ΒΙΒΛΙΟ

Θανάσης Βαλτινός: Κουταμάρα να λέμε σήμερα ότι ζούμε σε χούντα

Ο Θανάσης Βαλτινός μιλάει στην «Κ»

thanasis-valtinos-koytamara-na-leme-simera-oti-zoyme-se-choynta-561342220

«Οταν συνήλθα με είχαν γυψώσει ολόκληρον. Πάνω από την κοιλιά και το στήθος μου είχε δημιουργηθεί ένα κατάλευκο υψίπεδο, και το σχήμα της λεκάνης μου είχε αφύσικα διογκωθεί. Φαντάστηκα ότι θα έπρεπε να μοιάζω στεατοπυγικός, λιγάκι σαν κυκλαδικό ειδώλιο λιγάκι σαν αστροναύτης στο σκάφανδρο. Μου είχαν αφήσει μονάχα το πρόσωπο ακάλυπτο, και ίσως επειδή τώρα ήμουν ακίνδυνος και εντελώς του χεριού τους οι γιατροί είχαν βγάλει τις μάσκες. Το κρανίο του ενός ήταν τελείως γυμνό και πρέπει να μου θύμιζε κάτι, αλλά δεν κατάφερνα να πιάσω τι. Είχε τραβηχτεί μερικά βήματα πίσω θαρρείς για να καμαρώσει το έργο του, και το χαμόγελο που χάραζε στο πρόσωπό του έμοιαζε με μορφασμό ζώου».

Η σκηνή που περιγράφει ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Θανάσης Βαλτινός προέρχεται από το διήγημά του «Ο Γύψος», το οποίο συμπεριλήφθηκε στην ιστορική έκδοση των «Δεκαοχτώ Κειμένων» των εκδόσεων Κέδρος που κυκλοφόρησε το 1970.

Στο διήγημα διαβάζουμε σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση την ιστορία ενός ασθενούς που βρίσκεται γυμνός «πάνω σ’ ένα τραπέζι με ρόδες» μέσα σε ένα ακτινολογικό εργαστήριο. Ενα ατύχημα σε ανοιχτό πεζοδρόμιο (λόγω… έργων) του προκάλεσε μάλλον κάποιο σοβαρό κάταγμα. Η νοσοκόμα που «ήταν ακόμα νέα και πρόσχαρη» συστήνει «υπομονή» στον ασθενή και εμπιστοσύνη στους γιατρούς. Ενώ όμως οι γιατροί αρχίζουν να βάζουν γύψο στα πόδια του ασθενούς δεν σταματάνε και ανεβαίνουν προς τα πάνω, μέχρι που η ιατρική επέμβαση μετατρέπεται σε πραγματικό εφιάλτη.

Τα «Δεκαοχτώ Κείμενα» ήταν μια πρώτη, συλλογική, προσπάθεια να σπάσει ο «γύψος» που επέβαλε το δικτατορικό καθεστώς στην ελευθερία της έκφρασης και η έκδοση των 3.000 αντιτύπων έγινε ανάρπαστη. Με το διήγημά του, ο κ. Βαλτινός δεν δίστασε, όπως μας λέει σήμερα, να ειρωνευθεί ευθέως αλλά πάντα υπαινικτικά, το δεξί χέρι του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου. «Ηταν μια ευθεία απάντηση στον Παττακό, ο οποίος γύριζε με ένα μυστρί και έκανε εγκαίνια συνέχεια. Ηταν μια πρόθεση να τον χλευάσω. Να καταγγείλω αυτή την ενοχλητική και κατά κάποιον τρόπο προσβλητική συμπεριφορά».

Συναντηθήκαμε με τον 88χρονο σήμερα συγγραφέα στο σπίτι του και για λόγους προστασίας στη βεράντα του, στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας του Παγκρατίου, μισό αιώνα μετά την έκδοση των «Δεκαοχτώ Κειμένων». Μέσα σε αυτά τα χρόνια ο Θανάσης Βαλτινός καθιερώθηκε στην ελληνική πεζογραφία, βραβεύτηκε, έγραψε σενάρια, μετέφρασε αρχαίες τραγωδίες, πήρε θέση στα πολιτικά πράγματα, ακόμα και όταν δεν γινόταν αρεστός. Τότε, όμως, ήταν ένας νέος, ανερχόμενος συγγραφέας που μεγάλωσε μέσα στην Κατοχή και στα χρόνια του Εμφυλίου. «Ηταν τιμητική η συμμετοχή μου και αυτό με κολάκευε», σχολιάζει, «με την καλή έννοια. Είναι η ροή των πραγμάτων. Τα πράγματα έτσι περίπου γίνονται».

Οι πρωτεργάτες

Θυμάται ότι την οργάνωση για τη συγκέντρωση των κειμένων και των συγγραφέων είχαν αναλάβει ο Στρατής Τσίρκας που ήταν φίλος με τον κ. Βαλτινό και ο συγγραφέας και διπλωμάτης Ρόδης Ρούφος. Ειδικά ο Τσίρκας, μας λέει, ήταν από τους πρωτεργάτες της προσπάθειας αλλά έμενε στο παρασκήνιο. Ως Αιγυπτιώτης κινδύνευε περισσότερο διότι οι χουντικοί «μπορούσαν να τον διώξουν ανά πάσα στιγμή. Είχε διαβάσει κείμενά μου και ήταν εκείνος που επέμενε να λάβω μέρος στα Δεκαοχτώ Κείμενα», τονίζει.

Δεν ήταν όμως ο μόνος. Στις συζητήσεις που προηγήθηκαν της έκδοσης, ο Γιώργος Σεφέρης υποστήριζε επίσης τη συμμετοχή του στον τόμο. «Οταν συζητούσαν πώς θα οργανωθούν τα κείμενα ο Σεφέρης είχε πει “αυτόν”, είχε δείξει. Εγώ δεν είχα δημοσιεύσει πολλά πράγματα, αλλά ο Σεφέρης τα παρακολουθούσε αυτά και τα παρακολουθούσε με μεγάλη επιμονή. Οχι ότι με διάλεξε αλλά ήταν υπέρ μου που ήταν πολύ τιμητικό για την εποχή», σχολιάζει.

Τα «Δεκαοχτώ Κείμενα» ξεκινούν με το ποίημα του νομπελίστα ποιητή «Οι γάτες του Αϊ-Νικόλα». Το 1969 προηγήθηκε η ιστορική, αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη που μεταδόθηκε ηχογραφημένη από την ελληνική ραδιοφωνική υπηρεσία του BBC, τον ραδιοφωνικό σταθμό του Παρισιού και τη γερμανική Deutsche Welle. Με τον ποιητή ο κ. Βαλτινός συναντήθηκε δύο φορές, μία πριν από την έκδοση του Κέδρου στο σπίτι του Ρόδη Ρούφου και μια δεύτερη στην Πλάκα, στον βυζαντινό ναό της Αγίας Σωτείρας Κοττάκη. «Ο Σεφέρης δεν ήταν άνθρωπος που μίλαγε και ανοιγόταν. Ηταν πάρα πολύ κλειστός και βεβαίως ήταν το μεγάλο όνομα της εποχής. Δικαίως. Είχαμε ιδωθεί στο σπίτι του Ρούφου. Είχε έρθει εκεί και είχαμε κάνει μια δήλωση, ορισμένοι συγγραφείς, υπέρ των Ισπανών διανοούμενων που χειμάζονταν τότε».

Ο Παττακός ήταν ο «γιατρός» και ο «ασθενής» ήμουν εγώ

«Βεβαίως, όλα τα σκεφτόμουν. Αλλά αποφασίσαμε και οι άλλοι ότι θα κάνουμε αυτή τη δουλειά άσχετα με το πόσο θα στοιχίσει», απαντά ο κ. Βαλτινός στην ερώτησή μας εάν σκεφτόταν τα αντίποινα. Και φυσικά, όπως προσθέτει, οι ενοχλήσεις δεν άργησαν να έρθουν μετά την έκδοση του τόμου. «Συχνά με καλούσαν στην ασφάλεια για υπόθεσή μου, για τίποτα δηλαδή. Ηταν προσχήματα αυτά. Φανερά προσχήματα. Και δεν ήταν λίγο αυτό. Κάποια στιγμή δεν είχα διαβατήριο. Αναγκάστηκα να τους κάνω ένα είδος αγωγής και εκεί ξεκίνησαν οι προσωπικές μας διαφορές», σημειώνει. «Ο Γύψος» όμως δεν είναι το μοναδικό αντιδικτατορικό διήγημα που έγραψε. Στη συλλογή του «Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν» που εκδόθηκε αρχικά από την Αγρα και έπειτα από την Εστία, που περιλαμβάνει τον «Γύψο», ο συγγραφέας μας έχει δώσει και το «Πιπεριές στη γλάστρα». Ενα ανέκδοτο διήγημα του 1971, το οποίο σε ένα πιο ρεαλιστικό ύφος έχει στο επίκεντρό του τον βασανισμό ενός ζευγαριού σε κάποιο κρατητήριο της ασφάλειας αλλά και τον παραλογισμό του καθεστώτος, όπως προκύπτει από τον σύντομο διάλογο του συζύγου με τον διοικητή του τμήματος. «Εχουν μια συνάφεια», σχολιάζει ο κ. Βαλτινός, «βασίζεται στην υπόθεση μιας γυναίκας από τη Γερμανία. Της είχαν δημιουργήσει κάποια προβλήματα με την παραμονή της εδώ και φρόντισα να το επεκτείνω και να κάνω τις Πιπεριές». Ηταν μια δύσκολη εποχή, μας λέει όταν τον ρωτάμε για τις αναμνήσεις του από εκείνη την περίοδο. «Συνηθισμένα πράγματα, συνηθισμένη ζωή, ένας κόσμος συνηθισμένος που έρχονται κάποιοι και τον αλλάζουν και σου λένε εσύ δεν έχεις προσωπικότητα, δεν υπάρχεις», σημειώνει και δεν κρύβει τα λόγια του όταν σχολιάζει όσους κατά καιρούς υποστηρίζουν σήμερα ότι ζούμε σε μια χούντα. «Είναι μακριά από οποιαδήποτε πραγματικότητα, από οποιαδήποτε σχέση. Είναι μια κουταμάρα που λέγεται και εξίσου κουταμάρα να επαναλαμβάνεται».

Επιστρέφοντας ξανά στον «Γύψο» σχολιάζουμε ότι το διήγημα θα μπορούσε να διαβαστεί και αυτόνομο, εκτός του πλαισίου στο οποίο δημιουργήθηκε. «Ηταν πρόθεσή μου να το κάνω έτσι γιατί θα λειτουργούσε καλύτερα», λέει. Και αν ο γιατρός ήταν ο Παττακός, ποιος ήταν ο ασθενής, ρωτάμε. «Ο ασθενής; Ο ασθενής ήμουν εγώ».

Οι γυναίκες μάς σημαδεύουν

thanasis-valtinos-koytamara-na-leme-simera-oti-zoyme-se-choynta0Την απάντηση για το τι σηματοδότησε η έκδοση των «Δεκαοχτώ Κειμένων» την έχει δώσει ο Θανάσης Βαλτινός στην πρώτη του συνέντευξη, το 1972 στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»: «Οι αλλεπάλληλες εκδόσεις και το ύψος των πωλήσεων όπου έφτασαν είναι χαρακτηριστικά της δίψας για “διάβασμα”. Μια παρόμοια δίψα, απ’ όσο λένε, είχε παρουσιασθεί 30 χρόνια πριν, στον καιρό της Κατοχής. Πιστεύω, λοιπόν, ότι τα “Δεκαοχτώ Κείμενα” μπορεί να τα λογαριάζει κανείς σαν αφετηρία. Από τότε αρχίζει μια έντονη εκδοτική δραστηριότητα. Θα έλεγα αγχώδης σχεδόν».
Στον πρόλογο των «Δεκαοχτώ Κειμένων» οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η άρση της προληπτικής λογοκρισίας δεν αρκεί για τη χειραφέτηση της πνευματικής ζωής ενός τόπου. «Μολοντούτο», συνεχίζουν, «ύστερα από ώριμη στάθμιση, επιχειρούμε να επαναλάβουμε, με τον εκφραστικό μας τρόπο ο καθένας, την πίστη μας σε κάποιες θεμελιακές αξίες, με πρώτη ανάμεσά τους το δικαίωμα της ελεύθερης πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας, που δεν θα παύσουμε να διεκδικούμε και που συνδέεται αναπόσπαστα με τον σεβασμό της γνώμης και της αξιοπρέπειας όλων ανεξαίρετα των δημιουργών, αλλά και του κάθε ανθρώπου». Εκτός από τον Θ. Βαλτινό, τον Γ. Σεφέρη, τον Στρ. Τσίρκα και τον Ρ. Ρούφο, στον τόμο συμμετέχουν οι Καίη Τσιτσελή, Τ. Κουφόπουλος, Σπ. Πλασκοβίτης, Αλ. Κοτζιάς, Τ. Σινόπουλος, Νόρα Αναγνωστάκη, Γ. Χειμωνάς, Θ.Δ. Φραγκόπουλος, Μ. Αναγνωστάκης, Ν.Δ. Μαρωνίτης, Ν. Κάσδαγλης, Μ. Κουμανταρέας, Λίνα Κάσδαγλη και Αλ. Αργυρίου.

Τα πρώτα 3.000 αντίτυπα του Κέδρου εξαντλούνται και ακολουθούν ανατυπώσεις στα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες. Για την προστασία της εκδότριας Νανάς Καλλιανέση, ως υπεύθυνοι έκδοσης εμφανίστηκαν επτά συγγραφείς (Αναγνωστάκης, Αργυρίου, Κάσδαγλης, Κοτζιάς, Κουφόπουλος, Ρούφος, Φραγκόπουλος).

Ο ήλιος είναι ψηλά, έχει ζέστη, αλλά καταλαβαίνω ότι σε λίγο πρέπει να αφήσω τον 88χρονο συγγραφέα να ξεκουραστεί. Οι επισκέψεις άλλωστε που δέχεται τώρα είναι λιγοστές λόγω της πανδημίας, την οποία χαρακτηρίζει «μια κατάσταση καθημερινή». «Η ζωή έτσι πηγαίνει. Η πανδημία βεβαίως σπρώχνει τον κόσμο σε ορισμένες συμπεριφορές. Δεν είναι πάντα θετικές οι αντιδράσεις αυτές, αλλά έτσι γίνονται».

Τον ρωτάω εάν επιστρέφει στις αναμνήσεις εκείνων των εποχών. «Συχνά. Αυτό δεν ομολογείται πολλές φορές, γιατί δεν έχει νόημα να ομολογηθεί και δεν είναι και συγγραφικά σωστό. Η τέχνη έτσι λειτουργεί. Το πρόβλημα είναι αυτά τα πράγματα να μην είναι κατάδηλα, γιατί τότε χάνουν τη δύναμή τους», λέει, και σε μια αποστροφή του λόγου του αναφέρεται στα πιο ανθρώπινα και προσωπικά που τον έχουν σημαδέψει. «Γυναίκες έχουν σημαδέψει τη ζωή μας. Δεν τα ξεχνάμε αυτά, αλλά κάπου μένουν, γίνονται ένα υπόβαθρο που μας αναγκάζει να βλέπουμε τα πράγματα έτσι ή αλλιώς».