ΒΙΒΛΙΟ

Ζούμε υπό τον ζυγό των νέων «λατινικών»

Ο συγγραφέας Ερίκ Βιγιάρ μιλάει στην «Κ» για το νέο του βιβλίο και το πρόβλημα των ανισοτήτων

zoyme-ypo-ton-zygo-ton-neon-latinikon-561388777

Πολυγραφότατος, βραβευμένος, υποψήφιος φέτος για το βραβείο Booker International, ο Ερίκ Βιγιάρ φωτίζει με τα βιβλία του άγνωστες ή υποφωτισμένες πτυχές μεγάλων ιστορικών γεγονότων, προσπαθώντας, όπως λέει στη συνέντευξή του στην «Κ», να καταρτίσει ένα πορτρέτο της «Σύγχρονης Εποχής». Στο τελευταίο του βιβλίο, τον «Πόλεμο των φτωχών» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιώργου Φαράκλα, ο Βιγιάρ ζωντανεύει την προσωπικότητα του θεολόγου Τόμας Μίντσερ και την εξέγερση των Γερμανών χωρικών του 16ου αιώνα, κάνοντας ένα σύγχρονο σχόλιο για τις κοινωνικές ανισότητες. 

Ευχαριστούμε θερμά τη μεταφράστρια Αριάδνη Μοσχονά για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση αυτής της συνέντευξης.
 
– Ποιο ήταν το έναυσμα για να αναδείξετε την ιστορία του Τόμας Μίντσερ και τον Πόλεμο των Χωρικών της Γερμανίας;
– Είχα διαβάσει τα κείμενα του Τόμας Μίντσερ, τα κηρύγματά του, την πύρινη αλληλογραφία του. Και τυγχάνει να είναι συγγραφέας πρώτης γραμμής. Τι είναι η γραφή, όμως; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αναγκάστηκα να θέσω εκ νέου στον εαυτό μου διαβάζοντάς τον, ακολουθώντας τη ροή της ταραχώδους ύπαρξής του. Αν κανείς αφεθεί να τον παρασύρει το ρεύμα, αν αφεθεί να ανεβεί στο άρμα του γενικού κινήματος που επιδιώκει τη βαθιά, την απαραίτητη, ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, που αναζητεί τις μορφές τις οποίες θα μπορούσε αυτή να πάρει, αν κανείς ταυτιστεί έστω και για μια στιγμή με τον Τόμας Μίντσερ, θα διακρίνει ίσως τι πραγματικά σημαίνει να γράφεις, στα σοβαρά, εφόσον για εκείνον παίζεται η ζωή του. Στις εκρηκτικές περιόδους, όταν το πολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει, η λογοτεχνία αλλάζει. Οι παραδοσιακές της μορφές καθίστανται, θα λέγαμε, άνευ αντικειμένου. Δεν κάθεται κανείς να γράψει ένα μεγάλο μυθιστόρημα κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, έχει καλύτερα πράγματα να κάνει. Ο Τόμας Μίντσερ είναι ο συγγραφέας μιας εποχής σαν αυτήν, κατά την οποία η ζωή απαιτεί από τη λογοτεχνία το πιο φλογερό δυναμικό της.
 
– Μία από τις επαναστατικές ενέργειες του Μίντσερ ήταν να αλλάξει τη γλώσσα της Βίβλου, από τα λατινικά στα γερμανικά. Ποια θα ήταν μια παρόμοια πράξη σήμερα;
– Υπάρχει, στις δικές μας κοινωνίες, και στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας, μια ολοένα αυξανόμενη άρνηση των ιεραρχιών, μια δικαιολογημένη αμφισβήτηση απέναντι στους ειδικούς, στον σύγχρονο εσωτερισμό. Πάρτε τη θεωρία του Ρικάρντο περί του συγκριτικού πλεονεκτήματος, στην αρχική της μορφή, που είναι το θεωρητικό υπόβαθρο των πιο εξεζητημένων μακροοικονομικών συλλογιστικών, η βίβλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Στις Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και της Φορολογίας, ο Ρικάρντο εξηγεί πώς, σ’ ένα πλαίσιο ελεύθερου εμπορίου, η κάθε χώρα θα πρέπει να εξειδικευθεί στην παραγωγή για την οποία διαθέτει το ισχυρότερο περιθώριο παραγωγικότητας προς όφελός της. Το παράδειγμα που δίνει ο Ρικάρντο είναι εξαιρετικά πειστικό. Οι Aγγλοι διαθέτουν μηχανές που τους επιτρέπουν να παράγουν υφάσματα σε κόστη πολύ συμφέροντα, οι Πορτογάλοι έχουν ιδανικό κλίμα και έδαφος για να κατασκευάζουν κρασί Πόρτο. Ε, λοιπόν, οι Aγγλοι θα τους πουλάνε υφάσματα κι οι Πορτογάλοι θα πουλάνε στους Aγγλους το Πόρτο τους, ο καθένας θα εξειδικευθεί στη δραστηριότητα για την οποία το συγκριτικό του πλεονέκτημα είναι μεγαλύτερο!
Oμως, ύστερα από δύο αιώνες, η ίδια εξήγηση τυποποιήθηκε τρομερά, δεν δίνεται πλέον παρά μόνο μέσα από διατυπώσεις επίσημες που γίνονται κατανοητές αποκλειστικά από τους ειδικούς. Το πρόβλημα είναι πως, δύο αιώνες αργότερα, οι Aγγλοι έχουν το City και κατέχουν μεγάλο μέρος της πορτογαλικής παραγωγής. Το συγκριτικό πλεονέκτημα ήταν λοιπόν πλέον αμφισβητήσιμο. Και, για καλή του τύχη, ο Ρικάρντο δεν ήταν Πορτογάλος!
Μόνο που η βασική θεωρία, εκείνη του Ρικάρντο, χαρακτηρίζεται στην πραγματικότητα από αφοπλιστική απλότητα. Η επιχειρηματολογία του σχετικά με τα υφάσματα και το κρασί Πόρτο είναι μάλιστα αρκετά τετριμμένη, σχεδόν κωμική, αν όχι και ελαφρώς απαξιωτική. Ζούμε λοιπόν υπό τον ζυγό μιας νέας μορφής «λατινικών». Η οικονομία είναι πρωτίστως ένας σχολαστικισμός, αναπτύσσει αμφισβητήσιμες πολιτικές απόψεις με μια εξεζητημένη διάλεκτο. Oσοι αγνοούν αυτά τα νέα λατινικά δεν μπορούν λοιπόν να συμμετάσχουν στη συζήτηση.

Πρόκειται πάντα για την αυτοπροστασία του κεντρικού ιδεολογικού μηχανισμού. Τον 16ο αιώνα, η Εκκλησία καθίσταται απρόσβλητη χάρη στα λατινικά. Ο σχολαστικισμός, στην εποχή μας, ο επιχειρηματικός κόσμος, περιχαρακώνεται χάρη στην οικονομική επιστήμη, τα λατινικά της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

– Το βιβλίο αποτελεί έναν στοχασμό γύρω από τις ανισότητες που είναι ένα διαχρονικό κοινωνικό πρόβλημα. Πώς θα αντιδρούσε ο Μίντσερ σήμερα; Θα διοργάνωνε διαδηλώσεις μέσω των σόσιαλ μίντια; 
– Θα μετέφραζε αναμφίβολα τα διακυβεύματα της εξουσίας σε γλώσσα κοινή, δημοτική. Διότι ο Μίντσερ δεν ήταν μονάχα θεολόγος, αλλά πρωτίστως συγγραφέας με μεγάλο ταλέντο. Και, εντέλει, απ’ τον Μπαλζάκ ώς τον Ζολά, η λογοτεχνία έχει απομυθοποιήσει αυτό το νέο είδωλο, την οικονομική επιτυχία, τα βιομηχανικά επιτεύγματα, το χρήμα, και την επακόλουθη δυστυχία που προκαλεί η συσσώρευσή του. Ο Μπαλζάκ μάς έδειξε πώς οι περισπούδαστοι νόμοι της πολιτικής οικονομίας, που ο Ρικάρντο σχηματοποιούσε την ίδια εποχή, μεταφράζονταν στην πραγματική ζωή σε φαινόμενα διαπλοκής, κατάχρησης, υπεξαίρεσης και πάσης φύσεως ανταλλαγών. Η πρακτική αυτή όψη των πραγμάτων είχε διαφύγει από τον Βρετανό χρηματιστή. Πρέπει να πούμε πως η δουλειά του στο χρηματιστήριο κατέστησε τον Ρικάρντο αρκετά πλούσιο ώστε να αποσυρθεί στα 42 του. Δεν ισχύει κάτι ανάλογο για τον Μπαλζάκ, ο οποίος εργαζόταν νυχθημερόν για να γράψει το σπουδαίο έργο του, και πέθανε εξουθενωμένος στα 50 του. Στα χρόνια της συνταξιοδότησής του, ο Ρικάρντο μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στην πολιτική και τα οικονομικά. Αγόρασε μία έδρα στη Βουλή των Κοινοτήτων, όπως αγοράζει κανείς σήμερα μια εφημερίδα, και υπερασπίστηκε ως βουλευτής το ελεύθερο εμπόριο χάρη στο οποίο είχε πλουτίσει. Ορίστε η ιστορία ενός μοντέρνου «ιεράρχη», πριν από την επερχόμενη Μεταρρύθμιση.

– Σήμερα οι ανισότητες δεν είναι μόνο οικονομικές αλλά αγγίζουν και θέματα υγείας, όταν π.χ. χώρες όπως η Ινδία στερούνται εμβόλια για τον κορωνοϊό. Είναι ανατρέψιμη αυτή η κατάσταση; Το βιβλίο τελειώνει μ’ έναν αποκεφαλισμό.
– Eχετε δίκιο, οι ανισότητες εξακολουθούν να υφίστανται. Oμως το βιβλίο τελειώνει με τη φράση «μόνον η νίκη είναι ευκταία. Θα τη διηγηθώ», και αυτός είναι ακριβώς ένας τρόπος να μη θέσουμε εμπόδια στο μέλλον. Eνα βιβλίο αποτελεί πάντα ένα μοντάζ, μια σύνθεση από γεγονότα, αξεδιάλυτα συνυφασμένα με μια υποκειμενικότητα. Καμία κατάσταση δεν είναι μη ανατρέψιμη. Eνας κόσμος που εξυμνεί ασταμάτητα το νέο, την καινοτομία, δεν θα ήταν θεμιτό να δηλώσει πως στο ζήτημα της ισότητας, ε λοιπόν, εκεί, όχι, δεν είναι δυνατή η βελτίωση. Γίνεται συνεχώς λόγος για την ψηφιακή επανάσταση, όμως ταυτόχρονα σε ό,τι αφορά την κοινωνική ζωή επικαλούμαστε φυσικά μπλοκαρίσματα, ανυπέρβλητα εμπόδια. Η σύγχρονη ιστορία αποδεικνύει στην πραγματικότητα το ακριβώς αντίθετο. Και θα μπορούσαμε να πούμε πως η Γαλλική Επανάσταση ανοίγει μια αλληλουχία γεγονότων όπου είναι πλέον αποδεκτό πως ο άνθρωπος πρέπει και μπορεί να ορίζει τις μορφές της ύπαρξής του, τη φύση της διακυβέρνησής του. Και το πρόγραμμα αυτό άρχισε να υλοποιείται. Το δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα στη διεκδίκηση, παρά τα προφανή τους όρια, είναι παρά ταύτα έμπρακτες πραγματώσεις.

Επιχειρώ να καταρτίσω το πορτρέτο της «Σύγχρονης Εποχής»

– Οι ιστορικοί θεωρούν τον Πόλεμο των Χωρικών πρόδρομο της Γαλλικής Επανάστασης. Συνδέεται το νέο σας βιβλίο με το παλαιότερο, το «14η Ιουλίου»;
– Ναι, υπάρχει κάποια σύνδεση. Πρόκειται για δύο κρίσιμα στάδια στην ιστορία της χειραφέτησης. Αυτά τα δύο στάδια καθορίζουν άλλωστε σε μεγάλο βαθμό το πεπρωμένο της λογοτεχνίας, που συνοδεύει το κίνημα, με τον δικό της τρόπο. Ετσι, η Μεταρρύθμιση των Διαμαρτυρόμενων μας απαλλάσσει από τα λατινικά και ανοίγει τη γραφή σε νέες μορφές, πιο άμεσες, πιο παραστατικές, πιο ζωντανές, πιο διαδεδομένες, με μια κουβέντα πιο δημοκρατικές. Σε αυτή την περίοδο μπορούμε να χρονολογήσουμε την εμφάνιση της πρόζας.

Με τη Γαλλική Επανάσταση, όμως, δρασκελίζουμε κι ένα δεύτερο σκαλοπάτι. Εφεξής, η λογοτεχνία δεν θα είναι πια ένα απλό μέσο ψυχαγωγίας προς χρήση μιας προνομιούχας τάξης. Αντιθέτως, θα αφηγείται όσα συμβαίνουν πραγματικά στον κόσμο, θα επιχειρεί να περιγράφει την κοινωνία, τις ανισότητες που τη δομούν, τις διαφορετικές μορφές καταπίεσης. Eτσι, ο Μπαλζάκ, ο Ντίκενς, ο Τολστόι, απορρέουν από τη Γαλλική Επανάσταση. Το ύφος της γραφής τους, η εικόνα της κοινωνικής ζωής που αποτυπώνουν είναι εφικτή αποκλειστικά επειδή η Επανάσταση ανέτρεψε τις ιεραρχίες, και δημιούργησε μια νέα απαίτηση για γνώση, που ζητάει μια νέα φόρμα, πιο ζωντανή, πιο προσιτή, πλησιέστερη στην ανθρώπινη ζωή: 
το μυθιστόρημα.

– Υπάρχει ένα κοινό μήνυμα για την εποχή μας που να προκύπτει από το σύνολο των βιβλίων σας;
– Δεν έχω καμία δικαιοδοσία να στέλνω μηνύματα, επιχειρώ όμως να καταρτίσω, ψηλαφώντας, ένα πορτρέτο αυτού που αποκαλούμε «Σύγχρονη Εποχή», μια περίοδο κατά την οποία η Δύση κατέκτησε ευρείες εδαφικές εκτάσεις, υποδούλωσε πολλούς λαούς, επινόησε τη Βιομηχανική Επανάσταση και, ενώ η κυριαρχία της επεκτεινόταν, ανοίχτηκε ένα άλλο μέτωπο, αντίθετο από το πρώτο, μια έντονη τάση χειραφέτησης. Τα βιβλία μου αφηγούνται την αντιπαράθεση αυτών των δύο ρευμάτων, την επίμονη, περιπλεγμένη ιστορία τους, που δεν έχει ακόμα τελειώσει.
Και αυτό είναι, πιστεύω, ένα από τα χαρακτηριστικά των βιβλίων μου: μιλούν για το παρελθόν, στο όνομα όμως μιας προϊούσης εξέλιξης, μιας ανολοκλήρωτης κίνησης, την οποία μαρτυρά η γραφή, με την υποκειμενική της 
τονικότητα.

– Πώς επιλέξατε αυτή τη φόρμα για τη γραφή σας, σύντομα ιστορικά μυθιστορήματα με ενδελεχή έρευνα, όχι ακριβώς μυθοπλαστικά μα και ούτε απόλυτα μυθοπλαστικά;
– Ο τρόπος αυτός μου επιβλήθηκε από βιβλίο σε βιβλίο. Ενδεχομένως να είναι μια φόρμα καταρτισμένη μα ταυτόχρονα προσβάσιμη, χωρίς την εξειδίκευση που συγκαλύπτει, και μια φόρμα που περιπλανιέται, ακολουθώντας τα απρόοπτα της αφήγησης, της γραφής, δίχως όμως τα ψιμύθια της φαντασίας.