ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Μ’ αρέσουν οι γρίφοι στη δουλειά»

m-aresoyn-oi-grifoi-sti-doyleia-2045293

Το ραντεβού ήταν στο «Πάνθεον», στην οδό Πειραιώς, στη θέση ακριβώς που πριν από λίγο καιρό ήταν το «Αθηνών Αρένα». Με την ίδια εντυπωσιακή και αφαιρετική είσοδο που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Κώστας Βαρώτσος. Εκεί θα δώσει φέτος μια διαφορετική μάχη ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημήτρης Λιγνάδης, αφού ανέλαβε να μετεξελίξει αυτή τη μουσική σκηνή σε μια σκηνή θεάτρου για όλη την οικογένεια.

Μαζικά θεάματα

Ετσι, σ’ αυτή την τεράστια αίθουσα των περίπου 2.500 ατόμων, με τα σεπαρέ θεωρεία και τους τρεις εξώστες, θα φιλοξενηθούν έργα όπως ο «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, οι «Αθλοι του Ηρακλή», μια παράσταση για όλη την οικογένεια με πρωταγωνιστή τον Σάκη Ρουβά σε σκηνοθεσία Απόλλωνα Παπαθεοχάρη, η ροκ όπερα «Οι καμπάνες του εντελβάις» με την Αννα Βίσση, που έγραψε ο Νίκος Καρβέλας και σκηνοθετεί ο Γ. Κακλέας, και το κλασικό και αγαπημένο «Βίκτωρ – Βικτώρια» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη. Την επιχειρηματική ευθύνη του χώρου, αλλά και το ρίσκο της νέας πορείας του, έχουν αναλάβει ο Γιάννης Παπαθεοχάρης και οι δύο γιοι του, ο Διογένης και ο Απόλλωνας. «Είναι ένας τεράστιος χώρος, ένας χώρος που χωράει μ’ έναν φιλόξενο τρόπο πάνω από 2.000 άτομα και μπορεί να φιλοξενήσει μεγάλα και μαζικά θεάματα. Θεάματα μ’ ένα μεγάλο εύρος. Η φιλοδοξία μου είναι σ’ αυτό το εύρος να μπορεί να υπάρξει κι ένα βάθος».

Ο Δημήτρης Λιγνάδης μάς υποδέχθηκε στο φουαγιέ του «Πάνθεον», με τη μαύρη επένδυση παντού, τη reception του Κώστα Βαρώτσου, τα πολλά και εντυπωσιακά εικαστικά αντικείμενα. Μια ξενάγηση στην κυρίως αίθουσα του «Πάνθεον» ήταν απαραίτητη πριν ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή του. Μια αίθουσα όντως εντυπωσιακή, με πολλές και σύγχρονες τεχνικές δυνατότητες. Η οποία γοητεύει τον Δημήτρη Λιγνάδη. Αλλά εκείνο που κυρίως τον γοητεύει είναι να καταπιάνεται διαρκώς με πολλά και διαφορετικά πράγματα. Γιατί το «Πάνθεον» δεν είναι η μόνη του φετινή ενασχόληση. Πότε ξεκουράζεται; Ανάμεσα σε ανασηκωμένες μοκέτες, σε εργαλεία, σε μαδέρια και υποστυλώματα, ο Δημήτρης Λιγνάδης ήταν εξομολογητικός, ειλικρινής και άμεσος. Για τον εαυτό του, τις επιλογές του, το εγχείρημα που αναλαμβάνει.

«Πρόκληση-πρόσκληση»

«Πέρυσι, χωρίς να το καταλάβω, καταπιάστηκα με οκτώ ή εννέα δουλειές. Σε πολλές θεατρικές σκηνές, από την Αθήνα ώς την Κύπρο. Τελικά κατάφερα να μην ξεκουραστώ, αλλά δεν κακίζω κανέναν, αυτές είναι δικές μας επιλογές, προφανώς κάτι φοβόμαστε όλοι με την ξεκούραση ή τις παύσεις και βάζουμε όλο δουλειές, δουλειές, δουλειές». Μου εξομολογείται ότι το προξενιό με το «Πάνθεον» το έκανε ο Σάκης Ρουβάς και ότι εκείνος ανέλαβε την «πρόκληση-πρόσκληση» με την ουσιαστική συμβολή στον καλλιτεχνικό τομέα του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη.

Τι του κινητοποίησε αυτή η «πρόκληση-πρόσκληση»;

«Το συνειδητό μου θα σου απαντήσει μόνο. Γιατί ασυνείδητα ίσως να είναι κι ένας τρόμος μήπως μείνω χωρίς ν’ ασχολούμαι με κάτι και κοιτάζω τον εαυτό μου. Αλλά συνειδητά, θέλω να βρίσκομαι σε μια διαρκή κίνηση. Δεν έχω επιθυμίες για το θέατρο, έχω αόριστες επιθυμίες που αλλάζουν με τον χρόνο, γι’ αυτό και δεν χαράσσω βήματα καριέρας. Η σχέση μου με το θέατρο είναι αγάπης-μίσους, παιδική ίσως. Σαν ένα παιδί που γεμίζει ένα δωμάτιο με παιχνίδια και μετά τα βαριέται. Γι’ αυτό μου αρέσει να λύνω γρίφους. Και, πίστεψέ με, ο γρίφος του “Πάνθεον” είναι πολύ μεγάλος. Αλλά για μένα, εξίσου μεγάλος γρίφος είναι και το έργο που θα σκηνοθετήσω στο Εθνικό, το “Κρίμα που είναι πόρνη” του Τζον Φορντ. Γιατί σου θυμίζω ότι η ιδιότητά μου δεν είναι ‘καλλιτεχνικός σύμβουλος του “Πάνθεον”’, είναι η δουλειά μου αυτή την περίοδο. Η ιδιότητά μου είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης».

Εξαρτημένος από το θέατρο

Τι αισθάνεται περισσότερο; Ηθοποιός, σκηνοθέτης, κάποιος που του αρέσει να λύνει γρίφους, παθιασμένος με το θέατρο;

«Νιώθω εξαρτημένος από το θέατρο, αλλά παθιασμένος με το θέατρο δεν είμαι. Είναι αλήθεια ότι από το 1985 που βγήκα στο θέατρο, ποτέ δεν μπόρεσα να σταθώ υγιώς εκτός θεάτρου. Πάντα ή κάτι έκανα για να ασχολούμαι ή έπεφτα σε κατάθλιψη. Δεν μπορώ να προσδιορίσω τη σχέση μου με το θέατρο. Σίγουρα πάντως είναι πάρα πολύ έντονη. Θα έλεγα ότι πάνω απ’ όλα αισθάνομαι δάσκαλος, με τη διασταλτική έννοια (σ.σ.: μέχρι πριν από δύο χρόνια δίδασκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου). Δηλαδή, είτε δρώντας ως ηθοποιός είτε ως σκηνοθέτης θα ήθελα κάτι να αφήνω στο κοινό, ένα είδους αυγό, που αν το κλωσήσει, να μπορεί να βγάλει ένα μικρό πουλάκι. Κάτι να μένει κι όχι απλώς μια πινελιά ερμηνειών που εξανεμίζεται. Θέλω να πω ότι θα ήθελα να αφήνω έναν σπόρο, κι αυτό είναι μια διδακτική παράμετρος. Ισως επειδή δεν έχω παιδιά; Ισως λόγω του πατέρα μου, αφού μεγάλωσα δίπλα σ’ έναν άνθρωπο που ήταν πρώτα δάσκαλος; Πάντως η χαρά τού να έχεις τη σκηνοθετική εξουσία και ευθύνη είναι πολύ μεγάλη, αλλά και η μαγεία τού να παίζεις και να σε χειροκροτάνε μετά δεν αντικαθίσταται με τίποτα». Αυτό τελικά διαλέγει; «Ναι, δεν θέλω ποτέ να χάσω την άμεση επαφή μου με τον κόσμο. Αλλά φέτος, έτσι όπως τα κατάφερα, δεν θα παίξω πουθενά. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον»!

Με συνόδευσε στην έξοδο γιατί θα συνέχιζε την πρόβα. Με αποχαιρέτησε λέγοντας: «Δεν θα ήθελα να κάνω άλλο ένα θέατρο, αλλά ένα “άλλο” θέατρο».