ΒΙΒΛΙΟ

Ο Φρέντρικ Μπάκμαν μιλάει στην «Κ»: Σουηδός συγγραφέας χωρίς… crime thriller

Ο πολυγραφότατος Φρέντρικ Μπάκμαν μιλάει στην «Κ»

o-frentrik-mpakman-milaei-stin-k-soyidos-syggrafeas-choris-crime-thriller-561443845

Ο Φρέντρικ Μπάκμαν δεν είναι εύκολος ως συνεντευξιαζόμενος. Δίνει σπάνια συνεντεύξεις και απαντά επιλεκτικά στις ερωτήσεις. Στο μέιλ μου που ταξίδεψε έως τη Σουηδία τού είχα στείλει δεκατέσσερις ερωτήσεις. Μου απάντησε σε έξι! Η δημοσιότητα μοιάζει να μην τον πολυαφορά, αυτός θέλει απλώς να γράφει βιβλία. Και έχει ήδη ολοκληρώσει εννέα την τελευταία δεκαετία. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν, από τις εκδόσεις Κέδρος, τέσσερα από τα μυθιστορήματά του και δύο μικρές νουβέλες. Τελευταίο βρέθηκε στις προθήκες πριν από λίγες εβδομάδες το «Ενας άντρας που τον λένε Ούβε», το πρώτο του βιβλίο, με το οποίο έγινε γνωστός διεθνώς και το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και διεκδίκησε στην 89η απονομή των βραβείων Οσκαρ το αγαλματίδιο στην κατηγορία «καλύτερη ξενόγλωσση ταινία». Είχαν προηγηθεί τα μυθιστορήματα «Η γιαγιά μου σας χαιρετά και ζητάει συγγνώμη»,

«Η Μπριτ-Μαρί ήταν εδώ», «Ανθρωποι με άγχος», «Συμφωνία ζωής» και «Κάθε πρωί ο δρόμος για το σπίτι γίνεται όλο και πιο μακρύς».
Θυμάμαι ότι πριν από λίγους μήνες, που έπιασα στα χέρια μου το πολυμεταφρασμένο –σε 42 γλώσσες– «Η γιαγιά μου σας χαιρετά και ζητάει συγγνώμη», η πρώτη μου σκέψη γι’ αυτόν ήταν «ένας Σουηδός που δεν γράφει crime thriller». Το δεύτερο πράγμα που σκέφτηκα ήταν «αυτός ο Σουηδός που δεν γράφει crime thriller γράφει πραγματικά ωραία». Μετά ήμουν πολύ απασχολημένη να διαβάζω, δεν μπορούσα να σκεφτώ. 

Ο συγγραφέας που τον λένε Φρέντρικ Μπάκμαν υπήρξε ένα μοναχικό παιδί. Τα βιβλία ήταν πολύ στενοί του φίλοι. «Διάβαζα πολύ ως παιδί», μου γράφει, «δεν είχα πολλούς φίλους και τα βιβλία είναι το καλύτερο πράγμα για ένα μοναχικό παιδί. Ομως δεν ξέρω πότε ακριβώς ξεκίνησα να γράφω. Δεν ήταν ποτέ στόχος μου να γίνω συγγραφέας, απλώς μου άρεσαν πολύ οι ιστορίες και τα παραμύθια και κάποια στιγμή, όταν ξεκίνησα να προσπαθώ να τις διηγηθώ, το γράψιμο φάνηκε μια λογική επιλογή». 

Δεν ήταν λοιπόν μια συνειδητή απόφαση να γίνει συγγραφέας, είναι κατηγορηματικός ως προς αυτό: «Μου αρέσει το γράψιμο. Σε κάποιους ανθρώπους αρέσει να παίζουν γκολφ ή να φυτεύουν λουλούδια ή να τρέχουν μαραθωνίους. Εμένα μου αρέσει αυτό. Δεν αποφάσισα λοιπόν ποτέ να γίνω συγγραφέας. Απλώς άρχισα να γράφω». 

Κάπως έτσι μεταφέρθηκαν στο χαρτί οι ιστορίες του. Αυτή του Ούβε, της Σόνια, της Πάρβανε, του Πάτρικ. Η ιστορία της επτάχρονης Ελσα, της γιαγιάς της, της μαμάς της, του Τζορτζ και των γειτόνων τους. Η περιπέτεια της Μπριτ-Μαρί που δεν αντέχει την ακαταστασία ούτε τον γάμο της, ούτε το σπίτι της, ούτε το ερειπωμένο χωριό Μποργκ, αλλά είναι αποφασισμένη να τα καταφέρει με τον τρόπο της. Και φυσικά η ιστορία μιας κατά λάθος ληστή, δύο αστυνομικών, του Τζιμ και του Τζακ, του Ρότζερ και της Αννα-Λένα, της Γαλήνης και της Τζούλια, της Εστέλ, του Λέναρντ, της μεσίτριας και άλλων ανθρώπων με άγχος.

o-frentrik-mpakman-milaei-stin-k-soyidos-syggrafeas-choris-crime-thriller0

Η επιλογή των ιστοριών

Πώς άραγε επιλέγει τις ιστορίες του ο Σουηδός συγγραφέας που τον λένε Φρέντρικ Μπάκμαν και δεν γράφει crime thriller; «Νομίζω η καλύτερη απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι αυτή που έδωσε κάποτε ο Νορβηγός συγγραφέας Erlend Loe, ο οποίος είπε “δεν επιλέγω, δεν έχω επιλογή, μπορώ μόνο να γράψω μια ιστορία, αυτή που θέλω να γράψω”. Σκέφτομαι πολύ αυτό που είπε. Αν κάποιος φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας και αναρωτιέται ποια ιστορία να πει, απλώς ας πει αυτή που αγαπά». 

Ο Μπάκμαν γράφει με μια αμεσότητα πολύ αναζωογονητική. Τον ρωτώ αν υπάρχουν κάποια «βήματα» που ακολουθεί κατά τη συγγραφή ενός βιβλίου. Μπορώ σχεδόν να τον δω να χαμογελάει κατεργάρικα καθώς γράφει την απάντησή του: «Λοιπόν, το πρώτο βήμα είναι να καθίσω. Το δεύτερο βήμα είναι να γράψω. Κατά τα λοιπά, το πιο σημαντικό βήμα είναι η σκέψη. Πρέπει κανείς να σκεφτεί, να σκεφτεί τη ιστορία του. Πιστεύω ότι η μεγαλύτερη παρανόηση για τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι ότι χρειάζεται κανείς μια ρουτίνα γραψίματος. Είμαι σίγουρος ότι αυτό μπορεί να βοηθήσει, αλλά αυτό που θα ήθελα να ενθαρρύνω τους επίδοξους συγγραφείς να αποκτήσουν είναι μια ρουτίνα σκέψης. Οσο περισσότερο σκέφτεται κανείς αυτό το οποίο πρόκειται να γράψει, τόσο πιο εύκολο θα είναι να το γράψει μόλις καθίσει και ξεκινήσει». 

Ο ίδιος έχει εκπαιδεύσει τον εαυτό του να γράφει οπουδήποτε. «Κατάλαβα σχετικά νωρίς ότι ίσως για πέντε λεπτά τον χρόνο θα υπάρχουν οι τέλειες συνθήκες γι’ αυτό. Τον υπόλοιπο καιρό επικρατεί χάος και θα πρέπει κανείς να μπορεί να γράψει ούτως ή άλλως. Πάρτε λοιπόν ένα ζευγάρι καλά ακουστικά, βάλτε μουσική, καθίστε κάτω και γράψτε. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος που ξέρω εγώ να το κάνω».

Οι ήρωες του Σουηδού συγγραφέα ξεπετάγονται από τις σελίδες, διεκδικούν χώρο και χρόνο, είναι πεισματάρηδες, αστείοι, ελαττωματικοί, χαρούμενοι, λυπημένοι, γκρινιάρηδες, απαισιόδοξοι, αισιόδοξοι, απαθείς, δυναμικοί, άνθρωποι οικείοι που γίνονται «δικοί μας». Οι ιστορίες του είναι πνευματώδεις, γλυκόπικρες, συγκινητικές, με χιούμορ, με ανατροπές και εκπλήξεις. Σε κάθε σελίδα συνωστίζονται δάκρυα, χαμόγελα και γέλια, όλα τα συναισθήματα, τα χρώματα, οι ιδιαιτερότητες που έχει η ζωή. Και στο τέλος μένει μια γλυκιά αισιοδοξία, η πεποίθηση ότι όλα θα πάνε, αν όχι καλά, τότε σωστά, όμορφα, όπως πρέπει. Για τον ίδιο, το τέλος ενός βιβλίου σημαίνει ένα και μόνο πράγμα: «Με κάνει να νιώθω ότι πρέπει να αρχίσω να γράφω το επόμενο».