ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Θεόδωρος Τερζόπουλος: Θεατρική «εκστρατεία» στη Ρωσία

terz1
terz2
terz4
terz3
terz5
terz6

«Οταν μου προτάθηκε η θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Εθνικού, είπα: “Εχετε τον Νίκο Καραθάνο, που μπορεί να σας φτιάξει ένα θέατρο πολύ σύγχρονο. Ε, δεν εισακούστηκα. Λειτούργησαν τα λόμπι»

Αφού έγινε η πρεμιέρα του «Amor» στο Αττις, τον περασμένο Δεκέμβριο, o Θεόδωρος Τερζόπουλος ετοίμασε τη βαλίτσα του, πήρε μαζί του τα αγαπημένα του ελληνικά βότανα και έφυγε για την Αγία Πετρούπολη, για την «εξάμηνη ρωσική σεζόν» του, όπως την αποκαλεί ο ίδιος. Εκεί ξεχειμώνιασε, κάνοντας πρόβες για «Το τέλος του παιχνιδιού» του Σάμιουελ Μπέκετ. Η εφημερίδα «Ισβέστια», ένα μήνα πριν, του αφιέρωσε ένα δισέλιδο γράφοντας: «Ο φημισμένος Έλληνας σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος επιστρέφει στο ιστορικό θέατρο Αλεξαντρίνσκι της Αγίας Πετρούπολης με το “Τέλος του Παιχνιδιού” του Σάμιουελ Μπέκετ, μετά την επιτυχία του "Οιδίποδα Τύραννου" του Σοφοκλή, με τον οποίο εγκαινίασε το ανακαινισμένο θέατρό μας το 2006, παράσταση η οποία παιζόταν για επτά συνεχή έτη».

Η Ρωσία τιμά τον Τερζόπουλο

Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαρτίου. Το έργο του Μπέκετ, μάλιστα, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Αγία Πετρούπολη. Για πρώτη φορά, επίσης, και για τις ανάγκες του συγκεκριμένου έργου, ο σκηνοθέτης δούλεψε με υπερήλικες ηθοποιούς, μια διαδικασία την οποία ο ίδιος περιγράφει ως «σπουδαίο μάθημα, μοναδική εμπειρία. Η συνεργασία μου με αυτούς τους εξαιρετικά έμπειρους, 80χρονους ηθοποιούς αποτέλεσε σχολείο για μένα. Κατά τη διάρκεια των προβών, μου φανέρωσαν πρωτόγνωρα επίπεδα του Μπέκετ, τα βαθιά νοήματα της ζωής μέσα από μια ασύλληπτη ερμηνευτική απλότητα».

Από την ερχόμενη Δευτέρα, ο Τερζόπουλος θα βρίσκεται στη Μόσχα, όπου θα ξεκινήσει τις πρόβες για τις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Η παράσταση θα εγκαινιάσει το ανακαινισμένο θέατρο Στανισλάφσκι στις 15 Μαΐου. Δουλεύοντας με μαθητές του περίφημου Ρώσου σκηνοθέτη και δασκάλου, ο Ελληνας θεατράνθρωπος είναι κατηγορηματικός σε ό,τι αφορά την ελληνική εκδοχή της Μεθόδου Σνανισλάφσκι: «Αυτό που έχει έρθει στην Ελλάδα ως “Σχολή Στανισλάφσκι” είναι κλάμα, κλάμα, κλάμα. Ο μεγάλος Ρώσος δάσκαλος, όμως, πρέσβευε πως ο ηθοποιός χρειάζεται να κοιτά βαθιά μέσα του για να εντοπίζει το κέντρο του. Ο Στανισλάφσκι δεν ήθελε να βλέπει δάκρυα. Η μέθοδός του δεν προήγαγε τον υπερσυναισθηματισμό αλλά την καθαρότητα του συναισθήματος. Στην Ελλάδα, αυτή η μέθοδος έχει παραφραστεί ως μελό και κλάψα».

Οι «Βάκχες» θα συνεχιστούν πάλι, στο ίδιο θέατρο, από τις 21 Οκτωβρίου, όταν θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά παγκοσμίως η νέα έκδοση της περίφημης Μεθόδου του, στα ρωσικά, στο πλαίσιο του διήμερου συμποσίου «Από τον ψυχολογικό ρεαλισμό του Κονσταντίν Στανισλάβσκι στο θέατρο του Θεόδωρου Τερζόπουλου», που συνδέει τον μεγάλο Ρώσο δάσκαλο με τον Ελληνα διεθνή θεατράνθρωπο.  Το βιβλίο, το οποίο στη συνέχεια θα μεταφραστεί στα Ελληνικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Κινεζικά και Ιταλικά, έχει τίτλο «Το κρυμμένο Σώμα». Είναι προφανές γιατί. Εδώ και 35 χρόνια, ο πολυπράγμων και ανήσυχος καλλιτέχνης μελετά τις ενεργειογόνες πηγές στο ανθρώπινο σώμα, το οποίο το βλέπει ολιστικά, σχεδόν επαναστατικά. «Αν το σώμα δεν εκπέμπει ενέργεια, δεν μεταφέρει ούτε ερωτισμό, ούτε ιδέες, ούτε όνειρα, ούτε υποσχέσεις. Αυτό που εγώ κάνω με την ενέργεια δεν έχει καμία σχέση με τη γιόγκα. Η γιόγκα κοιμίζει, ηρεμεί. Η Μέθοδός μου ενεργοποιεί το σώμα ως δυναμικό όπλο αντίστασης σε σχέση με αυτό που συμβαίνει γύρω του. Αντίστοιχα, μπαίνουν σε εγρήγορση οι σκέψεις και οι αποφάσεις μας. Γιατί ένα παθητικό σώμα, είναι ένα άβουλο, πολιτικά και κοινωνικά, σώμα».

Η Μέθοδος του Τερζόπουλου, στη συνέχεια, θα εφαρμοστεί στην όπερα «Νοσφεράτου», με την Αλα Ντεμίντοβα, τη Σοφία Χιλλ, τον Τάσο Δήμα και τη Ναταλία Ψενισνίκοβα, σε μουσική διεύθυνση Θόδωρου Κουρεντζή, σκηνική εγκατάσταση Γιάννη Κουνέλλη και κοστούμια της Λουκίας. Η πρεμιέρα έχει οριστεί στις 14 Ιουνίου στην Περμ, ενώ το φθινόπωρο θα μεταφερθεί στη Μόσχα, στο θέατρο Μπολσόι. Τον ρωτάω αν θα αξιοποιήσει τη φυσική θεατρικότητα του Κουρεντζή με κάποιο ρόλο σε αυτή την όπερα. «Υπάρχει μία σκέψη… Θα δούμε. Τον Θόδωρο τον αγαπώ πάρα πολύ γιατί είναι αυθεντικός καλλιτέχνης. Κάθε φορά που τον βλέπω, τον καμαρώνω και λέω “αχ, βρε Ελλάδα, τι ταλέντα βγάζεις!”. Είναι ένας συγκλονιστικός πρεσβευτής του σύγχρονου πολιτισμού μας. Το έργο και την αξία του δεν μπορεί να τα υποκαταστήσει κανένα Υπουργείο Πολιτισμού. Ο Ελληνας σε σωστές συνθήκες μπορεί να μεγαλουργήσει!».

«Χρειαζόμαστε έναν εμπνευσμένο, “καθαρό” ηγέτη»

Στη συνομιλία μας, μέσω Skype, τον ρωτάω πώς αντέχει τις χαμηλές θερμοκρασίες της Ρωσίας. «Το μεγαλύτερο διάστημα του χειμώνα, η Αγία Πετρούπολη είχε -15 βαθμούς Κελσίου. Είχε φτάσει και -20. Σήμερα, που έχει -5, είναι άνοιξη», λέει χαμογελώντας. «Η Ρωσία είναι η δεύτερη πατρίδα μου. Αισθάνομαι πολύ κοντά στον ρωσικό ψυχισμό. Εχω πολύ στενή συναισθηματική σχέση με αυτή τη χώρα, γιατί και οι γονείς μου, όταν έφυγαν από την Τραπεζούντα, πήγαν στον Καύκασο και μιλούσαν ρωσικά».

Πως, αλήθεια, έχει βιώσει στη Ρωσία την κρίση στην Ουκρανία και την Κριμαία;

«Κοιτάξτε, ο Πούτιν, είτε συμφωνείς είτε διαφωνείς μαζί του, είναι μεγάλος πολιτικός, στο επίπεδο του Χρουτσόφ και του Βίλι Μπραντ. Ολες οι κινήσεις που έχει κάνει ως τώρα είναι κινήσεις πολιτικού ματ. Επίσης, κατέχει καλά το επικοινωνιακό παιχνίδι. Τον βλέπεις παντού, κάθε μέρα. Σε μια πρεμιέρα θεατρική, σε μια συναυλία, μιλάει σε ανοιχτό πάνελ προς το κοινό με πολύ μεγάλους επιχειρηματίες για τα ανοίγματα της χώρας. Είναι παντού, φαίνεται παντού και οι Ρώσοι νιώθουν ασφαλείς».

Η Ελλάδα, πώς του φαίνεται από τη μακρινή Ρωσία; «Τώρα που βλέπω τα πράγματα από κάποια απόσταση, συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα της πατρίδας μας δεν είναι οικονομικό αλλά πρωτίστως πολιτικό. Χρειαζόμαστε επειγόντως έναν εμπνευσμένο, “καθαρό” ηγέτη, ο οποίος θα τη νοικοκυρέψει. Αλλά το μόνο που βλέπω στην πολιτική μας σκηνή είναι ανθρώπους μικρόπνοους και μικρόνοες. Γι’ αυτό ο Ελληνας μεγαλουργεί όταν μεταναστεύει. Και χαίρομαι ειλικρινά όταν βλέπω νέα παιδιά να φεύγουν και να τα καταφέρνουν στο εξωτερικό, παρά τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Γιατί, τι είναι τελικά ο ελληνικός πολιτισμός; Η διάδοση της ελληνικής ιδέας μέσα από τη συνάντησή της και τη ζύμωσή της με μια άλλη ισχυρή πολιτισμική αξία».

«Οι νέοι δεν αγαπήθηκαν σε αυτή τη χώρα»

Πάντα στις κουβέντες του Θεόδωρου Τερζόπουλου κυριαρχούν δύο μεγάλες αγωνίες: η θέση της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο και η στάση μας απέναντι στη νεολαία: «Οι νέοι δεν αγαπήθηκαν σε αυτή τη χώρα. Οι 35ρηδες και οι 40ρηδες θα έπρεπε να διευθύνουν τους φορείς του πολιτισμού. Εμένα, όταν μου πρότειναν θέσεις, ακόμα και πριν από δέκα χρόνια, είπα “είμαι μεγάλος”. Ή όταν μου προτάθηκε η θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Εθνικού, είπα αμέσως: “Κοιτάξτε τον Νίκο Καραθάνο, που έχει ήδη το κοινό του και μπορεί να σας φτιάξει ένα Εθνικό Θέατρο πολύ σύγχρονο. Ε, δεν τον έβαλαν. Δεν εισακούστηκα. Γιατί για μία ακόμα φορά λειτούργησαν τα λόμπι”. Δείτε τους νέους, λοιπόν. Αυτοί έχουν την ενέργεια, την αγωνία του κόσμου που ζουν. Γιατί βάζετε μεγάλους ανθρώπους σε θέσεις νευραλγικές; Αυτή η γεροντοπληξία και η γεροντολαγνεία σε αυτή τη χώρα, που δε λέει να ανανεωθεί… Οι νέοι θα φέρουν το καινούργιο. Σε αυτούς πιστεύω. Και τώρα που ήρθε η κρίση, τι κάναμε; Τους πετάξαμε στο δρόμο. Ανεργους, ξεκρέμαστους, χωρίς καν δικαίωμα στο όνειρο».

«Ο τρόπος που συνυπάρχουμε απορρέει από νευρώσεις»

Ταξιδεύοντας, κυριολεκτικά, την τέχνη του στα πέρατα του κόσμου τα τελευταία τριάντα χρόνια, τον ρωτάω πως οι πολιτισμοί με τους οποίους συναντήθηκε τον επηρέασαν: «Καταρχάς, η αγωνία μου για την κοινωνία στην οποία ζούμε είναι πολύ μεγαλύτερη από κείνη για το θέατρο, πιστέψτε με. Στη δυτική Ευρώπη, τα κοινωνικά αδιέξοδα ακόμα καλύπτονται με μια χρυσόσκονη. Τις πληγές του κυνηγημένου, ηττημένου ανθρώπου τις είδα ανοιχτές στη Λατινική Αμερική, 25 χρόνια πριν. Μελέτησα στη συνέχεια τον αργό χρόνο του ιαπωνικού θεάτρου, που πάντα έχει σκοπό. Εγώ ήθελα να απαλλαγώ από τη δυτική αίσθηση του χρόνου. Από τον λογοκρατικό χρόνο, από την ταχύτητα. Ηθελα να μπω στον τελετουργικό χρόνο, γιατί αυτή ήταν και η δική μου μνήμη. Προέρχομαι από οικογένεια Ποντίων, με ανατολίτικη καταγωγή».

Ποια ήταν τα μικρά, τελετουργικά της παιδικής του καθημερινότητας; «Ολη η σχέση μου με τη γιαγιά μου, με τους ηλικιωμένους στο χωριό, που τραγουδούσαν τα αργόσυρτα τραγούδια του Πόντου, αυτές τις φοβερές μονωδίες. Επίσης, ο αργός, τελεστικός χρόνος στο σπίτι μας. Το πώς η μητέρα μαγείρευε το φαγητό ή άσπριζε την αυλή. Ένα είδος θρησκευτικού χρόνου, τον οποίο βίωσα από μικρό παιδί και ο οποίος υπάρχει σε όλες τις παραστάσεις μου. Υπήρχε μία καλή σχέση με τα προϊόντα, με το χώμα, τον κήπο, το χωράφι. Είχε και αυτή η διαδικασία έναν τελεστικό χαρακτήρα και διαποτιζόταν από τη φροντίδα και την αγάπη των ανθρώπων. Αυτός είναι για μένα ο ιδανικός κόσμος. Σήμερα, όλα γίνονται με άγχος, με βία και βιασύνη. Δεν υπάρχει στις ανθρώπινες σχέσεις το τελετουργικό άγγιγμα, το βαθύ κοίταγμα. Ο τρόπος που συνυπάρχουμε, συναντιόμαστε, επικοινωνούμε απορρέει από νευρώσεις. Η συνήθεια και η κεκτημένη ταχύτητα ορίζουν πλέον την ανθρώπινη επαφή. Στον σύγχρονο κόσμο, έχουν διαφοροποιηθεί τα ζητούμενα. Χάνοντας τον τελεστικό χρόνο, προσκολληθήκαμε στην εικόνα, στην επιφάνεια. Ζούμε μια εικονική πραγματικότητα, με μια εικονική οικονομία, παιδεία και τέχνη. Κάπως έτσι, η τέχνη αποκόπηκε από τις ρίζες της, μία από τις οποίες είναι ο τελεστικός χρόνος».

«Είμαστε αυτοκαταστροφικός λαός»

Στην πάροδο του χρόνου και μέσα από όλα αυτά τα ταξίδια του, πως βλέπει τον κόσμο να αλλάζει και ποια είναι η θέση της Ελλάδας μέσα στον παγκόσμιο χάρτη πολιτικών και κοινωνικών ζυμώσεων;

«Σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι πλέον φανερό πως μας κυβερνούν οι πολυεθνικές βιομηχανίες όπλων, τροφίμων και φαρμάκων, καθώς και οι τράπεζες. Αυτοί είναι οι εντολοδότες με εντολοδόχους τις κυβερνήσεις-υπηρετικό προσωπικό. Αυτή είναι η περίφημη παγκοσμιοποίηση. Και είναι φανερό, όταν βλέπεις τη μεγάλη εικόνα, πόσο αδύναμη είναι η Ελλαδίτσα και οι εντολοδόχοι της στο να αντισταθούν σε τόσο κραταιά συστήματα. Η Ελλάδα είναι μια πολύ μικρή κουκίδα στον κόσμο. Εχει αυτή την τόσο βαριά κληρονομιά ο Ελληνας που δεν αντέχει να την κουβαλάει και γι’ αυτό διαρκώς ξεφεύγει, υπεκφεύγει, χορεύοντας τσάμικο ή τσιφτετέλι. Και η αναφορά των ξένων είναι πάντα η αρχαία Ελλάδα. “Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Μύκονος, σουβλάκι”. Αυτή είναι η αναλογία αρχαίου και σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού για τους ανθρώπους του εξωτερικού. Ας μη γελιόμαστε. Το σύγχρονο ελληνικό κράτος είναι μόλις 150 ετών. Ένα βρέφος που ποτέ δεν απογαλακτίστηκε από το κλέος της αρχαίας μητέρας του και δεν ξανοίχτηκε ποτέ στον έξω κόσμο. Είμαστε εσωστρεφείς σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο και πλέον το πληρώνουμε ακριβά. Στην Ελλάδα ακόμα βιώνουμε την εποχή των Κοτζαμπάσηδων και των Ραγιάδων, ενώ παράλληλα μας βασανίζει το τραύμα του Εμφυλίου πολέμου, με το οποίο δεν συμφιλιωθήκαμε ποτέ. Ακόμα και σήμερα, αν κοιτάξουμε στη Βουλή, θα δούμε έναν εμφύλιο πόλεμο, όπου ο καθείς προσπαθεί να υποστηρίξει το μικρό του Εγώ και τα μικρά του συμφέροντα, και στις περισσότερες περιπτώσεις, τη μικρή και ασήμαντη ύπαρξή του. Είμαστε αυτοκαταστροφικός λαός και αυτό είναι ολέθριο. Η Ελλάδα κάλυπτε τις παθογένειές της την περίοδο της ψευτοευημερίας. Η κρίση ήρθε να ξεσκεπάσει όλο αυτό το άρρωστο πλαίσιο, όλα τα προβλήματα σε κάθε εκδοχή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής μας ζωής. Το παλιό έχει τελειώσει και δεν το έχει διαδεχτεί τίποτα καινούργιο και αυτό είναι το δράμα μας. Ζούμε σε μία χώρα όπου έχει κρυφτεί η ιστορία ή, ακόμα χειρότερα, δεν γνωρίζουμε την Ιστορία μας. Είμαστε ανιστόρητοι. Και ανιστόρητος λαός, καταδικασμένος λαός». Αδιέξοδο, λοιπόν. Και η τέχνη; Δεν παρέχει κάποιο φως αισιοδοξίας, ονείρου; «Ονειρεύομαι πως μια μέρα όλοι θα επαναστατήσουμε για την ελευθερία μας. Όχι μέσω Φέισμπουκ! Αυτό είναι άλλο ένα κόλπο του συστήματος για να εκτονωνόμαστε. Μιλάω για την επανάσταση μέσα μας, στη δουλειά μας, στις προσωπικές μας σχέσεις. Η τήξη μέσα μας, η ζύμωση με τον άλλον. Μια συγκλονιστική επανάσταση. Ξέρω, είναι ουτοπικό αλλά ποτέ δεν ξέρεις…».