ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ντ. Ράινερμαν: «Η Ελλάδα κερδίζει το μεγάλο στοίχημα για να αλλάξει ριζικά»

nt-rainerman-i-ellada-kerdizei-to-megalo-stoichima-gia-na-allaxei-rizika-2015897

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Ο επικεφαλής προγραμμάτων της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη Νότια Ευρώπη, Ντιρκ Ράινερμαν, σε συνέντευξή του στην «Κ» εξηγεί τι κάνει η Τράπεζα στην Ελλάδα και ποια είναι η εξειδίκευση που μπορεί να προσφέρει ακόμη και σε ανεπτυγμένες χώρες. Δηλώνει υπερήφανος από την πρόοδο της χώρας σε κάποιους δείκτες επιχειρηματικότητας αλλά εστιάζει και σε όσα μένουν να γίνουν, εκτιμώντας ότι αυτή είναι «μία τεράστια ευκαιρία» για την Ελλάδα να αλλάξει.

Δεν περιορίζεται η αποστολή της Τράπεζας στο να βοηθά τις φτωχές χώρες; «Πάντα είχαμε τη δικαιοδοσία να δραστηριοποιούμαστε στις χώρες με υψηλά εισοδήματα, απλώς αυτό δεν είναι ευρέως γνωστό. Ολοένα και περισσότερο έχουμε συμβουλευτικό ρόλο, καθώς όταν οι χώρες "αποφοιτήσουν" από τα προγράμματα δανεισμού της Τράπεζας εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στις γνώσεις μας και μπορούν να τις αγοράσουν σε τιμές κόστους. Δεν έχουμε κέρδη, αλλά καλύπτουμε το κόστος για τα στελέχη και τις αποστολές. Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης "αποφοίτησαν" από την Παγκόσμια Τράπεζα 20-25 χρόνια πριν. Από τότε έχουν γίνει δωρητές και συνεισφέρουν στη βοήθεια προς τις φτωχότερες χώρες… Εχουμε λοιπόν μία κλασική σχέση δωρητή όπως αυτή με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία ή τη Γαλλία. Η κρίση στην Ευρωζώνη έφερε το αίτημα, πρώτα από την Ελλάδα, να προσφέρουμε συμβουλευτικές υπηρεσίες για να βοηθήσουμε τη χώρα να ικανοποιήσει κάποιους από τους όρους του μνημονίου».

Κοινή πρόσκληση

Αυτό το αίτημα ήρθε από την Ελλάδα ή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή; «Και από τα δύο μέρη, περίπου το ίδιο διάστημα, στις αρχές με μέσα του 2012. Ο “Ελληνας διοικητής” της Τράπεζας είναι ο υπουργός Ανάπτυξης κ. Χατζηδάκης, ο οποίος ήταν και ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε να αξιοποιήσει αυτή την εξειδίκευση».

Oι στόχοι

Το πρόγραμμα, που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δίνει έμφαση σε τρεις τομείς: Τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος στη βάση της έκθεσης Doing Business της Τράπεζας, την αποθήκευση και διακίνηση εμπορευμάτων, «που είναι ένας πολύ σημαντικός τομέας για την ελληνική οικονομία», και τις επενδυτικές άδειες, «όπου ο κ. Χατζηδάκης ετοιμάζει ένα νόμο-πλαίσιο που θα περιλαμβάνει όλες τις άδειες που χρειάζεται μία επιχείρηση για να ξεκινήσει τη λειτουργία της: περιβαλλοντική, δημόσιας υγείας, αρχαιολογική, πυρασφάλειας. Ολα αυτά είναι δημόσια αγαθά που πρέπει να προστατευθούν, προσπαθούμε λοιπόν να βοηθήσουμε όχι μειώνοντας τις προδιαγραφές αλλά κάνοντας τη διαδικασία πιο αποτελεσματική».

Οταν ερωτάται αν οι οικονομίες της Νότιας Ευρώπης παρουσιάζουν κοινές προκλήσεις, ο κ. Ράινερμαν απαντά φέρνοντας στο τραπέζι μία έκθεση 494 σελίδων της Τράπεζας για την Ευρώπη. Σύμφωνα με αυτή, λέει, «το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο του Νότου είναι το ίδιο με εκείνο της Βόρειας Ευρώπης», αλλά με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως προς τη (χαμηλότερη) αποτελεσματικότητα των θεσμών και τον (υψηλότερο) βαθμό αναδιανομής. Ο τελευταίος, σημειώνει, δεν ήταν διατηρήσιμος με δεδομένη την υποχώρηση της παραγωγικότητας της τελευταίας δεκαετίας. Και μπορεί η κρίση να βελτίωσε την παραγωγικότητα απότομα μέσω της μείωσης των μισθών, ωστόσο τα διαρθρωτικά θέματα δεν έχουν ακόμη αντιμετωπισθεί.

Οπως εκτιμά, «τώρα υπάρχει μία εξαιρετική ευκαιρία να γίνει σωστά, η Ελλάδα μπορεί να αλλάξει, το βλέπει κανείς στη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά χρειάζεται να προχωρήσουμε από τη δημοσιονομική σταθεροποίηση στην ανάπτυξη, άρα στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις».

Ο ρόλος του ΔΝΤ

Από το παράθυρο, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, βλέπει κανείς το κτίριο του ΔΝΤ, το οποίο επίσης εστιάζει στις μεταρρυθμίσεις αυτές τις ημέρες. Υπάρχει κάποια άτυπη διαμάχη των δύο οργανισμών για την προσέγγιση των χωρών που έχουν πληγεί από την κρίση; «Καθόλου. Δεν βλέπω καμία αντιζηλία. Η έμφαση στην αρχή κάθε κρίσης είναι στη δημοσιονομική και μακροοικονομική σταθερότητα, και αυτό είναι το αντικείμενο των συναδέλφων μας στο ΔΝΤ. Κάποια στιγμή η ατζέντα περνάει στην ανάπτυξη, και χρειάζεται κανείς μεγάλη και λεπτομερή εξειδίκευση στον δημόσιο τομέα, την αγορά εργασίας, τα κίνητρα προς τον ιδιωτικό τομέα… Αυτή είναι η εξειδίκευση που έχουμε εμείς, έχουμε διεθνή εμπειρία, και ένα σημείο που έχουν εκτιμήσει οι εταίροι μας στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι ότι οι τεχνικές μας ομάδες είναι πολύ πρακτικές, εστιάζουν στο πώς και όχι μόνο στο τι, και ότι δεν φεύγουν μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος».

«Μετρήσιμα, θετικά αποτελέσματα»

Υιοθετεί η κυβέρνηση τις συμβουλές της Τράπεζας; «Συνολικά η εμπειρία μας είναι αρκετά καλή. Για τις αδειοδοτήσεις είναι πολύ νωρίς να πει κανείς, δεν μπορώ να μιλήσω για αποτελέσματα ακόμη, αλλά μόνο ότι η συνεργασία μας με το υπουργείο είναι πολύ καλή. Στο Doing Business όμως έχουμε αποτελέσματα, και είναι μετρήσιμα. Μεταξύ των 184 χωρών που αξιολογούμε, η Ελλάδα σημείωσε μέσα στο τελευταίο έτος βελτίωση από την 147η στην 36η θέση ως προς την ευκολία έναρξης επιχειρήσεων. Ρώτησα τους ανθρώπους μας αν γνωρίζουν άλλη χώρα που να έχει βελτιωθεί ποτέ κατά 111 θέσεις και δεν μπορούσαν να θυμηθούν καμία. Αυτό είναι σημαντικό, και δείχνει τα αποτελέσματα της δουλειάς που γίνεται. Είμαστε υπερήφανοι για τους εταίρους μας, διότι εμείς εντέλει συμβουλεύουμε μόνο».

Δείχνει όμως και προβληματικούς δείκτες, για παράδειγμα το καθεστώς εκκαθάρισης επιχειρήσεων, που «ενώ είναι χρεοκοπημένες ως προς τις εισροές τους, μέχρι να μπουν σε καθεστώς πτώχευσης δεν μπορούν να κάνουν τίποτε. Μιλάμε, λοιπόν, με το υπουργείο Δικαιοσύνης για το πώς θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε τα δικαστήρια να προχωρήσουν γρηγορότερα αυτές τις υποθέσεις. Αυτό είναι τεράστιο θέμα για μία οικονομία που βρίσκεται σε κρίση όπως η ελληνική, ώστε είτε να αναδιαρθρώσουν τις δραστηριότητές τους και να επαναλειτουργήσουν είτε να χρεοκοπήσουν, αλλά απελευθερώνοντας τουλάχιστον τα στοιχεία του ενεργητικού τους, άρα και οικονομική δραστηριότητα. Σε αυτό συμφωνεί και η κυβέρνηση και η task force που χρηματοδοτεί αυτήν την εργασία».