ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Η πόλη που εξήγαγε σοφία και ευφυΐα»

Η μακραίωνη ιστορία της Αθήνας διά χειρός Μπρους Κλαρκ

i-poli-poy-exigage-sofia-kai-eyfy-a-561573964

i-poli-poy-exigage-sofia-kai-eyfy-a0Οταν στο τέλος της συζήτησής μας ρωτήσαμε τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Μπρους Κλαρκ αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό της Αθήνας που έμεινε αναλλοίωτο μέσα στους αιώνες, η απάντησή του ήταν μονολεκτική. «Η Ακρόπολη», είπε κατηγορηματικά. «Υπήρχαν στιγμές που η Αθήνα σχεδόν δεν υπήρχε ως πόλη αλλά η Ακρόπολη ήταν πάντα σημαντική ως ένα στρατηγικό σημείο, αλλά κυρίως ως ένας ιερός τόπος. H δυτική κοινή γνώμη υπερθεματίζει τη λειτουργία της Ακρόπολης ως ένα δημοκρατικό σύμβολο, αλλά ήταν πάντοτε ένας ιερός τόπος είτε για την αρχαία ελληνική θρησκεία, τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία ή την ορθόδοξη, για το Ισλάμ. Οι άνθρωποι σε όλες τις περιόδους προσεύχονταν εκεί και αισθάνονταν μια πνευματική δύναμη, όχι μόνο στην επιφάνεια του βράχου αλλά και στις σπηλιές. Ολο το γεωλογικό οικοδόμημα είχε επενδυθεί με μια αίσθηση ιερότητας και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που άντεξε μέσα στους αιώνες».

Με την ίδια ιερότητα ο δημοσιογράφος του Economist προσεγγίζει την ιστορία της Αθήνας στο νέο του βιβλίο «Athens: City of wisdom» των εκδόσεων Head of Zeus (στα ελληνικά θα εκδοθεί από τα Ελληνικά Γράμματα) που φυσικά ξεκινάει πολύ πριν από τη δημιουργία της Ακρόπολης των κλασικών χρόνων, και συγκεκριμένα από τον 8ο αιώνα π.Χ., και καταλήγει στις μέρες μας με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς.

Η συνέντευξη όμως ξεκίνησε από το προφανές. Τι είναι αυτό που κάνει την Αθήνα σοφή; «Ο τίτλος του βιβλίου αντανακλά το γεγονός ότι η σοφία και η ευφυΐα ήταν τα εξαγώγιμα “προϊόντα” στην ιστορία της Αθήνας. Η πόλη έπρεπε να εισάγει πολλά πράγματα, όπως φαγητό για τον πληθυσμό της, αλλά ακόμα και μετά την παρακμή της Αθήνας του Περικλή, όταν έχασε τη γεωπολιτική της σημασία, παρέμεινε για τους επόμενους επτά ή οκτώ αιώνες μια πνευματική εξαγωγική δύναμη στο πεδίο των ιδεών», σημειώνει ο Κλαρκ.

Τα Γλυπτά του Παρθενώνα

Μια που η κουβέντα πήγε στα αγαθά που εξήγαγε η αρχαία Αθήνα, ρωτάμε τον συγγραφέα για το άλλο μεγάλο θέμα των «εξαγωγών» που και ο ίδιος αναφέρει στο βιβλίο του. Ο Κλαρκ αφιερώνει αρκετές σελίδες στον Λόρδο Ελγιν και στη «δημιουργική ερμηνεία» των οθωμανικών φιρμανιών που εκδόθηκαν σε μια περίοδο στενής αγγλο-οθωμανικής φιλίας. «Αυτό που έκανε ο Ελγιν ήταν σοκαριστικό ακόμα και για τους Βρετανούς και Οθωμανούς αξιωματούχους της εποχής. Ηταν μια αποτρόπαιη πράξη ακόμα και για μια εποχή κατά την οποία αρκετοί Δυτικοί πήραν πολλά πράγματα από την Ελλάδα», λέει ο Κλαρκ.

«Παρά τις μεγάλες τραγωδίες που έχει περάσει, νομίζω ότι η Αθήνα σήμερα είναι ένα πιο χαρούμενο και πιο ενδιαφέρον μέρος σε σχέση με το ’80».

Τονίζοντας το εκπαιδευτικό έργο του Βρετανικού Μουσείου στην έκθεση της παγκόσμιας ιστορίας, θεωρεί ότι έχει έρθει η ώρα για αποφάσεις σχετικά με το θέμα της επανένωσης των γλυπτών του Παρθενώνα. «Νομίζω ότι το μουσείο πρέπει να κάνει μια χάρη στον εαυτό του και να πάρει μια ηθική θέση υπέρ της επανένωσης», σημειώνει, κάτι που θα χρειαστεί μια νομοθετική πρωτοβουλία από τη βρετανική κυβέρνηση. «Η επίσημη θέση είναι ότι τα γλυπτά αποκτήθηκαν νόμιμα και ότι ακολουθήθηκαν οι σωστές διαδικασίες, αλλά για μένα αυτή είναι μια εγωιστική θέση όταν λέγεται απέναντι στην κυνική συμπεριφορά που επέδειξε ο Ελγιν και οι συνεργάτες του».

Ο Μπρους Κλαρκ επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα στα 13 του χρόνια κάνοντας διακοπές με τους γονείς του στη δεκαετία του ’70. Ο πατέρας του, έμπειρος ναυτικός, έκανε τον γύρο του Αιγαίου με ένα ξύλινο ιστιοφόρο και στο μυαλό του νεαρού Μπρους χαράχτηκαν τα αρχαία μνημεία της Δήλου. «Αυτό το ταξίδι άσκησε μια βαθιά επίδραση μέσα μου», μας λέει σήμερα. Αργότερα έμαθε αρχαία ελληνικά στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο επισκέφθηκε την Αθήνα για έξι μήνες, βγάζοντας μερικά χρήματα ως καθηγητής αγγλικών και μένοντας, για έναν περίπου μήνα, στη φοιτητική εστία του Ζωγράφου. Οταν το ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρόιτερς έψαχνε για να στείλει τον πρώτο του ανταποκριτή στην Αθήνα, ο Κλαρκ ήταν η αυτονόητη επιλογή. «Τότε έμεινα στην Ελλάδα από το καλοκαίρι του ’82 μέχρι και το ’86 και ήταν μια καθοριστική περίοδος για την υπόλοιπη ζωή μου», μας λέει.

Εκείνα τα χρόνια ο δημοσιογράφος παρακολουθούσε την πολιτική σκηνή της Ελλάδας. Γνώρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου στις πύρινες ομιλίες του, τη Μελίνα Μερκούρη, τον Αντώνη Τρίτση και άλλα πρόσωπα της εποχής που αναφέρονται στο βιβλίο του. Αλλωστε, πολλές από τις αναφορές στην ιστορία της Αθήνας (ουσιαστικά και της Ελλάδας) από το ’80 και μετά βασίζονται και στις προσωπικές του εκτιμήσεις, συνεντεύξεις και συζητήσεις που έκανε ως δημοσιογράφος για τον Economist και για άλλα μέσα ενημέρωσης.

«Η Αθήνα εκείνης της εποχής ήταν ένα τόπος θλιβερός και στρυφνός με έναν τρόπο. Ηταν μια αστική κοινωνία που δεν ήταν ακόμη πλήρως αστική και η ίδια η πόλη δεν λειτουργούσε πολύ καλά. Η καθημερινή ζωή ήταν πολύ αγχωτική και υπήρχε μια κακή ατμόσφαιρα στον αέρα, την οποία ο Παπανδρέου μπορούσε να αρθρώσει πολύ παραστατικά. Παρά τις μεγάλες τραγωδίες που έχει περάσει, νομίζω ότι η Αθήνα σήμερα είναι ένα πιο χαρούμενο και πιο ενδιαφέρον μέρος σε σχέση με το ’80», μας λέει, συμπληρώνοντας βέβαια ότι οι πληγές της οικονομικής κρίσης είναι εμφανείς.

Ο Αντετοκούνμπο

Ποιοι εκφράζουν όμως τη νέα Αθήνα, ρωτάμε τον πολύπειρο δημοσιογράφο. Οι πιο δημοφιλείς στο Twitter μάς λέει είναι δύο Γιάννηδες, ο Γιάνης Βαρουφάκης και ο Γιάννης Αντετοκούνμπο και ο ίδιος ενδιαφέρεται περισσότερο για τον δεύτερο. Είναι ο Γιάννης η προσωποποίηση της νέας Αθήνας; «Το ελπίζω», απαντά ο Μπρους Κλαρκ, «η Αθήνα είναι σε μια εύθραυστη κατάσταση και το κατά πόσον μπορεί η πόλη να απορροφήσει φυσικά και πολιτισμικά τα τέσσερα εκατομμύρια κατοίκους της είναι μια καλή ερώτηση. Είδαμε φέτος τις οικολογικές προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η Αθήνα, υπάρχουν οι μεγάλες ανισότητες και τα τοπικά προβλήματα στη δυτική Αθήνα, μια νέα πραγματικότητα στο Ελληνικό, υπάρχει ένα ερώτημα συνοχής της πόλης της Αθήνας. Ομως είμαι 51% αισιόδοξος για τον πραγματισμό με τον οποίο οι πόλεις προσαρμόζονται στις νέες πολιτισμικές και κοινωνικές πραγματικότητες».