ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αδιάφορο το θέατρο ως «πείραμα»

Ο θεατρικός συγγραφέας Γιον Φόσε μιλάει στην «Κ» με αφορμή την ελληνική παρουσίαση του έργου του «Κάποιος θα έρθει»

adiaforo-to-theatro-os-peirama-561514201

Ο Γιον Φόσε γεννήθηκε στο Στράντεμπαρμ, μια επαρχία της Νορβηγίας περίπου 400 χιλιόμετρα ανατολικά του Οσλο. Το σπίτι της οικογένειάς του βρισκόταν κοντά στα φιορδ και οδηγώντας το ποδήλατό του προς το σχολείο, την εκκλησία ή τη λέσχη νέων της περιοχής, διέσχιζε αγροτικές εκτάσεις και συχνά άκουγε τα κύματα του Αρκτικού Ωκεανού. Τώρα πια είναι 62 χρόνων, και πριν από λίγο καιρό απέκτησε το έκτο του παιδί. Εδώ και τέσσερις δεκαετίες γράφει αδιαλείπτως θέατρο, μυθιστορήματα, ποίηση, δοκίμια, παιδικά βιβλία και δημοσιογραφικά κείμενα. Εχει κάνει διασκευές έργων και μεταφράσεις στα νορβηγικά. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 50 γλώσσες. Το πρώτο του θεατρικό ανέβηκε στη Νορβηγία το 1994, και στο εξωτερικό το 1997. Λίγο πριν ξεκινήσει ο νέος αιώνας η καριέρα του απογειώθηκε, και έγινε διεθνής αστέρας. Είναι ο πιο πολυπαιγμένος εν ζωή θεατρικός συγγραφέας, και το όνομά του έχει ακουστεί ως σοβαρή υποψηφιότητα για το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Η αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ» με αφορμή τη θεατρική παραγωγή από το ΚΠΙΣΝ του έργου του «Κάποιος θα έρθει», σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, έγινε δι’ αλληλογραφίας. Παρ’ όλα αυτά είναι ο πιο άμεσος συνομιλητής που είχα ποτέ, σοβαρός αλλά όχι βαρύς, ταχύς στη σκέψη του και απροσχημάτιστος.
 
– Πιστεύετε ότι υφίσταται στον πολιτισμό αυτό που ονομάζουμε «εθνική ταυτότητα»; Αναγνωρίζετε στο έργο σας την επίδραση του Ιψεν, της σκανδιναβικής λογοτεχνίας, του κινηματογράφου;

– Θεωρώ ότι για ορισμένες χώρες το θέατρο, και ειδικότερα η θεατρική γραφή, είναι σημαντικό στοιχείο εθνικής ταυτότητας. Για τη Νορβηγία ο Χένρικ Ιψεν ήταν, και είναι ο πιο διάσημος εκπρόσωπος της χώρας διεθνώς. Οι αθλητές και διάφοροι άλλοι έρχονται και φεύγουν – ο Ιψεν μένει. Προφανώς ο Σαίξπηρ είναι πολύ σημαντικός για τη Βρετανία, όπως και ο Τσέχωφ για τη Ρωσία.

Δεν μπορώ να σκεφτώ την Ελλάδα, χωρίς να σκεφτώ τους αρχαίους τραγικούς ποιητές σας. Και παραμένουν σημαντικοί όταν αναλογίζομαι τον ελληνικό πολιτισμό, ακόμη και τον σύγχρονο. Δεν ξέρω ελληνικά ούτε αρχαία ελληνικά, αλλά έχω διαβάσει τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη από διάφορες μεταφράσεις. Στην πραγματικότητα η τελευταία μου δουλειά αφορούσε την Ορέστεια, μια παραγωγή στο Εθνικό Θέατρο του Οσλο. Προφανώς λοιπόν υπάρχουν εθνικές λογοτεχνίες, που εξελίσσονται παράλληλα με την παγκόσμια λογοτεχνία.
 
– Είστε ένας από τους πολυγραφότερους θεατρικούς συγγραφείς παγκοσμίως. Υπάρχουν κάποια θέματα και μοτίβα στα οποία επανέρχεστε; 

– Οταν γράφω, ποτέ δεν σκέφτομαι ένα συγκεκριμένο θέμα ή μοτίβο. Και τα δύο εμπεριέχονται σε αυτό που ονομάζω «μορφή» ενός έργου. Αλλά αναμφίβολα υπάρχουν συγκεκριμένες καταστάσεις ή συνθήκες που επιστρέφουν, για παράδειγμα η εικόνα κάποιου που κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Κάποιος έγραψε ότι η ζήλια είναι το καλύτερο «θέμα» για ένα έργο, και υποθέτω ότι έχει δίκιο – μπορείτε να τη βρείτε σε πολλά από τα έργα μου. Ενα άλλο στοιχείο που επανέρχεται είναι η διαπίστωση ότι ζούμε σε αμφίσημες εποχές, και πως είναι δύσκολο να διακρίνεις με βεβαιότητα αν είμαστε ζωντανοί, νεκροί, ή διαβιούμε μεταξύ ζωής και θανάτου.
 
– Γίνατε θεατρικός συγγραφέας σχεδόν παρά τη θέλησή σας, με την παρότρυνση άλλων, όπως έχετε πει. Τριάντα θεατρικά έργα αργότερα, είστε δραματουργός διεθνούς φήμης. Πώς αισθάνεστε τώρα για το θέατρο;

– Οταν μια παραγωγή είναι καλή, δεν υπάρχει καμία μορφή τέχνης τόσο εντυπωσιακή όσο το θέατρο. Αλλά είναι δύσκολο να φτιάξεις σπουδαίο θέατρο, και οι σημαντικές παραγωγές σπανίζουν. Ομως το κακό θέατρο είναι πραγματικός μπελάς. Ενα κακό μυθιστόρημα μπορείτε εύκολα να το αφήσετε στην άκρη, αλλά αν έχετε κολλήσει στο κοινό μιας κακής παράστασης, θέλει προσπάθεια να σηκωθείτε και να φύγετε.

adiaforo-to-theatro-os-peirama0
Αντώνης Μυριαγκός και Aλκηστις Πουλοπούλου πρωταγωνιστούν στο «Κάποιος θα έρθει». Φωτ. ALEX KAT

– Είχατε δηλώσει ότι θέλατε να σταματήσετε να γράφετε θέατρο. Γιατί;

– Γράφω για το θέατρο περίπου είκοσι χρόνια. Επίσης, ταξίδεψα πολύ για να δω παραγωγές έργων μου, και ένιωσα κατά κάποιο τρόπο εξαντλημένος από όλα αυτά. Αποφάσισα λοιπόν να επιστρέψω στη μυθοπλασία και την ποίηση. Ετσι κι έκανα. Εγραψα ένα μυθιστόρημα που ονομάζεται «Τριλογία», ενώ πρόσφατα δημοσιεύθηκε ο τελευταίος τόμος από ένα μακροσκελές μυθιστόρημα που ονομάζεται «Septology». Μετά από αυτά, κι ένα διάλειμμα δέκα χρόνων από το θέατρο, ένιωσα την ανάγκη να επιστρέψω. Εγραψα το έργο «Ισχυρός άνεμος» που έκανε πρόσφατα πρεμιέρα στο Οσλο, και έγινε μια εξαιρετική παραγωγή, μία από τις καλύτερες σε έργο μου. Επανέρχομαι λοιπόν ως θεατρικός συγγραφέας και έκτοτε έχω γράψει δύο έργα ακόμη.
 
– Στην αρχή η συγγραφή υπήρξε για εσάς ένα μέσο επιβίωσης, όπως έχετε δηλώσει. Τι είναι η γραφή τώρα;

– Ξεκίνησα να γράφω σε ηλικία 12 ετών, θα γίνω 62 σε λίγες μέρες. Είμαι συγγραφέας που εκδίδει το έργο του επί 40 χρόνια, και το γράψιμο γίνεται για μένα όλο και πιο σημαντικό. Η συγγραφή ίσως είναι πιο ενδιαφέρουσα όσο μεγαλώνω. Για το μέλλον δεν μπορώ να πω.
 
– Ενας γνωστός Βρετανός κριτικός του θεάτρου –παρά την εκτίμησή του για το έργο σας «Είμαι ο άνεμος» (παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Βρετανία το 2014)– σχολίασε σε κριτική του: «Αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνω το έργο του Γιον Φόσε». Θεωρείτε σημαντικό να καταλαβαίνει το κοινό τα έργα σας;

– Οχι. Για να είμαι ειλικρινής δεν καταλαβαίνω κι εγώ τη δική μου γραφή! Τι σημαίνει πραγματικά; Για να είναι καλό ένα έργο, πρέπει να λέει κάτι σημαντικό. Ξέρω ότι το δικό μου το κάνει, αλλά τι ακριβώς λέει, δεν μπορώ να πω. Ενα παράδειγμα: Είναι το «Κάποιος θα έρθει» ένα έργο για την ερωτική ζήλια; Από μια σκοπιά βεβαίως, αλλά από μια άλλη μήπως είναι ένα έργο για τον θάνατο; Μήπως ο άνθρωπος που έρχεται, είναι ο θάνατος; Οσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο πιστεύω ότι η δεύτερη εκδοχή είναι πιο αληθινή.
 
– Υπάρχει μια διεθνής τάση στην τέχνη και αναγνωρισμένη νέα λέξη: το «woke». Δηλώνει την εγρήγορση απέναντι σε ευαίσθητα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, όπως οι ανισότητες, ο ρατσισμός, η ταυτότητα των φύλων. Πιστεύετε ότι το θέατρο οφείλει να συνδέεται περισσότερο με τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής, και με ποιον τρόπο;

– Ολα τα μεγάλα θεατρικά έργα, το σπουδαίο θέατρο, πραγματεύονται ουσιώδη ζητήματα του ανθρώπινου βίου. Οι κλασικοί σας λένε κάτι σημαντικό για τη ζωή στις μέρες μας, όχι όμως για το τάδε ή το δείνα πολιτικό ή κοινωνικό ζήτημα που μας απασχολεί αυτή τη στιγμή. Η απόσταση από την πραγματικότητα που ενέχει ένα σπουδαίο έργο, προσφέρει την προοπτική που χρειαζόμαστε για να δούμε το παρόν με μεγαλύτερη σοφία. Παρεμπιπτόντως, πιστεύω ότι ένας θεατρικός συγγραφέας όπως ο Μπρεχτ, με τον κατηγορηματικό μαρξισμό του, είναι πολύ λιγότερο σχετικός με την εποχή μας από τα έργα του Μπέκετ.
 
– Ποιο είδος θεάτρου σας αρέσει;

– Το θέατρο μόνο για διασκέδαση δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Εξίσου και το θέατρο ως «πείραμα». Δεν είμαι καθόλου κατά όλων των παραπάνω, αλλά προτιμώ το θέατρο που ανήκει στη μακρά δραματουργική παράδοση. Πρέπει όμως να παρουσιάζεται σε καλές παραγωγές τουλάχιστον, για να μην πω σε σπουδαίες. Κι αυτό, όπως είπα, είναι σπάνιο.
 
– Το 2011 σας αποδόθηκε η τιμητική κατοικία που βρίσκεται μέσα στο βασιλικό ανάκτορο του Οσλο ως αναγνώριση του έργου και της προσφοράς σας στη χώρα. Πιστεύετε ότι ένα κράτος οφείλει να τιμά εμπράκτως και γενναιόδωρα τους καλλιτέχνες που προωθούν τον εθνικό πολιτισμό διεθνώς;

– Θεωρώ υπέροχο που η Νορβηγία έχει αυτήν την παράδοση. Το σπίτι χτίστηκε από τον εθνικό μας ποιητή Χένρικ Βέργκελαντ. Βεβαίως είναι δύσκολο να ζήσω και να γράψω σε ένα τέτοιο «επίσημο» κτίριο, οπότε μένω συχνά σε άλλα μέρη. Τώρα βρίσκομαι σε ένα διαμέρισμα που έχω στα περίχωρα της Βιέννης.
 
Το έργο του Γιον Φόσε «Κάποιος θα έρθει», σε μετάφραση Ερις Κύργια, σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά και με πρωταγωνιστές τους Αντώνη Μυριαγκό, Aλκηστη Πουλοπούλου και Χάρη Φραγκούλη, παρουσιάζεται για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων στον Θόλο του ΚΠΙΣΝ. Εως τις 12 Οκτωβρίου.