ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Θέλω να ξαναβγώ, να «αποχαιρετήσω» όσο καλύτερα μπορώ

Θέλω να ξαναβγώ, να «αποχαιρετήσω» όσο καλύτερα μπορώ

thelo-na-xanavgo-na-apochairetiso-oso-kalytera-mporo0
Ο Γιώργος Ρωμανός, που γνωρίσαμε τη
δεκαετία του ’60, ύστερα από χρόνια περιπλάνησης, επιστρέφει με νέα
τραγούδια

Συνέντευξη στον Οδυσσεα Ιωαννου

Με τον Γιώργο Ρωμανό γνωριστήκαμε κάποιο βράδυ του 1998 -όπως
νομίζω εγώ- ή του 1993 -όπως ισχυρίζεται εκείνος- σε κάποιο μπαρ
στην Αγία Παρασκευή. Συναντηθήκαμε δυο-τρεις φορές, εκείνος
ιδιαίτερα φιλικός και προσιτός από την πρώτη στιγμή κι εγώ
προσπαθώντας να μάθω πράγματα, να μπω στην εποχή του μύθου του
πιτσιρικά ερμηνευτή της «Μυθολογίας».

Μετά χαθήκαμε για χρόνια -ο Γιώργος έχει χάρισμα στο να χάνεται-
και συναντηθήκαμε πάλι ένα κυριακάτικο απόγευμα πριν από λίγο
καιρό. «Ελα από το σπίτι να με πάρεις και να πάμε κάπου στη θάλασσα
να τα πούμε. Θα ακούσουμε και κάποια καινούργια τραγούδια μου στο
αυτοκίνητο».

Ομιλητικός, ζωηρός, χαρούμενος, κάποιες στιγμές σκοτείνιαζε για
λίγο -σαν να τον έτρωγε κάτι- αλλά αμέσως το «έσωζε» και συνέχιζε
την αφήγησή του.

Πολλές φορές η φράση «εκεί με πήγε η ζωή μου» είναι μια
ψευτοδραματική έκφραση για να κρύψεις την πίκρα που τίποτε
ιδιαίτερο δεν συνέβη τελικά στη ζωή σου. Στην περίπτωση του Γιώργου
Ρωμανού όμως, είναι ένας κεντρικός τίτλος που περιέχει αληθινούς
δρόμους. Τώρα ετοιμάζεται να παίξει ένα από τα τελευταία του χαρτιά
και έχει εμπιστοσύνη στο φύλλο του. Οποιος το έχει κάνει μία φορά
μπορεί και να το ξανακάνει…

Ο Χατζιδάκις

Για το ξεκίνημα αυτής της περιπέτειας ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε:
«Σαν γνήσιος στρατηγός, το 1965 θέλησα να κάνω στην Ελλάδα μια
επανάσταση. Αντί για τανκ, πήρα ένα παιδί-έφηβο, μελαχρινό και
όμορφο από την παιδική χορωδία των ανακτόρων και του είπα να
τραγουδήσει»

«Τέλος Ιανουαρίου 1965, κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος με δικά μου
τραγούδια, οι «Μπαλάντες». Ηχογραφήθηκε από τον Γιάννη Σμυρναίο σε
διάστημα δέκα ωρών. Τα τραγούδια τα είχε ακούσει ο Μάνος Χατζιδάκις
και είχε δώσει το πράσινο φως, γι’ αυτό και είχα την τύχη να
συμμετάσχουν στην ηχογράφηση οι κορυφαίοι μουσικοί της εποχής. Ο
Χατζιδάκις με είχε γνωρίσει ως μέλος παιδικής χορωδίας -ήμουν 16
χρόνων- στο στούντιο Αλφα όπου ηχογραφούσε κάτι και είχε ζητήσει
χορωδία. Σε κάποιο διάλειμμα της ηχογράφησης, μας μάζεψε όλα τα
παιδιά και μας είπε πως σε ηλικία 17 ετών έγραψε το πρώτο του
τραγούδι, το «Ηρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς». Τόλμησα μέσα στην αθωότητά
μου να του πω πως κι εγώ έγραφα τραγούδια. «Μπορούμε να ακούσουμε
κάτι, νεαρέ;», μου είπε. Πήρα την κιθάρα -μάλιστα ήταν η κιθάρα ή
του Φάμπα ή του Μηλιαρέση- και έπαιξα μια μελοποίηση που είχα κάνει
επάνω σε ποίημα του Γιάννη Ρίτσου».

– Τον Ρίτσο στα δεκαέξι σου από πού τον ήξερες;

– Ευτυχώς τον ήξερα πολύ νωρίτερα από τα δεκαέξι μου. Υπήρχαν
όλα τα βιβλία του στο σπίτι. Ο πατέρας μου ήταν οδοντίατρος, είχαμε
μεγάλη βιβλιοθήκη και οι γονείς μου εκτιμούσαν ιδιαίτερα και τον
Χατζιδάκι. Οταν τηλεφώνησε ο Χατζιδάκις στον πατέρα μου να του πει
πως του άρεσαν πολύ τα τραγούδια μου και πρέπει να τα δισκογραφήσω
άμεσα, εκείνος χάρηκε μεν αλλά δίστασε κιόλας. Πήγαινα ακόμη
σχολείο και με προετοίμαζε για να γίνω κι εγώ οδοντίατρος. Ευτυχώς
δεν υλοποιήθηκε το σχέδιο της οδοντιατρικής και μόλις έκλεισα τα
17, συναντηθήκαμε με τον Χατζιδάκι, άκουσε όλα τα τραγούδια μου και
προσφέρθηκε μάλιστα να τα ενορχηστρώσει.

– Ο Γκάτσος πώς σε αντιμετώπισε;

– Με την ίδια αγάπη και εμπιστοσύνη που με αντιμετώπισε και ο
Χατζιδάκις. Τον συναντούσα στου «Φλόκα» που μαζεύονταν, και είχε
εκείνη την έκφραση και το βλέμμα που, ενώ σε κοιτούσε απολύτως
σοβαρά, ένιωθες πως συγχρόνως διασκέδαζε πολύ με την ύπαρξή σου…
Γελούσε με εκείνα που του έλεγα και μετά σοβάρευε απότομα.

– Αρκετοί, λόγω και του τραγουδιού σου «Το ρολόι» που έγινε σήμα
της ραδιοφωνικής εκπομπής της Λύρα, σε έχουν «χρεώσει» στο ξεκίνημα
του Νέου Κύματος.

– Είναι λάθος αυτό. Εντελώς τυχαία συμπεριλήφθηκε ένα τραγούδι
μου, η «Μεταμόρφωση», σε μια συλλογή της Λύρα για το Νέο Κύμα. Δεν
μου αναλογεί κάποιο κομμάτι από εκείνη τη σπουδαία ιστορία που
έστησαν ο Σπανός, η Χωματά, η Αρλέτα, ο Σαββόπουλος.

– Μετά τη «Μυθολογία» ακολούθησε ο «Καπετάν Μιχάλης».

– Το καλοκαίρι του 1966, τηλεφώνημα από τον Χατζιδάκι στο σπίτι
μου, μου είπε πως ετοίμαζε τη μουσική για το Λαϊκό Θέατρο του
Κατράκη που θα ανέβαζε τον «Καπετάν Μιχάλη». Συμπτωματικά, λίγες
μέρες πριν, μου είχε πάρει δώρο το βιβλίο η αδερφή της μητέρας μου.
Το τηλεφώνημα του Χατζιδάκι με βρήκε στις πέντε τελευταίες
σελίδες!

– Φτάνουμε στο 1968, στο εμβληματικό «Ρολόι».

– Ακριβώς. Ετοιμάζαμε τον δίσκο με τον φίλο μου Βαγγέλη
Παπαθανασίου. Στο «Ρολόι» είχα την ιδέα της λατέρνας, ο εξαιρετικός
Αλέκος Πατσιφάς διαφώνησε κι εγώ του έβαλα βέτο πως ή θα γίνουν τα
τραγούδια όπως τα έχω στο μυαλό μου ή δεν θα γίνουν καθόλου.
Υποχώρησε, πήγα και βρήκα τον Αρμάο και του ζήτησα να ετοιμάσει το
τραγούδι στη λατέρνα του.

Οι χαμένες εντολές

Εκτός από το «Ρολόι» ηχογράφησα και τη «Σόνια», ένα τραγούδι από
κάποιο θεατρικό έργο που λεγόταν «Δέκα Εντολές» σε στίχους της
Φώφης Τρέζου. Δυστυχώς είναι η μόνη εντολή που έμεινε, τις άλλες
εννέα τις δάνεισα σε μαγνητοταινία σε κάποιο φίλο και από τότε
χάθηκαν, δεν υπάρχουν πουθενά.

– Επόμενος μεγάλος σταθμός ο δίσκος «Δυο μικρά γαλάζια άλογα».
Ενας δίσκος που έχει θεωρηθεί από πολλούς ως ένας από τους πλέον
πρωτοποριακούς της ελληνικής ηλεκτρικής σκηνής.

– Τέλος του 1968, άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου η ιδέα
εκείνου του δίσκου. Συναντηθήκαμε με τον Διονύση Σαββόπουλο και
συμφωνήσαμε να κάνουμε μαζί μια σειρά εμφανίσεων στη Θεσσαλονίκη. Ο
Διονύσης έλεγε «Μη μιλάς άλλο για αγάπη», «Συννεφούλα», «Παράγκα»,
«Ωδή στον Γ. Καραϊσκάκη» κι εγώ έλεγα «Ρολόι», «Η αγάπη μου
κοιμάται στα νερά», «Σόνια». Μετά κατεβήκαμε στην Αθήνα, ο Διονύσης
ετοίμαζε τον «Μπάλλο» κι εγώ τα «Δυο μικρά γαλάζια άλογα».
Κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα.

– Ως εδώ έχουμε καλύψει συνοπτικά μια διαδρομή λίγο-πολύ γνωστή.
Από εκεί όμως αρχίζει η πολύχρονη εξαφάνισή σου στο εξωτερικό. Τι
συνέβη;

– Είχα μια πολύ άσχημη εμπειρία το 1971. Μου τηλεφώνησε ο τότε
διευθυντής του κρατικού ραδιοφώνου και με κάλεσε στο γραφείο του. Ο
λόγος που με κάλεσε ήταν να μου πει κατά πρόσωπο πως είχε
αποφασίσει να απαγορεύσει τα τραγούδια μου από το ραδιόφωνο. Πως η
νεολαία δεν έχει ανάγκη από πρότυπα σαν εμένα και διάφορα παρόμοια…
Μου ανέφερε έναν στίχο μου που έλεγε «θέλω μια αρμαθιά με 15
κλειδιά» και με ρώτησε αν υπονοούσα τα κλειδιά που θα άνοιγαν τα
κελιά για να βγουν έξω οι πολιτικοί κρατούμενοι!

– Και τότε αποφασίζεις να φύγεις;

– Γράφτηκα στη Συγκριτική Λογοτεχνία στη Σορβόννη, όμως στην
ουσία δεν την παρακολούθησα. Αλλά από το 1972 εγκαθίσταμαι στο
Παρίσι. Επέστρεψα για λίγο το 1977 και έφυγα πάλι. Για να μην
παρεξηγηθώ, δεν αισθανόμουν ούτε κυνηγημένος ούτε εξόριστος ούτε
τίποτα τέτοιο. Απλά εκεί με πήγαινε η ζωή μου. Στο Παρίσι έκανα
έναν ακόμα προσωπικό δίσκο στα γαλλικά – στην κάθε χώρα θεωρώ πως
πρέπει να τραγουδάς στη γλώσσα της, γι’ αυτό λέω και στους
πιτσιρικάδες που γράφουν αγγλικά στην Ελλάδα πως αυτό δεν έχει
νόημα. Το 1972 γνώρισα μια Γαλλίδα -οι γυναίκες έπαιξαν πολύ
σημαντικό ρόλο στη ζωή μου- που έγραφε κείμενα σε μια διαφημιστική
εταιρεία και μου πρότεινε να συνεργαστούμε. Αρχισα να γράφω μουσική
για ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές διαφημίσεις. Εγραψα πάνω από 150
spots. Ανάμεσά τους έγραψα και τη μουσική μιας μεγάλης καμπάνιας
για τα παντελόνια Wrangler.

– Υπάρχουν κι άλλοι δίσκοι οι οποίοι είναι λιγότερο γνωστοί.

– Δεν είμαι τόσο εξαφανισμένος όσο θεωρούν αρκετοί. Είμαι παρών
σε όλες τις δεκαετίες. To 1988 κυκλοφόρησε το «Κράμα», το 1992 το
«Παραλήρημα» με τον Βλάση Μπονάτσo και το 2004 μια ανεξάρτητη
παραγωγή για το εξωτερικό, το «Winning the game». Oι περισσότεροι
δίσκοι όμως -και με ευθύνη των δισκογραφικών- είναι σαν να μην
υπήρξαν ποτέ.

– Εχεις σκεφτεί πως τώρα, που προσπαθείς να κυκλοφορήσεις τα
καινούργια σου τραγούδια, έχει αλλάξει τόσο το τοπίο και έχουν
περάσει τόσο τα χρόνια που μπορεί να αισθανθείς τόσο ξένος όσο
εκείνη τη μέρα στο Παρίσι που σου έκλεψαν τα πάντα;

– Οχι. Αν ηχογραφηθεί και κυκλοφορήσει ο δίσκος, θα έχω πετύχει.
Θέλω μόνο να εκδοθεί και να φτάσει σε όσους είναι να φτάσει. Εχω
φτιάξει μια σειρά τραγουδιών για δύο δίσκους. Θα παλέψω να
κυκλοφορήσουν και οι δύο.

Να σου πω κάτι, Οδυσσέα; Θέλω να «αποχαιρετήσω» όσο καλύτερα
μπορώ. Νιώθω πως έχω ακόμη τη δύναμη να το κάνω. Ο χρόνος πιέζει,
είμαι με την πλάτη στον τοίχο και θέλω να βγω να παίξω τα τραγούδια
μου όσο έχω ακόμη τα περιθώρια…

Κοιμήθηκα σε πύργο, κοιμήθηκα και στον δρόμο

– Να φύγουμε από τη μουσική και να πάμε στις γυναίκες;

– Είχα την ευλογία να γνωρίσω γυναίκες που έπαιξαν πολύ
σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Ερωτεύτηκα παράφορα πολλές φορές και
έζησα ιδιαίτερα έντονες εποχές.

– Τι έχει μείνει από όλα αυτά; Από επιλογή δεν έκανες
οικογένεια;

– Ξέρεις, όσο ευλογημένο είναι το να αγαπήσεις πολύ στη ζωή σου,
άλλο τόσο είναι να τελειώνουν αυτές οι ιστορίες πριν φθαρούν κι
εκφυλιστούν. Αυτό έκανα.

– Αισθάνεσαι πως ήρθαν όλα βολικά, εύκολα και νωρίς στη ζωή σου,
και τα «έκαψες» όλα γρήγορα;

– Ακολούθησα τον δρόμο μου. Ηθελα να ζήσω. Να ερωτευτώ, να
διαβάσω, να κάνω σπορ, να γράψω μουσική, να γίνω καλύτερος
άνθρωπος. Δεν αισθάνομαι καθόλου αδικημένος από κανέναν, αλλά
οφείλω να σου πω πως δεν μου ήρθαν όλα τόσο εύκολα όσο νομίζεις.
Εζησα τη ζωή του μουσικού. Εζησα και σε πύργο στη Νορμανδία, αλλά
έχω κοιμηθεί και επάνω στο μπουφάν μου, και όχι για μία ή δύο μόνο
μέρες… Οταν έφτασα στο Παρίσι, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, την
πρώτη μέρα μού έκλεψαν όλα μου τα υπάρχοντα. Δίσκους, ρούχα,
μουσικές σε μαγνητοταινίες για να δειγματίσω σε εταιρείες, την
κιθάρα μου. Είχα επάνω μου μόνο το διαβατήριό μου και 500 γαλλικά
φράγκα. Εκεί δεν ήμουν ο τραγουδιστής του Χατζιδάκι, δεν με ήξερε
κανένας, ήμουν μόνος μου.


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ