ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η αρχαιότητα εξακολουθεί να ζει στην Ελλάδα

Ο Τούντορ Ντίνου μιλάει στην «Κ»

i-archaiotita-exakoloythei-na-zei-stin-ellada-561586651

Είναι απόγευµα, στο Βουκουρέστι το κρύο είναι τσουχτερό και ο Τούντορ Ντίνου, καθηγητής Nεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της ρουμανικής πρωτεύουσας και γενικός γραμματέας της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, με υποδέχεται στο γραφείο του για να μου αφηγηθεί την ιστορία ενός παιδιού που μεγάλωσε με στερήσεις στα χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος και ονειρευόταν την Ελλάδα – τη δική του ιστορία.

Από παιδί είχε πάθος με την ελληνική αρχαιότητα. «Και δεν ήταν οι γονείς μου που μου εμφύσησαν αυτή την αγάπη – μόνος μου ξεκίνησα να διαβάζω αρχαία ιστορία, μυθολογία και φιλοσοφία. Τελειώνοντας το λύκειο, αν και η μητέρα μου με πίεζε να γίνω γιατρός ή δικηγόρος, επαγγέλματα που σε όλες τις χώρες θεωρείται ότι συνεπάγονται μια οικονομική εξασφάλιση, αποφάσισα να σπουδάσω Κλασική Φιλολογία, δηλαδή αρχαία ελληνικά και λατινικά, καθώς τότε δεν υπήρχαν ακόμη στη Ρουμανία νεοελληνικές σπουδές. Στη συνέχεια έκανα στροφή προς τις βυζαντινές και τις μεταβυζαντινές σπουδές, βλέποντας ότι υπήρχε περισσότερος χώρος για πρωτότυπη έρευνα και άρχισα να μαθαίνω τη γλώσσα σας. Ετσι άρχισαν όλα…».

Ο κ. Ντίνου είναι πολυγραφότατος. Εχει μεταφράσει στα ρουμανικά, έργα αρχαίων (Αριστοφάνης, Πλούταρχος) αλλά και νεοτέρων (Γιάννης Ρίτσος, Νίκος Εγγονόπουλος, Ανδρέας Εμπειρίκος) συγγραφέων. Τα συγγράμματά του, αφιερωμένα σε θέματα βυζαντινής και νεοελληνικής φιλολογίας, ιστορίας και πολιτισμού, καθώς και στον Ελληνισμό των παραδουνάβιων ηγεμονιών κυκλοφορούν σε Ρουμανία, Ελλάδα, Κύπρο, Γαλλία, Τσεχία, Λετονία, Ουκρανία και Γεωργία.

– Ποιες είναι οι οικογενειακές καταβολές σας, κ. Ντίνου;

– H καταγωγή της μητέρας μου είναι από την Τρανσυλβανία. Του πατέρα μου από τη Βλαχία – Μολδαβία. Ηταν γόνος αρχοντικής οικογένειας, με τεράστιες ιδιοκτησίες πριν από την έλευση του κομμουνισμού, τσιφλίκια και ανθρακωρυχεία μεταξύ άλλων. Ολα χάθηκαν και πολλοί συγγενείς μας πέθαναν στις φυλακές του κομμουνιστικού καθεστώτος χωρίς να έχουν ποτέ καταδικαστεί επισήμως. Ενδεικτική είναι η ιστορία του προπάππου μου, Μιχαήλ Μανολέσκου, σημαντικού οικονομολόγου και υπουργού Εξωτερικών της Ρουμανίας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αφησε την τελευταία του πνοή φυλακισμένος στην πόλη Σίγκετ και καταδικάστηκε ερήμην πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του…

i-archaiotita-exakoloythei-na-zei-stin-ellada0
«Η Υψηλή Πύλη, έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη της στους Ρουμάνους ηγεμόνες, διόρισε στους θρόνους του Βουκουρεστίου και του Ιασίου Φαναριώτες, δηλαδή Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης. Εκείνα τα χρόνια αναπτύχθηκε ένας κοινός ελληνορουμανικός πολιτισμός», λέει ο Τούντορ Ντίνου, καθηγητής Nεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου και γενικός γραμματέας της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών.

 

– Τι επαγγέλονταν οι γονείς σας;

– O πατέρας μου είχε όνειρο να γίνει φιλόλογος, αλλά δεν του επετράπη. Αυτό το επάγγελμα ήταν ιδεολογημένο, είχαν τη δυνατότητα να το ασκούν μόνο όσοι ήταν «υγιούς καταγωγής», δηλαδή κατάγονταν από οικογένειες εργατών, χωρικών ή χειρωνακτών. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να εργαστεί μάστορας και κάποια στιγμή μπόρεσε να σπουδάσει μηχανικός. Η μητέρα μου ήταν χημικός.

Πολλοί συγγενείς μας πέθαναν στις φυλακές του κομμουνιστικού καθεστώτος χωρίς να έχουν ποτέ καταδικαστεί επισήμως.

– Γεννηθήκατε το 1978. Τι θυμάστε από την κομμουνιστική Ρουμανία;

– Εχω πολύ έντονες μνήμες από τις ατέλειωτες ουρές της δεκαετίας του ’80 για τα βασικά τρόφιμα. Με κουπόνια αγοράζαμε ενάμισι κιλό λάδι τον μήνα κι άλλη τόση ζάχαρη. Επίσης, δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου τυρί εκείνα τα χρόνια. Κάποιες μέρες διαδιδόταν η πληροφορία ότι το κατάστημα της γειτονιάς μας θα έφερνε ένα λευκό τυρί, όχι και τόσο καλής ποιότητας, τον τελεμέ. Τα ονόματα όλων των οικογενειών γράφονταν σε έναν μακρύ κατάλογο κι όταν άρχιζε η διανομή έπρεπε οπωσδήποτε κάποιο μέλος από κάθε οικογένεια να είναι παρόν για να μη χάσει τη σειρά και να μπορέσει να εξασφαλίσει ένα μικρό κομμάτι. Το μαγαζί άνοιγε στις 6:30 το πρωί κι εμείς περιμέναμε από το προηγούμενο βράδυ. Ξενυχτούσαμε μέσα στο κρύο του χειμώνα για να γευτούμε λίγο τελεμέ…

– Η πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος έφερε αυτά που προσδοκούσατε;

– Εφερε την ελευθερία και την ελευθερία λόγου, η οποία για όσους καταγόμασταν από οικογένειες διανοουμένων ήταν πολύ σημαντική. Αλλά η οικονομική κατάρρευση ήταν πλήρης. Η βιοπάλη τη δεκαετία του ’90 ήταν πιο σκληρή από πριν. Δεν εκπληρώθηκε το όνειρο της ευημερίας. Τι κι αν υπήρχαν τα πάντα πια στα καταστήματα του Βουκουρεστίου; Ελάχιστοι μπορούσαν να τα αγοράσουν. Οι μηνιαίες απολαβές των γονιών μου, για παράδειγμα, δεν ξεπερνούσαν τα πενήντα δολάρια. Ζούσαμε με τεράστιες στερήσεις, όπως καταλαβαίνετε.

– Διαβάζοντας το βιβλίο σας «Οι Ελληνες επιστρέφουν στη Ρουμανία» καταλαβαίνω ότι η χώρα σας βίωσε πιο σκληρά τον κομμουνισμό σε σύγκριση με άλλες χώρες. Ισχύει; Κι αν ναι, γιατί;

– Είναι αλήθεια. Για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς επειδή οι Ρουμάνοι δεν αγαπούσαν καθόλου τον κομμουνισμό. Ως ιδεολογία δεν ήταν συμβατός με τη νοοτροπία των απλών ανθρώπων. Για τον χωρικό, κυρίως της Βλαχίας και της Μολδαβίας, σημαντικό μέχρι σήμερα είναι να διαθέτει ένα ιδιόκτητο κομμάτι γης· τίποτα πιο πολύτιμο δεν υπάρχει για εκείνον. Θέλει να εργάζεται σ’ αυτό ο ίδιος και να το κληροδοτεί στα παιδιά του. Ο κομμουνισμός άλλαξε αυτή τη σχέση. Οι χωρικοί έπρεπε να παραχωρούν τις ιδιοκτησίες τους στο κράτος και να δουλεύουν σε μια κολεκτίβα. Ο δεύτερος παράγων ήταν το γεγονός ότι ο κομμουνισμός στο μυαλό των περισσότερων συμπατριωτών μου συνδέεται άρρηκτα με τη Ρωσία, η οποία είχε γίνει εχθρός της χώρας μας ήδη από το 1812. Τότε, προφασιζόμενη την απελευθέρωση της Βλαχίας και της Μολδαβίας από τον οθωμανικό ζυγό, είχε προσαρτήσει τη Βεσαραβία –μια περιοχή μεταξύ Προύθου και Δνείστερου– και την είχε μετατρέψει σε ρωσική επαρχία, απαγορεύοντας μάλιστα τη ρουμανική γλώσσα ακόμα και σε σχολεία και εκκλησίες. Και κάτι ακόμα: το 1944, όταν η Ρουμανία τάχθηκε με τους Συμμάχους, το Κομμουνιστικό Κόμμα της αριθμούσε μόλις 800 μέλη. Αυτοί οι άνθρωποι ανήκαν κυρίως σε εθνικές μειονότητες –ήταν Ούγγροι, Βούλγαροι κ.λπ.– και αγωνίζονταν για τον διαμελισμό της «μεγάλης ιμπεριαλιστικής Ρουμανίας», όπως έλεγαν. Με δυο λόγια: επειδή δεν υπήρχε πρόσφορο έδαφος για να δεχθεί ο ρουμανικός λαός τον κομμουνισμό, έπρεπε να του επιβληθεί με κάθε τρόπο.

i-archaiotita-exakoloythei-na-zei-stin-ellada2
Τα βιβλία του κυκλοφορούν σε Ρουμανία, Ελλάδα, Κύπρο, Γαλλία, Τσεχία, Λετονία, Ουκρανία και Γεωργία.

Η παρουσία του Ελληνισμού είναι ζωντανή στη Ρουμανία 

– Εχετε μεταφράσει πολλά ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα. Σε ποιο «ακουμπήσατε» περισσότερο;

– Η αλήθεια είναι ότι έχω αναπτύξει μια δυνατή σχέση με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, μια και έχω μεταφράσει σχεδόν όλο το έργο του και έχω καταβάλει μεγάλες προσπάθειες να το κατανοήσω εις βάθος. Αλλά και επειδή έχω συνδεθεί φιλικά με τον γιο του, τον διακεκριμένο ιστορικό Λεωνίδα Εμπειρίκο και μαζί διαμορφώσαμε μια μόνιμη μουσειακή έκθεση αφιερωμένη στον ποιητή στο πατρικό του σπίτι, στη Βραΐλα.

– Τι συνδέει τη Ρουμανία και την Ελλάδα; 

– Οι πιο έντονοι δεσμοί ήταν την περίοδο στην οποία επικεντρώνεται η έρευνά μου: τη Φαναριώτικη εποχή, από το 1711 στη Μολδαβία και το 1715 στη Βλαχία μέχρι το 1821. Τότε η Υψηλή Πύλη, έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη της στους Ρουμάνους (Μολδαβούς και Βλάχους) ηγεμόνες, διόρισε στους θρόνους του Βουκουρεστίου και του Ιασίου Φαναριώτες, δηλαδή Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης. Εκείνα τα χρόνια αναπτύχθηκε ένας κοινός ελληνορουμανικός πολιτισμός. Στο τρίτομο έργο μου «Το Βουκουρέστι των Φαναριωτών» παρουσιάζω όλες τις πτυχές του. Και τη σημερινή εποχή, όμως, οι σχέσεις είναι πάλι στενές. Ελληνες επενδυτές δραστηριοποιούνται στη Ρουμανία, πολλοί συμπατριώτες σας εργάζονται εδώ, είναι ζωντανή η παρουσία του Ελληνισμού στη χώρα μου. 
 
– Πόσους φοιτητές έχει σήμερα το τμήμα σας;

– Τριάντα. Πρέπει να είναι ευρωπαϊκό ρεκόρ. Ακόμα και στην Κύπρο είναι λιγότεροι. Δυστυχώς διά ζώσης μαθήματα έχουμε να κάνουμε από τον Μάρτιο του 2020, λόγω πανδημίας, αλλά μια και μου δίνετε την αφορμή, θα ήθελα να πω πόσο ευγνώμων είμαι για τους Ελληνες που στηρίζουν με τις χορηγίες τους την έδρα Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και την κρατούν ζωντανή: την Αικατερίνη Σοφιανού, τον Γεώργιο Γαλανάκη, τον Επαμεινώνδα Οχονο, τον Ευθύμιο Ναυρίδη – μεταξύ άλλων.
 
– Από το ελληνικό πανεπιστήμιο ποια είναι η εμπειρία σας;

– Υπάρχουν κορυφαίες προσωπικότητες που το υπηρετούν. Η στάση κάποιων φοιτητών βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι πάντα αξιοζήλευτη. Στα ρουμανικά πανεπιστήμια υπάρχει τάξη και πειθαρχία. 
 
– Τι αναζητούσατε στην ενασχόλησή σας με την Ελλάδα, κ. Ντίνου, και τι βρήκατε;

– Πολύ περισσότερα από όσα ονειρευόμουν και περίμενα! Βρήκα τον ζωντανό Ελληνισμό. Μελετώντας τους ανθρώπους της νεότερης Ελλάδας συνειδητοποίησα ότι η αρχαιότητα εξακολουθεί να ζει στη χώρα σας. Στις φλέβες των νεοελλήνων τρέχει και αρχαίο αίμα. Στις νοοτροπίες και τον τρόπο σκέψης σας υπάρχουν στοιχεία των αρχαίων προγόνων σας. 
 
– Ποια είναι αυτά τα στοιχεία;

– Η αφοσίωση των Ελλήνων στην ελευθερία και τη δημοκρατία – σε βαθμό που δεν υπάρχει σε κανέναν άλλον ευρωπαϊκό λαό.