ΘΕΑΤΡΟ

Οι πολίτες φορούν διαχρονικά παρωπίδες

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος σκηνοθετεί «Ιππείς» του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο, εντοπίζοντας ομοιότητες με το σήμερα

oi-polites-foroyn-diachronika-paropides-561396253

Η παράσταση ενός μελανόμορφου αγγείου με ιππείς από το Μουσείο του Βερολίνου έδωσε την έμπνευση για τον σκηνογραφικό κόσμο της παράστασης που θα ανοίξει τα φετινά Επιδαύρια στις 25, 26 και 27 Ιουνίου, με σκηνοθέτη τον Κωνσταντίνο Ρήγο. Οι «Ιππείς» του Αριστοφάνη που παρουσιάζει το Εθνικό Θέατρο σε μετάφραση Σωτήρη Κακίση, ένα καθαυτό πολιτικό έργο, καταπιάνεται με τη δημαγωγία, την αλαζονεία, τον λαϊκισμό και τη διαφθορά της εξουσίας. Ενα έργο, όπως τονίζει ο σκηνοθέτης, «πιο επίκαιρο από ποτέ, τώρα στην εποχή της μετα-αλήθειας, των πλαστών ειδήσεων, της εικονικής πραγματικότητας».

Με το αίσθημα «μιας μεγάλης ευτυχίας» που του προκάλεσε η επανεκκίνηση του πολιτισμού, ο καταξιωμένος χορογράφος, σκηνοθέτης και διευθυντής του Μπαλέτου της Λυρικής Σκηνής μιλά στην «Κ» για τη λαχτάρα της επιστροφής που αποκαλύφθηκε με ένταση στη διάρκεια των προβών. «Σαν ένα ξέσπασμα συσσωρευμένης ενέργειας των ανθρώπων, που δεν μπορούσε να βγει προς καμία κατεύθυνση όλο το διάστημα της καραντίνας».
Για τον ίδιο, εξάλλου, είναι μια σημαντική στιγμή. Σκηνοθετεί στην Επίδαυρο για πρώτη φορά. «Παρότι είμαι 30 χρόνια στον χώρο, χορογράφησα στην Επίδαυρο δίπλα σε μεγάλους σκηνοθέτες αποκτώντας πείρα κυρίως στο πώς χειρίζεται κάποιος τον χορό, είναι η πρώτη φορά που κατεβαίνω εκεί ως σκηνοθέτης μιας παράστασης».

Οσα χρόνια όμως και αν πέρασαν, θυμάται την πρώτη του δουλειά στο αργολικό θέατρο: «Ηταν το 1993 στις “Νεφέλες” που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Λαζάνης, από τον οποίο τότε ζήτησα να μπω στον χορό για να βιώσω την παράβαση. Ηθελα να νιώσω πώς αισθάνεται ένας ηθοποιός σε αυτό το θέατρο που μοιάζει σαν ένα μεταφυσικό πηγάδι: το έδαφος σε τραβάει προς τα κάτω, ενώ ταυτόχρονα θες να βγεις προς τα πάνω».
Παρότι σε αριστοφανική κωμωδία έζησε την πρώτη του εμπειρία στην Επίδαυρο, στη δική του πρώτη σκηνοθεσία εκεί δεν θα σκεφτόταν, λέει, ποτέ να κάνει Αριστοφάνη. «Θεωρούσα ότι τα έργα του Ευριπίδη είναι πιο κοντά στην ψυχολογία μου». Μελετώντας, όμως, τους «Ιππείς» είδε ότι με τον Αριστοφάνη «έχεις τη δυνατότητα να απελευθερώσεις διαφορετικές δυνάμεις, οι οποίες μοιάζουν αντικρουόμενες στο ίδιο το έργο. Η σάτιρα αλλά και η ποίηση, ο ρεαλισμός αλλά και το μεταφυσικό στοιχείο προσφέρουν έναν καμβά στον οποίο μπορείς να διαχειριστείς διαφορετικά συναισθήματα και αισθήσεις και να δημιουργήσεις απελευθερωμένα. Ηθελα ένα έργο με πολιτική διάσταση για να μιλήσουμε για όλα αυτά που αισθανόμαστε. Ακριβώς επειδή έχω χορογραφήσει πέντε με έξι αριστοφανικά έργα (“Πλούτο”, “Νεφέλες”, “Βατράχους” κ.ά.), ήθελα ένα κείμενο που δεν είχα δουλέψει. Εναν λευκό καμβά. Και, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, δεν θέλω να κάνω κάτι φαντασμαγορικό σε αυτήν τη δουλειά. Το θέατρο της Επιδαύρου είναι ένας χώρος αρχιτεκτονικός και η παράσταση πρέπει να έχει αρχιτεκτονική για να σταθεί και να λειτουργήσει στο περιβάλλον».

Το σκηνικό

oi-polites-foroyn-diachronika-paropides0
Στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου που ανοίγει τα φετινά Επιδαύρια (25, 26 και 27 Ιουνίου) πρωταγωνιστούν οι Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Αλλαντοπώλης), Κώστας Κόκλας (Κλέων) και Πάνος Μουζουράκης (Δημοσθένης).

Στην παράστασή του, ο πρωταγωνιστής χορός κυκλώνει τους ήρωες στα όρια της πόλης. Ο Κων. Ρήγος μας δίνει την εικόνα: «Μια σκουριασμένη σκαλωσιά έχει ξεχαστεί στον κίονα που εδώ και χρόνια πρέπει να αποκατασταθεί στην είσοδο του Δήμου της Αθήνας. Εξω από το δημαρχείο υπάρχουν όργανα γυμναστικής, ενώ το πλαστικό γκαζόν για τα αθλήματα είναι προσομοίωση της Ομόνοιας. Κάποιοι κίονες παραπέμπουν στους στύλους του Ολυμπίου Διός και μια καρέκλα chesterfield συμβολίζει την εξουσία. Η ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου θα μοιάζει με μεγάλη παλαίστρα, όπου οι Ιππείς γυμνάζονται. Τα κοστούμια έχουν αναφορές σε ένα αγγείο, ενώ ο χορός θα φορά παρωπίδες. Εκεί σχεδιάζεται η πτώση του Κλέωνα. Οταν αποφασίζουν -δηλαδή ο Αριστοφάνης- ότι δεν θέλουν τον συνωμότη λαοπλάνο, στρέφονται όλοι εναντίον του. Οπως τα άλογα έχουν παρωπίδες, έτσι και οι πολίτες θέλουν μόνο έναν δρόμο, δεν ακούν την άλλη πλευρά. Μοιάζει με αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια. Ως κοινό μιας νέας πραγματικότητας λειτουργούμε συχνά με μόνο μία άποψη, που την κάνουμε σημαία κάνοντας μικρές παρεκκλίσεις».

Ο ποιητής δεν στήνει μια κωμωδία μόνο για την εποχή του, αλλά παραδίδει μια συνωμοσία ήδη εφαρμοσμένη στο μέλλον, σημειώνει ο σκηνοθέτης. «Πλήθος από δημαγωγούς  πολιτικούς, μια αποπροσανατολισμένη δημοκρατία, αδιαφορία για το όφελος του Δήμου, συκοφαντία, φτώχεια, ένας πόλεμος που δεν έλεγε να τελειώσει, ο φόβος για ένα νέο ξέσπασμα της επιδημίας που άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς συγκροτούν το σκηνικό δράσης του έργου. Βαμμένοι με τα χρώματα του πολέμου, οι Ιππείς συνωμοτούν με τον Αριστοφάνη για να ρίξουν την εξουσία σε μια πόλη φοβισμένη και παρηκμασμένη. Στη μάχη ανάμεσα στον πιο παλιό τοξικό πολιτικό και τον επόμενο ανάλογό του, ο Αριστοφάνης προβάλλει την ανθρωπιά ως απαραίτητο στοιχείο για την εξουσία, χρησιμοποιεί όμως τα ίδια ακραία όπλα για να την κατακτήσει».

Ο Αριστοφάνης καταγγέλλει τον λαϊκισμό και τη δημαγωγία, στοχοποιώντας τον διαβόητο δημοκόπο της εποχής, Κλέωνα. Ο πολιτικός που -μετά τον θάνατο του Περικλή και την περηφανή νίκη των Αθηναίων στην Πύλο επί των Λακεδαιμονίων (425 π.Χ.)- κατέστη πρωταγωνιστής της δημόσιας πολιτικής σκηνής, παρουσιάζεται ως ο νέος ευνοούμενος υπηρέτης του Δήμου με το όνομα Παφλαγόνας. 

Το έργο ξεκινά με τους δύο παλαιότερους υπηρέτες του Δήμου (πολλοί αναγνωρίζουν τον Δημοσθένη και τον Νικία) να θρηνούν για την κακομεταχείρισή τους από τον πονηρό επιστάτη τους, τον δερματέμπορα Παφλαγόνα. Μεθυσμένοι κλέβουν από τον κοιμισμένο Παφλαγόνα τους χρησμούς που αποκαλύπτουν ότι ένας αλλαντοπώλης, πολύ χειρότερος από εκείνον, θα τον εκτοπίσει. Οταν μπροστά τους εμφανίζεται ένας πλανόδιος αλλαντοπώλης, έχει όλα όσα αναφέρει ο χρησμός: είναι άξεστος, αγράμματος, πονηρός, χυδαίος. Εχει δηλαδή τα προσόντα για την πολιτική ανέλιξή του.

Ο αλλαντοπώλης, σαστισμένος με την υποστήριξη της ανώτερης τάξης των Ιππέων, πείθεται να αντιμετωπίσει και να νικήσει τον τρομερό Παφλαγόνα, ώστε να γίνει ο πρωθυπουργός, πρώτος υπηρέτης της πόλης. Οι δύο αντίπαλοι αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον σε αγώνα κολακείας, χρησμών και μονομαχία μαγειρικής και τελικά νικητής είναι ο αλλαντοπώλης. 

Σε μια εποχή που ο Κλέων βρισκόταν στο απόγειο της δημοτικότητάς του, ο Αριστοφάνης εξαπολύει αμείλικτη επίθεση εναντίον του, σατιρίζοντας τα νέα πολιτικά ήθη και τη διαφθορά που χαρακτηρίζει τη σχέση των δημοκρατικών θεσμών και των πολιτειακών οργάνων (Βουλή, Εκκλησία του Δήμου, δικαστήρια) με τους πολιτικούς ταγούς, που προσπαθούν να εξασφαλίσουν τη δημοτικότητα και τη λαϊκή εύνοια με κολακείες και απάτες.

Μία γυναίκα σε χορό δεκαέξι ανδρών

oi-polites-foroyn-diachronika-paropides2
«Στη μάχη ανάμεσα στον πιο παλιό τοξικό πολιτικό και τον επόμενο ανάλογό του, ο Αριστοφάνης προβάλλει την ανθρωπιά ως απαραίτητο στοιχείο για την εξουσία, χρησιμοποιεί όμως τα ίδια ακραία όπλα για να την κατακτήσει».

Τι σχέση έχει ο σύγχρονος Ελληνας με όλα αυτά; «Οσο ψάχνουμε στο παρελθόν, διαπιστώνουμε ότι οι άνθρωποι πάνω κάτω παραμένουν ίδιοι. Είναι στη φύση τους η επιθυμία να ξεχάσουν τα πάντα μια νύχτα με πανσέληνο. Τσακωνόμαστε, διαφωνούμε, αλληλοκατηγορούμαστε και στο τέλος μια πανσέληνος μπορεί να τα ανατρέψει όλα».

Ο ανδρικός χορός αποτελείται από 16 άνδρες και μια γυναίκα. «Σκέφτηκα τη Στεφανία Γουλιώτη, μια γυναίκα δυναμική, και της ζήτησα να έρθει ακριβώς για να δείξουμε τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Οτι στην πολιτική, στον στρατό, γενικά στη δημόσια ζωή, παραμένει το ποσοστό μία στους 16 άνδρες».

Η μουσική του Θοδωρή Ρέγκλη ακολουθεί τις τάσεις της εποχής. «Ραπ, το πολιτικό τραγούδι της εποχής, που θα ακουστεί στην παράβαση, αλλά και μπαλάντες κ.ά., παιγμένα από ηθοποιούς», υπογραμμίζει ο Κωνσταντίνος Ρήγος.

Η συζήτηση κλείνει με έναν απολογισμό της 30χρονης πορείας του. Μιας διαδρομής χωρίς στεγανά: από το χοροθέατρο Οκτάνα, τις συνεργασίες με κρατικούς φορείς, τις σκηνοθεσίες έργων από το ελληνικό και παγκόσμιο ρεπερτόριο αλλά και τις παραστάσεις τραγουδιστών σε πίστες, μέχρι τη διεύθυνση του μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής που ανέλαβε το 2018.  

«Είναι ωραίο να κάνεις διαφορετικά πράγματα που σου δίνουν ανάσες. Δεν έχει πολύ μεγάλη σημασία τι κάνεις, αλλά πώς το κάνεις. Οταν έφυγα από την Οκτάνα και το θέατρο και ασχολήθηκα με τη μουσική και τους τραγουδιστές, τα μιούζικαλ, τη φωτογραφία, κατάλαβα ότι είχα συγκρουόμενες ανάγκες, που αν δεν τις εξέφραζα, θα παρέμενα σε μια πιο δυσδιάκριτη αισθητική. Ετσι κι αλλιώς, όλα υπηρετούν τη μέθεξη με έναν τρόπο. Κατάφερα να απενοχοποιήσω ό,τι με περιόριζε. Οταν έκανα την “Bossa Nova” στο Εθνικό θέατρο, πολλοί ηθοποιοί μου έλεγαν “πόσο θα θέλαμε να κάνουμε αυτό που κάνεις χωρίς να χαρακτηριστούμε”. Υπομονή χρειάζεται. Αν πιστεύεις πολύ σε κάτι και είσαι ειλικρινής, με τον χρόνο οι άλλοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη σου να τολμήσεις».