον ψυχισμό του, τις οποίες ο θεραπευτής συχνά «ακούει» μέσω του δικού του σώματος. Αλλά και για όσους συνέχισαν να συναντούν τους θεραπευόμενους τους από κοντά, η χρήση των απαραίτητων προστατευτικών μέσων δήλωνε ότι το σώμα του άλλου, μέσω του αποτυπώματός του στο δωμάτιο, της αναπνοής, της φωνής, του κλάματος συνιστούσε έναν κίνδυνο, όχι μόνο φαντασιωτικό. Το πλαίσιο, δηλαδή τα σταθερά στοιχεία κάθε θεραπευτικής συνάντησης, δεν μπορούσε πια να εγγυηθεί την ασφάλεια της ενσώματης παρουσίας του θεραπευτικού ζεύγους, ενώ η αλλαγή του με την απουσία του σώματος συχνά διακινδύνευε την ουσία της. Εμπρός σε αυτήν τη νέα κατάσταση, ένα χρόνο μετά, ο ψυχαναλυτής χρειάζεται να βρει τους τρόπους, ώστε να διασφαλίσει το πλαίσιο εκείνο που θα αντέξει παλιά και πρωτόγνωρα άγχη και θα εγγυηθεί τη συνέχεια της ψυχαναλυτικής εργασίας, που παραμένει η ίδια, η εργασία με το ασυνείδητο.

– Πόσο εύκολο είναι να αποτιμήσουμε την τραυματική διάσταση της πανδημίας στους ανθρώπους από τη στιγμή κατά την οποία κανείς δεν έχει ορίζοντα πότε θα τελειώσει;
– Πόσο εύκολο είναι; Αφουγκράζομαι τα άγχη και τις αγωνίες των θεραπευομένων μου, αλλά και των ανθρώπων γύρω μου. Ο φόβος μην αρρωστήσεις, ο τρόμος όταν αρρωστήσεις για το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση, το να είσαι σε ένα νοσοκομείο χωρίς κάποιον δικό σου δίπλα σου, το να χάνεις έναν δικό σου χωρίς να μπορείς να τον αποχαιρετήσεις. Σκέφτομαι την αγωνία των ανθρώπων που δεν μπορούν να εργαστούν, τον φόβο αυτών που πρέπει να μπουν στο λεωφορείο για να πάνε στη δουλειά τους, την απόγνωση των καλλιτεχνών που αισθάνονται σαν η τέχνη τους να μην έχει καμιά αξία, ενώ σε δύσκολους καιρούς είναι περισσότερο αναγκαία. Πώς θα είναι η επόμενη μέρα για τα παιδιά που μαθαίνουν τον κόσμο με μασκοφορεμένα πρόσωπα, για τους νέους που τους ζητάμε να στερηθούν τη χαρά και τα προνόμια της νιότης; Τι από αυτές τις τραυματικές εμπειρίες θα αποδειχθεί τραύμα με ανεξίτηλες επιπτώσεις και τι μπορεί να επανορθωθεί και εντέλει να αποδειχθεί κερδοφόρο και για ποιον ψυχισμό; Είναι δύσκολη μια τέτοια αποτίμηση. 

Οι ψυχαναλυτές εργάζονται με την ψυχική πραγματικότητα εντός όμως της εξωτερικής πραγματικότητας, που σήμερα αναμφίβολα βιώνεται τραυματικά. Τα φανερά ή κρυφά ίχνη που αφήνουν οι τραυματικές εμπειρίες έχουν επιπτώσεις, όμως πάντα σε ένα δεύτερο χρόνο, «εκ των υστέρων» όπως μας δίδαξε ο Φρόιντ, το τραύμα θα αποκτήσει νόημα, θα αποτιμηθεί η παθογενετική ισχύς του.

Μια στιγμή αλήθειας, αρκεί να μη μείνει ορφανή νοήματος

– Eχουν αλλάξει οι παθολογίες εν μέσω πανδημίας;
– Τις τελευταίες δεκαετίες καινούργιες παθολογίες κάνουν την εμφάνισή τους ή «παλιές» κλινικές εικόνες τις κατανοούμε ψυχαναλυτικά με άλλους τρόπους, έχοντας καινούργια εργαλεία. Είναι πολύ νωρίς για να πούμε αν η πανδημία θα «αλλάξει» τις παθολογίες. Γνωρίζουμε όμως ότι σε περιόδους που η εξωτερική πραγματικότητα εισβάλλει στον ψυχισμό με έναν ωμό τρόπο ανατρέποντας βεβαιότητες, επιβάλλοντας στερήσεις, δημιουργώντας απώλειες, η επεξεργασία όσων συμβαίνουν είναι δύσκολη ή προσωρινά αδύνατη. Τότε πρώιμες άμυνες επικρατούν, όπως η άρνηση, η διχοτόμηση, η μανιακή υποτίμηση ή η παντοδυναμία. Τα παρανοϊκά άγχη αναζωπυρώνονται και θεωρίες συνωμοσίας επικρατούν, ενώ τα καταθλιπτικά άγχη μπορούν να οδηγήσουν σε απόσυρση, σε παραίτηση, σε μελαγχολία. Από την άλλη, ποια σκέψη παραμένει ζωντανή αν δεν αναρωτιέται και αμφιβάλλει, ποιος ψυχισμός εξελίσσεται αν δεν πενθήσει για τις ματαιώσεις και απώλειες που θα συναντήσει;

– Οι συνεδρίες που γίνονται μέσω του Διαδικτύου ή του τηλεφώνου είναι το ίδιο βοηθητικές;
– Θεραπείες μέσω τηλεφώνου ή Διαδικτύου πραγματοποιούνταν και πριν από κάποιους συναδέλφους. Δεν ανήκω σε αυτούς. Στην πανδημία, όμως, μετά το αρχικό μούδιασμα, η πλειονότητα των συναδέλφων τις υιοθέτησε. Αυτή η αναγκαστική εμπειρία οδηγεί σε διαπιστώσεις, που ακόμη δεν τις έχουμε κατανοήσει επαρκώς. Σε κάποιους θεραπευόμενους που η παρουσία του θεραπευτή δημιουργεί άγχος, αισθήματα ντροπής ή κατωτερότητας, πολλές φορές οι τηλεφωνικές ή διαδικτυακές συνεδρίες φαίνεται να λειτουργούν απελευθερωτικά. Ομως ταυτόχρονα υπάρχει ο κίνδυνος το τηλέφωνο ή η οθόνη να γίνουν μια ασυνείδητη «κρύπτη» για όσα δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε. Από την άλλη, η εμπειρία μου με θεραπευόμενους που θέλησαν να σταματήσουν τη θεραπεία για ένα μικρό διάστημα στην ένταση της πανδημίας, έως ότου μπορέσουμε να συναντηθούμε ενσώματα, είναι ότι οι συνδέσεις διατηρήθηκαν και ότι ο χρόνος αυτός δεν ήταν «χαμένος».

– Πόσο έχει επιβαρύνει όλο αυτό, πόσο έχει επηρεάσει το άγχος θανάτου τον ψυχισμό των θεραπευτών;
– Η αλλαγή του πλαισίου της θεραπείας, η απουσία του σώματος ή ένας τρόπος σωματικής παρουσίας που αποκαλύπτει επικινδυνότητα (τα καλυμμένα πρόσωπα, τα αντισηπτικά, οι αποστάσεις) έχουν επηρεάσει αναμφίβολα τους ψυχαναλυτές. Τα άγχη θανάτου εντείνονται, τα ναρκισσιστικά πλήγματα, οι απώλειες και τα πένθη προσδοκούν μια δυνατότητα επεξεργασίας. Χρειάζεται να καταφύγουν στο εσωτερικό τους πλαίσιο διατηρώντας το σταθερό, εμπρός στις εξωτερικές αλλαγές, να μην ξεχάσουν τον σκοπό της αναλυτικής συνάντησης, να μην καλύψουν οι θόρυβοι από τα ανοιχτά παράθυρα την ακρόαση του ασυνειδήτου. Χρειάζεται να κοπάσει η εσωτερική αναστάτωση για να μπορέσει ο αναλυτής να χρησιμοποιήσει τον ψυχισμό και το σώμα του προκειμένου να υποδεχθεί, να αντέξει, να κατανοήσει την ψυχαναλυτική διαδικασία. Θα σας εξομολογηθώ ότι στην πρώτη καραντίνα, υπό το κράτος της οδυνηρής έκπληξης και του άγνωστου, μετά μια μοναχική ημέρα στο ιατρείο μου καθισμένη στην οθόνη του υπολογιστή ή αντικρίζοντας για ώρα το ντιβάνι ή την καρέκλα άδεια απέναντί μου, μου ήταν απαραίτητο να γυρνάω στο σπίτι μου το βράδυ περπατώντας. Ας πούμε ότι ήταν η δική μου συνεδρία, όπου μπορούσα να αναλογιστώ για όσα είχα ή δεν είχα ακούσει στη διάρκεια της ημέρας, αλλά και για τη μοναξιά μου, τη βαρεμάρα, τον φόβο. Να αναμετρηθώ με τις αμφιβολίες που κατά στιγμές με κυρίευαν για το τι ακριβώς κάνω, τη σωματική απουσία, τη στέρηση του έως τότε αυτονόητου. Και περπατώντας, ήταν όλα γύρω μου τόσο περίεργα και τόσο γνώριμα συνάμα. Η αλλόκοτη αίσθηση ότι είσαι τελείως μόνη στους άλλοτε πολυσύχναστους δρόμους, χωρίς η ματιά σου να συναντά άλλον άνθρωπο, σαν σε ένα τοπίο μυστικό. Και από την άλλη, τα κτίρια ήταν πάντα εκεί, το Καλλιμάρμαρο στη θέση του, ο ίδιος αττικός ουρανός. Ηταν οι ίδιοι δρόμοι που περπατούσα πριν από την πανδημία, πριν ακόμη γίνω ψυχαναλύτρια, ήταν ο τόπος μου. Και έτσι τα άγχη, οι αμφιβολίες, τα αισθήματα ανημπόριας γίνονταν πιο ανεκτά, μιας και μπορούσα να ξανασυνδεθώ με τα «καλά εσωτερικά» μου αντικείμενα θα έλεγε η Μέλανι Κλάιν, με την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια που χαρακτηρίζει τη σχέση μαζί τους, να ξαναβρώ τη συνέχειά μου. Οι πανδημίες είναι ένα φαινόμενο με ιστορικότητα, όμως για τις δικές μας ζωές είναι μια πρωτόγνωρη τρομακτική εμπειρία, η οποία ταυτόχρονα μας ταρακουνά από μια θέση παντοδυναμίας, ψευδαίσθησης του ελέγχου της φύσης, λήθης του αναπότρεπτου του θανάτου στην ανθρώπινη μοίρα. Μπορούμε να πούμε ότι είναι μια στιγμή αλήθειας, αρκεί να μη μείνει ορφανή νοήματος, έστω και εκ των υστέρων. Μια μικρή απόπειρα σε αυτή την κατεύθυνση θα είναι το Συμπόσιο της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχανάλυσης και Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας, για την ψυχαναλυτική εργασία την εποχή της πανδημίας.