ΒΙΒΛΙΟ

Αφγανοί ξεριζωμένοι στην Ελλάδα

Το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους εκτροχίασε τις ζωές τους – Τρεις πρόσφυγες μιλούν στην «Κ»

afganoi-xerizomenoi-stin-ellada-561494365

«O πρόσφυγας κλείνει τη βαλίτσα του και ξεκινάει. Δεν αμφισβητεί, δεν αμφιβάλλει, οφείλει να ξεκινάει. Δεν το κάνει από καθήκον, το κάνει από ανάγκη. Η συνεχής μετακίνηση είναι σαν να προσπαθεί να κολυμπάει κάποιος στη θάλασσα χωρίς να βραχεί» (Ρεζά Γκολαμί, «Χαμένες Ταυτότητες», Αθήνα 2021, εκδόσεις Τόπος). Ρωτάμε τον Γκολαμί αν λέει στον εαυτό του όταν φτάνει στην Αθήνα ότι «φτάνει στο σπίτι του». «Ναι, όταν έρχομαι αεροπορικά και βλέπω από ψηλά τα φώτα της πόλης λέω μέσα μου: Πάω σπίτι».

Το Αφγανιστάν ήταν η πρώτη χώρα της Ασίας που επηρεάστηκε δραματικά από την 11η Σεπτεμβρίου (αργότερα ακολούθησε το Ιράκ). Οι πολύ πρόσφατες εξελίξεις στην πολύπαθη χώρα, με την αποχώρηση των δυτικών δυνάμεων και την παράδοση, ουσιαστικά, στους Ταλιμπάν, επιβεβαίωσαν το τραγικό αδιέξοδο ενός πολέμου που κράτησε είκοσι χρόνια και ξεκίνησε ουσιαστικά με την κατάρρευση των Διδύμων Πύργων. Οι Αφγανοί πρόσφυγες με τους οποίους μίλησα έχουν όλοι τους δεχθεί τα απόνερα εκείνης της μοιραίας ημέρας που άλλαξε τον κόσμο.

afganoi-xerizomenoi-stin-ellada0Ο Ρεζά Γκολαμί γεννήθηκε το 1988 στην Καμπούλ και έφτασε το 2006 στην Ελλάδα μέσω της Τουρκίας. Πρόσφατα έγραψε την ιστορία του με τίτλο «Χαμένες Ταυτότητες». Ο Τατζίκος (μία από τις φυλές του Αφγανιστάν) έχει ζήσει πολλές ζωές, έχει εγκαταλείψει και έχει αποκτήσει πολλές ταυτότητες, έχει προσαρμόσει άλλες σε νέες πραγματικότητες. Ο Γκολαμί δεν είναι ο μόνος Αφγανός στη χώρα μας που χρειάστηκε να προσαρμόσει το «δέρμα» του, την ταυτότητά του, σε μια εποχή πολύ πριν από τη δημόσια συζήτηση για τις πολιτικές ταυτοτήτων.

Μια ζωή πρόσφυγας

Ο 54χρονος μεταφραστής Αμπουμπακίρ Φαΐζ είναι Ελληνας υπήκοος. «Εχω μεγαλώσει ως εσωτερικός πρόσφυγας στο Αφγανιστάν. Εχω γεννηθεί και έχω μεγαλώσει στην Καμπούλ αλλά είχα καταφύγει στο Μαζάρι Σαρίφ. Είχα σπουδάσει στο Καζαχστάν Φιλοσοφία και έκανα διδακτορικό στη Μόσχα».

– Σκοπός σας ήταν να έρθετε στην Ελλάδα;
– Σκοπός μου ήταν να καταφύγω σε μια χώρα όπου θα ήμουν ασφαλής. Ηρθα από το Τατζικιστάν. Οταν είσαι πρόσφυγας, φυγάς δεν έχεις σχέδιο, οι πρόσφυγες δεν προγραμματίζουν… Εφτασα στο αεροδρόμιο. Πήγα σε έναν σύλλογο Ποντίων στην Καλλιθέα επειδή μιλούσα ρωσικά και μπορούσα να συνεννοηθώ μαζί τους και με έστειλαν μέσω του ιδρύματος αποκαταστάσεως ομογενών στο ελληνικό συμβούλιο για τους πρόσφυγες. Πήγα στη ΓΑΔΑ και έκανα αίτηση πολιτικού ασύλου. Ενάμιση χρόνο δεν είχα δικαίωμα να εργασθώ. Το 1998 πήρα κάρτα αιτούντος άσυλο, είχα δικαίωμα να εργασθώ, να πάρω ΑΦΜ και αριθμό ασφάλισης.

– Ποια συνήθεια ήταν πιο δύσκολο να αλλάξετε στην καθημερινότητά σας;
– Ολοι ήθελαν να αλλάξω το όνομά μου γιατί στα ελληνικά προφέρεται δύσκολα. Να με φωνάζουν Νίκο ή Γιώργο. Φυσικά δεν δέχθηκα.

Η κόρη του είναι ενήλικη πλέον και εργάζεται. «Πήγε σε δημόσιο σχολείο και μεγάλωσε σαν Ελληνόπουλο». «Σε κάθε χώρα πρέπει να σέβεσαι τους νόμους και τους κανόνες της», προσθέτει όταν τον ρωτάω αν σκέφτηκε ποτέ να τη στείλει στους μεντρεσέδες (αυτοσχέδια ισλαμικά σχολεία σε μπακάλικα ή ξυλουργεία όπου πολλοί άνθρωποι από την κεντρική Ασία στέλνουν τα παιδιά τους θεωρώντας ότι αυτό αποτελεί εκπαίδευση). «Δεν είναι εκπαίδευση να μαθαίνεις μόνο ένα βιβλίο», λέει, όχι χωρίς ειρωνεία ο Φαΐζ. «Αυτά τα σχολεία μάς έχουν καταστρέψει».

– Νιώθετε Ελληνας;
– Οχι 100%. Δεν είμαι υπέρ του να φύγει κάποιος από τη χώρα του. Εκεί που πας δεν νιώθεις μέσα στα ρούχα σου.

Η συζήτηση γυρίζει στην κατάσταση στο Αφγανιστάν. Ρωτάμε τον συνομιλητή μας αν νοσταλγεί τη χώρα του. «Φυσικά, αλλά δεν μπορώ να γυρίσω πίσω. Για λόγους πραγματικούς αλλά και επειδή δεν μπορώ να γυρίσω εκεί απ’ όπου έφυγα, τα πάντα έχουν αλλάξει. Μην περιμένουμε από τους “έξω” να φτιάξουν τη χώρα μας, αυτό δεν δουλεύει, πρέπει να κάνουμε τη δουλειά μόνοι μας».

Φύλλα ενός ξερού δέντρου 

Ο Χαλίντ Μοχαμαντί είναι συντονιστής μιας ΜΚΟ για ασυνόδευτους ανηλίκους στον Ασπρόπυργο. Ηρθε το 2002 στη χώρα μας μέσω Ιράν, Τουρκίας και Χίου. Ηταν 15 ετών ο ίδιος, ανήλικος. Στη ΓΑΔΑ του είχαν πει ότι σε ένα χρόνο πρέπει να φύγει. Δεν έφυγε. Πήγαινε κάθε μέρα στην πιάτσα, στη διασταύρωση των οδών Θηβών με Λακιώτη, ή στον Ασπρόπυργο και περίμενε να τον πάρει κάποιος για δουλειά. «Ξεκίνησα από τα χωράφια, τις ελιές. Εκανα αγροτικές δουλειές στη Θήβα και την Πελοπόννησο. Ημουνα σαν μουγγός, δεν μπορούσα να πω αυτά που είχα μέσα μου».

– Θέλατε να έρθετε στην Ελλάδα;
– Οταν το δέντρο ξεραίνεται, τα φύλλα πάνε όπου τα πάρει ο αέρας, δεν φαίνεται από πριν πού θα προσγειωθούν τελικά. Οταν φεύγεις από τη χώρα σου έχεις μόνο τα ρούχα σου. Αφήνεις γλώσσα, τρόπο ζωής, αξίες».

Ο Χαλίντ λέει ότι οι ανήλικοι που έρχονται τώρα στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν πολύ καλύτερες συνθήκες: «Εχουν τουλάχιστον το ταβάνι πάνω από το κεφάλι τους».

– Νιώθατε εδώ στην Ελλάδα σαν στο σπίτι σας;
– Μέχρι να έρθει η ώρα της ανανέωσης των χαρτιών που χρειάζονται για την άδεια παραμονής. Ο γιος μου είναι 2 ετών και δεν έχει καταφέρει ακόμα να πάρει ΑΜΚΑ. Εκανα πριν από 7 χρόνια αίτηση πολιτογράφησης. Εχω τελειώσει το λύκειο στην Ελλάδα, αλλά δεν φτάνουν όλα αυτά ούτε το να δουλεύεις σταθερά κάπου».

Καμπούλ – Πακιστάν – Καμπούλ – Ιράν – Τουρκία – Αθήνα

afganoi-xerizomenoi-stin-ellada2
Ο Ρεζά Γκολαμί (αριστερά) λέει ότι πλέον βλέπει όνειρα στα ελληνικά. Ο Χαλίντ Μοχαμαντί (κέντρο) ήρθε στην Ελλάδα το 2002, ανήλικος τότε. «Οταν φεύγεις από τη χώρα σου έχεις μόνο τα ρούχα σου. Αφήνεις γλώσσα, τρόπο ζωής. Ο Αμπουμπακίρ Φαΐζ (δεξιά) νοσταλγεί τη χώρα του, αλλά δεν μπορεί πια να γυρίσει πίσω…

«Επαθα σοκ όταν άκουσα στον Δήμο Αθηναίων δύο υπαλλήλους να συζητούν μεταξύ τους για μένα που έχω πολιτογραφηθεί και να λένε “αυτός δεν είναι Ελληνας, έγινε Ελληνας”», λέει ο Ρεζά Γκολαμί. Ο Γκολαμί έφυγε πολύ μικρός από το Αφγανιστάν, γεννήθηκε το 1988, ήταν μόλις 10 ετών όταν έγινε πρόσφυγας στο Πακιστάν. Στις «Χαμένες Ταυτότητες» περιγράφει έναν δάσκαλο από τον οποίο έμαθε την ιστορία της χώρας του, τον Χαφίζ. «Γίνομαι ο πρώτος μαθητής στην τάξη εκεί που ήμουν ο τελευταίος. Με το που τελειώνουμε το βραδινό, μας σερβίρουν τσάι, ο καθένας παίρνει θέση και αρχίζει ο “ποιηματοπόλεμος”. Πάντοτε αρχίζω εγώ με ένα γνωστό ποίημα που μου αρέσει πολύ: “Τα παιδιά του Αδάμ είναι μέλη του ίδιου σώματος / Ολα τους μοιράζονται την ίδια ρίζα. /Αν η μοίρα προκαλέσει πόνο σε ένα μέλος, / εξαιτίας του θα πονάει και το άλλο. / Εσύ που δεν νιώθεις τον πόνο του άλλου, / δεν σου αξίζει να λέγεσαι άνθρωπος”. Είναι γραμμένο από τον Πέρση ποιητή Σααντί τον 13ο αιώνα».

Ο Χαφίζ και η οικογένειά του δολοφονούνται από τους Ταλιμπάν, στο Πακιστάν. Ο Ρεζά Γκολαμί επιστρέφει στο Αφγανιστάν, ενώ έχει τελειώσει τη Β΄ Γυμνασίου. Οι απαιτήσεις του στο Πακιστάν έχουν μεγαλώσει και αυτό που βρίσκει είναι μια κοινωνία από την οποία εκτοπίστηκαν οι Ταλιμπάν από την εξουσία αλλά όχι το πνεύμα τους. «Ηταν μια χώρα φυλακισμένη από διάφορους πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες, τους οποίους το μόνο που τους απασχολούσε ήταν το δικό τους συμφέρον και ο δικός τους πλούτος».

Ο Γκολαμί ξαναβγαίνει στους δρόμους που οδηγούν στα ξένα. Πάει στο Ιράν. Εμεινε εκεί ώς το 2005 και μετά με ένα φουσκωτό πέρασε στη Μυτιλήνη (κέντρο κράτησης Παγανής). Στην Αθήνα κοιμάται τις πρώτες τέσσερις νύχτες στον δρόμο. Στην αρχή δουλεύει σε οικοδομές, μετά σε μια κάβα στην Κόρινθο. Στα 20 αποφασίζει να τελειώσει το σχολείο (Εσπερινό). «Εκεί που ήξερα τέσσερα φωνήεντα στα περσικά, έγιναν επτά στα ελληνικά μαζί με μια δύσκολη γραμματική», γράφει. Αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας. Πάει στο ΕΠΑΛ και στη συνέχεια σπουδάζει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Εκλέγεται πρόεδρος της αφγανικής κοινότητας το 2012.

«Βλέπω όνειρα στα ελληνικά. Εστω και δύο εβδομάδες να έχω λείψει, με το καλησπέρα στο αεροδρόμιο νιώθω άλλος άνθρωπος. Οταν γυρίζω όμως από το εξωτερικό και βλέπω την Αθήνα από ψηλά, λέω εδώ είναι το σπίτι μου. Πήγα πριν από τρία χρόνια στο Αφγανιστάν, οι αλλαγές ήταν τεράστιες. Εκεί που υπήρχαν μονοκατοικίες είχαν “σηκωθεί” τώρα πολυκατοικίες. Μου έλειπαν οι εικόνες που είχα αφήσει πίσω μου φεύγοντας και δεν τις βρήκα».

Στη συνάντησή μας με τον Ρεζά Γκολαμί μιλήσαμε για εκείνους που έχουν μείνει πίσω. Για τους Ταλιμπάν που θα δείξουν το πραγματικό τους πρόσωπο όταν αποτραβηχτούν τα φώτα της δημοσιότητας από τη χώρα του. Για τις γυναίκες και τις μειονότητες που κρύβονται, για τους πρώην συνεργάτες των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων που φοβήθηκαν να πάνε μέχρι το αεροδρόμιο. «Συνήθως στη ζωή», γράφει, «έχουμε επιλογές, αλλά υπάρχουν στιγμές που δεν μπορείς να επιλέξεις τον τρόπο με τον οποίο θέλεις να ζήσεις. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η δική μου ζωή, δίχως επιλογή, δίχως όνειρα».