ΘΕΑΤΡΟ

Οι «Βάκχες» θυμίζουν την πανδημία…

Ο Ακης Σακελλαρίου μιλάει στην «Κ» για το έργο του Ευριπίδη, τον Διόνυσο, την Επίδαυρο και τη νέα γενιά σκηνοθετών

oi-vakches-thymizoyn-tin-pandimia-561459838

«Η ουσία της τέχνης σε φέρνει σε κάποια όρια τόσο δελεαστικά που όταν σου λείπουν, νιώθεις σαν να κόπηκε ένα κομμάτι της ζωής σου. Για τον κόσμο του θεάτρου είναι ανάσα η σκηνή». Ετσι περιγράφει ο Ακης Σακελλαρίου το αίσθημα της αναγκαστικής απουσίας όλο το διάστημα που κράτησε το lockdown για το θέατρο, αλλά και την επιστροφή στη σκηνή με τις «Βάκχες» του Ευριπίδη που παρουσιάζονται σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά και σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη (παίζουν: Ακης Σακελλαρίου, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Ιωάννα Παππά, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Δημήτρης Πετρόπουλος, Κωνσταντίνος Ασπιώτης).

«Η πρώτη παράστασή μας δόθηκε στη Χαλκίδα και όλοι νιώσαμε αυτό που λέμε μυσταγωγία στο θέατρο. Υπήρχε μια διάχυτη σιγή και μια προσήλωση, λες και το κοινό ήθελε να νιώσει με όλες του τις αισθήσεις», λέει ο πρωταγωνιστής στην «Κ», ενώ ετοιμάζεται για την Επίδαυρο. Παραγωγή της Εταιρείας Τέχνης «Αrs Aeterna» και του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, οι «Βάκχες» θα παρουσιαστούν στις 13, 14 και 15 Αυγούστου στο αργολικό θέατρο. Μια παράσταση όπου κυριαρχεί το πάθος, η σύγκρουση, η τελετουργία και η μουσική των Θραξ Πανκc, ενός σχήματος από τη Θράκη που σμίγει τις θρακιώτικες λύρες με τις ηλεκτρικές κιθάρες. Η λέξη «πανκοπανηγυροψυχεδέλεια» περιγράφει τον ήχο της μπάντας.

Η Επίδαυρος αυξάνει το άγχος του ηθοποιού; «Προφανώς», λέει γελώντας ο πρωταγωνιστής. «Ως Θεσσαλονικιός είχα κι εγώ παλιά την αντίληψη “ωχ μωρέ αυτοί οι Αθηναίοι, πηγαίνουν στην Επίδαυρο, σχολιάζουν, κρίνουν αφ’ υψηλού και λένε ο καθένας το μακρύ και το κοντό του”. Ομως, όταν έπαιξα για πρώτη φορά εκεί, πριν από δέκα χρόνια, ένιωσα το μεγαλείο του χώρου». Βέβαια, στο ξεκίνημα της καριέρας του, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, δίπλα στον Θόδωρο Τερζόπουλο, είχε γυρίσει σχεδόν όλα τα αρχαία θέατρα της χώρας, εκτός από το αργολικό θέατρο, και μάλιστα με τον ίδιο ρόλο που υποδύεται και τώρα. Οι «Βάκχες», λοιπόν, του είναι γνώριμες. «Η παράσταση του 1986 ήταν βασισμένη σε μια βιοδυναμική διεργασία που τότε ήταν πρωτόφαντη. Το υλικό των Βακχών που σχετίζεται με την έκσταση και το χάσιμο των ανθρώπινων ορίων, ήταν μια παράσταση που αποτέλεσε σταθμό στην πορεία μου και γενικότερα άφησε γερό αποτύπωμα στο θέατρο». 

oi-vakches-thymizoyn-tin-pandimia0
Ο θεός Διόνυσος στην παράσταση της Νικαίτης Κοντούρη, παρουσιάζεται πιο ανθρώπινος, πιο οικείος.

Ηταν από τις πρώτες του ερμηνείες μετά το πτυχίο της Νομικής και τη δραματική σχολή της Ρούλας Πατεράκη στη Θεσσαλονίκη, καθώς και τις θεατρικές σπουδές στη σχολή της Στέλλας Αντλερ και το HB Studio στην Αμερική. Εκεί γνώρισε τον Θόδωρο Τερζόπουλο. Επιστρέφοντας ξεκίνησαν τις «Βάκχες», μια παράσταση που επί δέκα χρόνια παρουσιάστηκε σε όλο τον κόσμο. Επειτα, ο κύκλος εκείνος έκλεισε, άνοιξαν άλλοι για τον καταξιωμένο σήμερα ηθοποιό.

«Αλλαξαν πολλά έκτοτε, ωστόσο το σώμα έχει δική του ζωή και μνήμη και θυμόταν την κινησιολογία που ακολουθούσαμε τότε, παρότι στα χρόνια που μεσολάβησαν έκανα διαφορετικά πράγματα στο θέατρο. Η Ν. Κοντούρη είχε ζήσει όλη τη διαδικασία τότε. Τα σκηνικά-κοστούμια εκείνης της παραγωγής τα έκανε ο Γιώργος Πάτσας –βασικός συντελεστής της παράστασης– και ως σύζυγός του η Νικαίτη, τα γνώριζε όλα από πρώτο χέρι».

Ποιες διαφορές βλέπει στον ρόλο του Διόνυσου που ερμηνεύει και πάλι; «Στη σημερινή παράσταση ο Διόνυσος παρουσιάζεται πιο ανθρώπινος, πιο οικείος. Βασική ορμή για μας τώρα είναι η μουσική των Θραξ Πανκc, ενώ τότε ήταν οι ήχοι. Η μουσική για μένα είναι βασικός άξονας. Είναι παιδιά που μεταφέρουν με υγεία και φρέσκια ματιά την τεράστια δεξαμενή της παράδοσης. Το αρχέγονο στοιχείο των θρακιώτικων ρυθμών, των πιο παγανιστικών, έδεσε με την αρχέγονη διάσταση της Βακχείας». Ο Διόνυσος, ο γνωστός θεός του κρασιού, της μέθης και του θεάτρου, «ενδύεται» το αρχέγονο και αινιγματικό του πρόσωπο, που είναι εξαιρετικά σύνθετο και σκοτεινό. Γιος του Δία και της Σεμέλης, ο μύθος λέει πως, ενώ τον γεννούσε πρόωρα η μάνα του, ο Δίας τον διέσωσε φτιάχνοντας στον μηρό του μια δεύτερη μήτρα και τον έστειλε να δει το φως στη μακρινή Ασία. 

«Η ευμάρεια και η απόλαυση ανατρέπονται ανά πάσα στιγμή» 

Από τα ιδιαίτερα έργα του Ευριπίδη, οι «Βάκχες» γράφτηκαν όταν βρισκόταν αυτοεξόριστος στο παλάτι του Αρχέλαου στη Μακεδονία (406-405 π.Χ.). Είναι από τα κείμενα που δημιούργησαν προβλήματα στους μελετητές, κυρίως γιατί «υπάρχει μια ακραία εκδικητική διάσταση, η οποία φαντάζει παράταιρη στον δυτικό πολιτισμό. Σε αυτή την ακρότητα ο Ευριπίδης κατά κάποιον τρόπο περιγράφει τα τελευταία χρόνια πριν φύγει από τη ζωή, τους λοιμούς και τις ανθρώπινες απώλειες του Πελοποννησιακού Πολέμου. Εκτός από την εκδικητική ακρότητα του Διονύσου παρουσιάζει και το πεπρωμένο: η ευμάρεια και η απόλαυση ανατρέπονται ανά πάσα στιγμή». 

Εδώ ο Διόνυσος φτάνει στη Θήβα, πατρίδα της μητέρας του, με τις ακολούθους του, με σκοπό να επιβάλει τη δική του θρησκεία και να εκδικηθεί όσους τον αμφισβητούν. «Ερχεται μια καινούργια θρησκεία για να ανατρέψει το απολλώνειο και το λογικό που υπήρχε μέχρι τότε στα κράτη. Ο Διόνυσος αντιπροσωπεύει το πάθος και την κατάλυση των ορίων, τον κόσμο του ενστίκτου, τον διονυσιακό κόσμο, ενώ ο βασιλιάς Πενθέας αντιπροσωπεύει το κατεστημένο, το ορθολογικό, τους νόμους». Στις «Βάκχες», την ύβριν διαδέχονται η τιμωρία, η δικαιοσύνη και η κάθαρση. Η σκηνοθέτις Νικαίτη Κοντούρη παρομοίασε πρόσφατα όσα θίγονται στο έργο με την έλευση ενός ιού που χτυπά μια οργανωμένη κοινωνία. «Θυμίζει ό,τι βιώσαμε στην πανδημία», συμφωνεί ο Ακης Σακελλαρίου και προσθέτει: «Ο,τι μας συμβαίνει σε έναν σεισμό ή μια πλημμύρα που κανείς δεν τα περιμένει, αλλά έρχονται να μας τονίσουν ότι στη ζωή μας μπορεί ξαφνικά να ανατραπούν τα πάντα. Ποιος περίμενε πριν από δύο χρόνια όταν εμφανίστηκε η πανδημία ότι θα είχε αυτά τα αποτελέσματα;».

Οι δυσκολίες του ρόλου; «Επρεπε να βρεθεί ένας συγκεκριμένος κώδικας μεταξύ εμού του Διονύσου και των κοριτσιών του χορού, των Μαινάδων. Καθώς κι ένας κώδικας που θα περνούσε και στους υπόλοιπους ρόλους. Ομως σε αυτό το έργο υπάρχει κάτι μαγικό που με έκανε να θυμηθώ και την πρώτη μου εμπειρία: έχει τόσα στοιχεία τελετουργίας, τα οποία επαναλαμβάνοντάς τα καθημερινά καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά ενώνονται. Ενώνονται κινήσεις και ήχοι που διαπνέουν τις “Βάκχες”, κάτι που δεν συμβαίνει και μάλιστα τόσο έντονα σε άλλες τραγωδίες. Εδώ ενώνονται κομμάτια όλων των ρόλων. Δεν το είχαμε βρει στις πρώτες πρόβες, το βρήκαμε όμως στην επανάληψη. Ολοι οι ρόλοι αποκτούν μια κοινή γλώσσα κυρίως με τη μεταστροφή του Πενθέα σε Βάκχη, τη γυναικεία συμπεριφορά που γελοιοποιείται και σχετίζεται με το εξιλαστήριο θύμα που υπάρχει σε κάθε κοινωνία».

Η συζήτηση στρέφεται και στις καταγγελίες στο θέατρο. «Υπάρχει μια συμπεριφορά που έχει κάποια όρια, στο να προσπαθείς να δημιουργήσεις και στην προσπάθεια αυτή να πιέζεις τον άλλον. Παλαιότερα σε αυτήν τη διαδικασία υπήρχε διάχυτο το κομμάτι της προσβολής, η οποία γινόταν στο όνομα της τέχνης. Ευτυχώς που όλα βγήκαν στο φως και προχωράμε με μεγαλύτερη υγεία». Πάντως, για το θέατρο και τις δύο κρίσεις που βίωσε είναι αισιόδοξος. «Ηρθε η στιγμή να φανεί η προσπάθεια της προηγούμενης δεκαετίας, η οποία βέβαια δεν είχε στήριξη από το κράτος. Ολοι αυτοί οι σκηνοθέτες που βγήκαν –πιτσιρικάδες πριν από δέκα χρόνια–, τώρα θα δείξουν τη νέα θεατρική γλώσσα. Τα μικρά πράγματα της προηγούμενης δεκαετίας έβαλαν θεμέλια για κάτι καλύτερο και δεν αφορά μόνο το θέατρο, αλλά και το σινεμά, τα χάπενινγκ, τις εικαστικές τέχνες. Το νέο στο θέατρο έβαλε θεμέλια».

Η περιπέτεια της υγείας του 

Η συζήτηση κλείνει με την περιπέτεια υγείας που αντιμετώπισε το 2018, όταν βρέθηκε στην εντατική έχοντας προσβληθεί από τη νόσο των λεγεωναρίων. «Ηταν τέτοια εποχή και βρισκόμουν, όπως τώρα, σε περιοδεία. Είχα επί δύο εβδομάδες έναν πυρετό που δεν κατέβαινε. Θυμάμαι τη μία μέρα έπαιζα στην Πάτρα και την επομένη διασωληνώθηκα. Δεν έδωσα σημασία, νόμιζα ότι ήμουν ένας μικρός θεούλης και ότι μπορούσα να το αντιμετωπίσω. Ηταν μεγάλο δίδαγμα αυτή η περιπέτεια. Αυτό που βίωσα μοιάζει με αυτό που μας συμβαίνει με την COVID-19. Γι’ αυτό μιλάω διαρκώς για ό,τι πέρασα. Υπουλο μικρόβιο, όπως ύπουλος είναι ο ιός τώρα. Κάποιοι θεωρούν ότι για όλα φταίνε οι άλλοι, ότι μας ψεκάζουν, δεν φοράνε μάσκες… Είναι μέχρι να το πάθεις για να σε τινάξει. Τώρα η μετάλλαξη “Δέλτα” θερίζει. Ελπίζω όταν φύγει η πανδημία να θυμόμαστε κάτι απ’ όλο αυτό».