ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ορέστης Ανδρεαδάκης στην «Κ»: «Καθορίζουν, καμιά φορά, ζωές οι ταινίες»

Ενας ανορθόδοξος «απολογισμός» του Ορέστη Ανδρεαδάκη

orestis-andreadakis-stin-k-kathorizoyn-kamia-fora-zoes-oi-tainies-561626275

Η συνάντηση με τον Ορέστη Ανδρεαδάκη επιφύλασσε μια έκπληξη αυτήν τη φορά. Εναν απροσδόκητο μικρό απολογισμό, που προέκυψε χωρίς να έχει σχεδιαστεί, αλλά και μια ποιητική συλλογή, στην οποία μετρήσαμε δέκα μόλις, πολύ όμορφα ποιήματα, μαζί με ένα χαϊκού του προλόγου. Τον απολογισμό ίσως και να υπαγόρευσε το τέλος ενός φεστιβάλ, η αρχή του επόμενου, του Μαρτίου, μαζί με τη χρονιά που αποχαιρετούμε. Αλλά την ποιητική συλλογή; Τι τον παρακίνησε να την τυπώσει; Την ερώτηση αυτήν δεν την υποβάλαμε ποτέ. Αρκεστήκαμε στον τίτλο. Ο «Σκοτεινός πληθυντικός», που κυκλοφόρησε σε 199 αριθμημένα και υπογεγραμμένα αντίτυπα (υπάρχει μόνο σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία), δηλώνει ότι ο κριτικός κινηματογράφου, που μεταπήδησε στον χώρο των φεστιβάλ, έχει και άλλες αφανέρωτες όψεις.

Ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης από τον Μάιο του 2016, όποτε και αν αναφέρεται στην (πολύ και αποτελεσματική) δουλειά που γίνεται, μιλάει πάντα για την «ομάδα» και τη γενική διευθύντρια Ελίζ Ζαλαντό. «Είμαι εξαιρετικά τυχερός που συνεργάζομαι με ανθρώπους τόσο μορφωμένους, έξυπνους, ταλαντούχους και έμπειρους, οι οποίοι θα μπορούσαν να εργαστούν σε οποιοδήποτε μεγάλο φεστιβάλ του κόσμου», λέει. Η 62η διοργάνωση ολοκληρώθηκε πριν από ένα μήνα. «Υβριδική» και αυτή, δηλαδή ζωντανά και online, όπως θα είναι μάλλον από εδώ και πέρα τα φεστιβάλ. «Το online δεν είναι φεστιβάλ. Είναι προβολές. Η ζύμωση γίνεται στο ζωντανό φεστιβάλ», υποστηρίζει ο Ορέστης Ανδρεαδάκης. «Παραμένει ένας χώρος όπου οι άνθρωποι συνδιαλέγονται με τις ταινίες και μέσα από αυτές. Καθορίζουν καμιά φορά ζωές τα φεστιβάλ και οι ταινίες».

«Τη δική σας, πώς την καθόρισε;» ρωτώ. «Από το ’95 ζω μέσα σε φεστιβάλ, ξεκινώντας από τις “Νύχτες Πρεμιέρας”. Η ζωή μέσα στα φεστιβάλ άνοιξε διαφορετικές διαδρομές. Εμαθα να μετασχηματίζω το προσωπικό σε συλλογικό. Για παράδειγμα, η φετινή επιλογή του “Κανόνα του παιχνιδιού” (της εμβληματικής ταινίας του Ζαν Ρενουάρ) ως υποτίτλου της 62ης διοργάνωσης, δεν ήταν τυχαία. Ηταν μια προσωπική συνθήκη που μετασχηματίστηκε σε κάτι που μπορεί να αφορά και άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι και μια θεραπευτική διαδικασία». Από τον «Κανόνα του παιχνιδιού», εμπνεύστηκαν 10 εικαστικοί καλλιτέχνες, σε μια έκθεση που τώρα μεταφέρεται στην Αθήνα (στο The Project Gallery, στο Μοναστηράκι, από 16/12/2021έως 16/1/2022).

– Η πανδημία άλλαξε τη σχέση μας με τον κινηματογράφο;

– Η αλλαγή είναι γενική. Σε όλα τα επίπεδα. Η αρρώστια της σημερινής κοινωνίας δεν είναι η απομόνωση αλλά η πλασματική εγγύτητα. Νομίζουν ότι είναι συνδεδεμένοι, αλλά δεν είναι. Και αυτό υπήρχε πολύ έντονο με τα κοινωνικά δίκτυα, όμως τα τελευταία δύο χρόνια έχει φτάσει πια σε δυσθεώρητα ύψη. Υπάρχουν εκατομμύρια μοναχικοί άνθρωποι που προτιμούν να κοινοποιήσουν τις σκέψεις, τις απορίες, τις επιθυμίες, σε ένα ανώνυμο κοινό που είναι οι followers, παρά να το μοιραστούν με τους φίλους τους, με τους συντρόφους τους, με τους συγγενείς τους, με την οικογένειά τους. Μια αυταπάτη επικοινωνίας. Αυτή είναι που έχει αλλάξει περισσότερο από όλα. Με απασχολεί βαθύτατα πώς ο κινηματογράφος, που είναι μια συλλογική εμπειρία, εντάσσεται σε αυτό που περιγράφω…

– Η πιο δύσκολη στιγμή της θητείας σας;

– Η 3η Μαρτίου του 2020, όταν αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, που θα άρχιζε σε τρεις ημέρες. Ωστόσο, μία ακόμη δύσκολη στιγμή που με σόκαρε και με έφερε σε δύσκολη θέση ήταν όταν το προηγούμενο Δ.Σ. δημοσιοποίησε μια επιστολή διαμαρτυρίας εναντίον της υπουργού Πολιτισμού, η οποία και πριν από την πανδημία και κατά την περίοδό της ήταν πάντα δίπλα στο φεστιβάλ, το υποστήριζε, άκουγε τα προβλήματα, έδινε άμεσες και αποτελεσματικές λύσεις.

– Ποιο ήταν ακριβώς το σοκ σας;

– Το ότι δέχτηκε επίθεση ένας άνθρωπος που ήταν στο πλευρό μας όσο κανείς άλλος.

– Το Δ.Σ. δεν είχε την ίδια άποψη με εσάς;

– Δεν μπορώ να γνωρίζω τις προθέσεις του Δ.Σ.

«Η αρρώστια της σημερινής κοινωνίας δεν είναι η απομόνωση, αλλά η πλασματική εγγύτητα. Μια αυταπάτη επικοινωνίας».

– Η στιγμή που σας έδωσε τη μεγαλύτερη χαρά;

– Οταν ανέβηκα φέτος στη σκηνή του Ολύμπιον και είπα «ήταν ένας μακρύς δρόμος, μια σκληρή εποχή, αλλά είμαστε και πάλι εδώ, είμαστε και πάλι μαζί» και αισθάνθηκα μια ιδιαίτερη επικοινωνία με ανθρώπους που με κοιτούσαν στα μάτια.

– Ζείτε μέσα σε έναν «σκοτεινό πληθυντικό», κ. Ανδρεαδάκη;

– Δεν έχει σχέση με το σινεμά. Είναι 10 μόνο ποιήματα, συμπύκνωση 30, που έβγαλα από τα συρτάρια μου στη διάρκεια της καραντίνας, τα ξαναδούλεψα, κοιτάζοντάς τα μέσα από το πρίσμα μιας δύσκολης συναισθηματικής κατάστασης στην προσωπική ζωή μου. Ποιήματα που μιλούν για τον έρωτα, μέσα από διαφορετικά ερωτήματα και διαφορετικές αγωνίες. Ολα μαζί, όμως, κατά κάποιον τρόπο, συνθέτουν το ίδιο ερώτημα και επικεντρώνονται στα πολλά πρόσωπα της γυναίκας.

– Η πανδημία βοήθησε στην ενδοσκόπηση;

– Οχι. Ηταν μια αυταπάτη αυτό που νομίζαμε στην πρώτη καραντίνα. Γίναμε πιο εγωιστές, ανάλγητοι, αλαζόνες και, κυρίως, κυνικοί. Πιο αδιάφοροι απέναντι στον άλλον. Το σύνδρομο του survivor. Αυτός που έχει επιζήσει από μια καταστροφή, αποφασίζει ότι θα συνεχίσει να επιβιώνει με οποιοδήποτε κόστος.

– Καταφύγατε στην ποίηση παρ’ όλα αυτά…

– Είναι μια διαδικασία σαν αυτή του Αττίκ όταν έγραψε το εμβληματικό «Ζητάτε να σας πω». Νομίζω ότι είναι το υπ’ αριθμόν 1 ελληνικό τραγούδι. Γιατί ο Αττίκ, τότε, εκτέθηκε απολύτως. Και είπε στο κοινό την αλήθεια του, για μια γυναίκα που τον άφησε. Είπα ότι ήρθε η ώρα να αφήσω να φανούν και τα δικά μου σκοτάδια.

– Επιλέξτε ένα στίχο, από τη συλλογή σας, για το φινάλε της συνέντευξης.

– Το χαϊκού «Κάππα» της εισαγωγής: Οταν η θλίψη/ φύγει απ’ το χέρι σου/ θα γίνει ρόδι.