ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Τα ’χουμε όλα και δεν έχουμε τίποτα

Ο Αργύρης Μπακιρτζής μιλάει για τα «Μήλα», τη νέα ταινία στην οποία συμμετέχει, αλλά και για τις παγίδες τού σήμερα

ta-choyme-ola-kai-den-echoyme-tipota-561388843

Στα «Μήλα» του Χρήστου Νίκου, που κυκλοφορούν από την περασμένη Πέμπτη στα θερινά σινεμά, ο Αρης Σερβετάλης υποδύεται έναν άνδρα που έχει πέσει θύμα μιας επιδημίας αμνησίας. Τον γιατρό που αναλαμβάνει να τον βοηθήσει υποδύεται (απολαυστικά) ένας από τους τελευταίους ηθοποιούς που θα περίμενε κανείς στον ρόλο: ο Αργύρης Μπακιρτζής. «Μου τηλεφώνησε η αγαπημένη μου ανεψιά Φανή, ηρωίδα, όταν ήταν δύο ετών, του τραγουδιού μου “Στην τσουλήθρα”, και μου είπε ότι κάποιοι φίλοι της ετοιμάζουν μια ταινία και θέλουν να συμμετάσχω. Μου ζήτησε να προσπαθήσω να τους αντιμετωπίσω θετικά. Το έκανα, οι άνθρωποι, ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης, ήταν συμπαθείς, θα υποδυόμουν έναν γιατρό –μικρός ήθελα να γίνω γιατρός, είχα μάλιστα περάσει 11ος στην Ιατρική Θεσσαλονίκης, όμως παρεκτράπην προς την αρχιτεκτονική–, τα γυρίσματα ήταν λίγων ημερών, υπήρχε και μια μικρή αμοιβή, η παρουσία του Σερβετάλη ήταν μια εγγύηση ποιότητας, νοσταλγώ πάντα τις ώρες των γυρισμάτων, δεν το σκέφτηκα και πολύ», λέει ο επικεφαλής των Χειμερινών Κολυμβητών.

Πόσο επίκαιρη είναι όμως η ταινία του Νίκου, σε σχέση με τη σύγχρονή μας πραγματικότητα και τις δικές της «αμνησίες»; «Είναι γεγονός ότι η μνήμη δεν ασκείται και το μυαλό μας είναι σε κρίση. Τίμημα της ταχύτητας της τεχνολογικής εξέλιξης. Οι πληροφορίες προσφέρονται εύκολα, δεν ψάχνουμε, δεν κουραζόμαστε, έτσι που τα ’χουμε όλα δεν έχουμε τίποτα. Το “αγαθά κόποις κτώνται” ισχύει για λίγους. Αντίθετα, γι’ αυτούς που δεν έχουν τίποτα χωρίς να τα ’χουν όλα, φαίνεται ότι υπάρχει φως, αρχίζουν απ’ το μηδέν, σαν να βρίσκονται στην αρχή του κόσμου. Θυμάμαι την απάντηση του Καστοριάδη στην ερώτηση “τι χρειάζονται οι φιλόσοφοι;”. “Δεν χρειάζονται, παρά για τις εποχές των κρίσεων”. 

Παρόμοια με την απάντηση του Καυκάσιου δασκάλου Γκουρτζίεφ, που επηρέασε κατά τον Μεσοπόλεμο πολλούς διανοούμενους στην Ευρώπη και στην Αμερική: “H γνώση έχει υλικότητα και ενώ στις ειρηνικές περιόδους διαμοιράζεται σε πολλούς, στις περιόδους των κρίσεων περιορίζεται σε λίγους”. Μου είχε κάνει εντύπωση που και ο γιακί μάγος δον Χουάν, δάσκαλος του ανθρωπολόγου Καστανέντα στο Μεξικό, στην ίδια ερώτηση απάντησε πάνω-κάτω τα ίδια. Τρεις άνθρωποι σοφοί, σε πολύ μακρινούς μεταξύ τους τόπους».

Το… φρούτο

ta-choyme-ola-kai-den-echoyme-tipota0
«Πολύ φοβάμαι για το αβέβαιο μέλλον των κλειστών κινηματογράφων», λέει ο Αργύρης Μπακιρτζής.

Αν ψάχνετε μερικούς ακόμη λόγους για να δείτε τα «Μήλα», ο Αργύρης Μπακιρτζής τούς προσφέρει στο πιάτο, πάντα με το προσωπικό του στυλ: «Γιατί είδατε πολλή τηλεόραση, για να βρεθείτε με άλλον κόσμο, για να ξεθάψετε τα θαπτικά σας εργαλεία, για να δείτε τον Σερβετάλη να χορεύει καταπληκτικά, για να μη δείτε την καλύτερη σκηνή μου να μαθαίνω στον Σερβετάλη να τραγουδά, που κόπηκε στο μοντάζ, γιατί είναι μια ταινία που συζητήθηκε. Ακόμη για να δείτε από μια άλλη πλευρά ένα φρούτο που θεωρείται ιδιαίτερα υγιεινό».

Για τον ίδιο, η ενασχόληση με το σινεμά αποτελεί σημαντική έκφραση του καλλιτεχνικού εαυτού του: «Μπορώ χωρίς δισταγμό να πω ότι τα γυρίσματα, απ’ τη στιγμή του “πάμε” μέχρι το “στοπ”, λειτουργούν σ’ εμένα ψυχοθεραπευτικά. Σας θυμίζω τον κεκέ ηθοποιό στην αρχή των παραστάσεων στο φιλμ “Ο ερωτευμένος Σαίξπηρ”. Ξεκίνησα να τραγουδώ και για να μη μιλώ, όμως έφτασα να μιλώ πιο πολύ στη σκηνή, εκπαιδευόμενος στον κινηματογράφο. 

Κλείνοντας, να θέσω ένα πρόβλημα, στο οποίο έχω αναφερθεί ξανά και έχει σχέση με τη δεύτερη ερώτηση και απάντηση της συνομιλίας μας: πιο παλιά, οι ταινίες γυρίζονταν με φιλμ, το οποίο κόστιζε αρκετά και γι’ αυτό μόλις ο σκηνοθέτης έβλεπε πως μια λήψη είχε πετύχει προχωρούσε χωρίς δισταγμό στην επόμενη. Αυτό με βόλευε, γιατί είμαι ηθοποιός της πρώτης λήψης, το πολύ της δεύτερης, και αυτό ήταν φυσικά πολύ βολικό για τον σκηνοθέτη μου γιατί τελειώναμε γρήγορα και οικονομικά, τον βοηθούσε στο μοντάζ και επιπλέον με έκανε αγαπητό στο συνεργείο. 
Σήμερα, αντίθετα, επειδή με τις ψηφιακές μηχανές δεν υπάρχει κόστος φιλμ, οι νέοι σκηνοθέτες, όταν μια σκηνή πάει καλά δεν προχωρούν στην επόμενη, αλλά λένε πάμε κι άλλη μία κι άλλη μία κ.ο.κ. Αυτό μπορεί να βελτιώνει κάποια τεχνικά μικροπροβλήματα ή ακόμη και τις ερμηνείες των έμπειρων ηθοποιών, όμως απ’ την άλλη χάνεται η φρεσκάδα του πρώτου ή των πρώτων γυρισμάτων και, επιπλέον, εξουθενώνει συνεργείο και ηθοποιούς, αυξάνει τα έξοδα –σάντουιτς, καφέδες, αναψυκτικά, ενοίκια μηχανών και χώρων κ.λπ.–, δημιουργεί χάος και μεγάλη καθυστέρηση στο μοντάζ. Το πιθανότερο μάλιστα, για πολλούς λόγους, είναι να επιλεγεί ένα πολύ μέτριο γύρισμα. Ακόμη, λοιπόν, ένα τίμημα των τεχνολογικών βοηθημάτων και των γρήγορων ρυθμών της εποχής που επιβεβαιώνει τον μύθο της χελώνας και του λαγού».

Και στη δική του περίπτωση, πάντως, η σχέση αγάπης με το σινεμά ξεκινά με την ιδιότητα του θεατή: «Μεγάλωσα και με τέσσερις ταινίες τη μέρα στα γυμνασιακά μου χρόνια, σε Αίγλη, Ορφέα, Ιντεάλ και Αχίλλειο, γύρω και πάνω στην Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, ακόμη και καθημερινές μετά το σχολείο. Οι γονείς τότε είχαν τις δουλειές τους και δεν μας πνίγανε στις δραστηριότητες, όπως κάνουμε εμείς σήμερα στα παιδιά μας. Στην Ε΄ Δημοτικού, στο πρώτο δίμηνο πήρα δύο στα αγγλικά και η μαμά μου ζήτησε να με απαλλάξουν –“για να μην κουράζεται το παιδί”– και με απάλλαξαν. Φυσικά μου έλειψε το σινεμά στην καραντίνα και πολύ φοβάμαι για το αβέβαιο μέλλον των κλειστών κινηματογράφων. Οταν μάλιστα βλέπεις τι εκπληκτικές αίθουσες σε όλο τον κόσμο, κυρίως στις ΗΠΑ, έχουν μετατραπεί σε εμπορικά και άλλα κέντρα. Οι θερινοί, αντίθετα, που είναι παρηγοριά από πολλές απόψεις, καλά κρατούν, όμως στην επαρχία σπανίζουν».