ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Αβαφη είμαι πιο γλυκιά»

avafi-eimai-pio-glykia-2059884

Καθώς διασχίζουμε το σαλόνι με κατεύθυνση την εξώπορτα, το μόνο που διαταράσσει την απόλυτη τάξη και αισθητική αρτιότητα του «έτοιμου για φωτογράφιση» σπιτιού, έτσι μοιάζει τουλάχιστον, είναι η μυρωδιά από την κουζίνα. Η Φάτιμα, Φιλιππινέζα, πολλά χρόνια οικιακή βοηθός, κάτι ετοιμάζει για μεσημεριανό πριν η Μιμή Ντενίση ξεκινήσει το μάθημα στη Δραματική Σχολή της, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από την πολυκατοικία που μένει. Μαυρομματαίων, απέναντι από το Πεδίον του Αρεως. «Αν η κυρία Δούρου στη διάρκεια της θητείας της ως περιφερειάρχης φτιάξει το πάρκο, θα γίνει ηρωίδα. Δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε άλλο!.. Ο περιπτεράς μού είπε ότι υπάρχουν κάθε τόσο νεκροί από ναρκωτικά μέσα στο πάρκο. Θα ήθελα να τη συναντήσω και να της πω να έρθει μια βόλτα. Δεν νομίζω ότι ξέρει τι συμβαίνει», λέει η Μιμή Ντενίση. Λίγη ώρα νωρίτερα κι ενώ συζητάμε για την πόλη, αντιδρά στον «ΕΝΦΙΑ που γι’ αυτές τις πολυκατοικίες είναι ασύλληπτος». Φοράει πουλόβερ και κολάν, η θερμοκρασία στο μεγάλο διαμέρισμα είναι κάπως χαμηλή. Μου φέρνει ένα φλις ζακετάκι όταν αντιλαμβάνεται ότι μάλλον κρυώνω.

Αν οι ηθοποιοί έχουν ως χαρακτηριστικό τη μεταμόρφωση, στην εναλλαγή ρόλων, ποιο είναι το αληθινό πρόσωπό τους; Είναι η απλότητα και η αμεσότητα ρόλος ή εαυτός; Και πώς διαχωρίζονται αυτά τα δύο; Η Μιμή Ντενίση που κάθεται απέναντί μου με 33 χρόνια παρουσία στη θεατρική σκηνή, αδιαμφισβήτητη σταρ και ικανή επιχειρηματίας, έχει ακούσει πολλά καρφιά και ειρωνείες για τις υποκριτικές δυνατότητές της, τα οποία, κατά τη γνώμη της, εκπορεύονται από μια συγκεκριμένη πηγή: τον Λάκη Λαζόπουλο. Ομως δεν εστιάζουμε σε αυτήν την πολυσυζητημένη αντιπαλότητα. Η συνάντηση – συνέντευξη έχει ως αφορμή την επιτυχημένη παράσταση στο Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού με το έργο της «Σμύρνη μου αγαπημένη», μια προσεγμένη υπερπαραγωγή, που ξεκινά από το 1917 και φτάνει ώς λίγο μετά την Καταστροφή. Η ίδια υποδύεται τον διπλό ρόλο της αφηγήτριας και της πρωταγωνίστριας, της όμορφης, πλούσιας κυράς στην ακμάζουσα Σμύρνη, Φιλιώς Μπαλτατζή.

Η Μιμή Ντενίση μιλάει με θαυμασμό για τρεις γυναίκες: τη στενή φίλη της, ηθοποιό, Ολυμπία Δουκάκη, τη μητέρα της Μαρία και την αδελφή της Σοφία, αναπληρώτρια καθηγήτρια στην ΑΣΚΤ – ερευνήτρια – φιλόλογο. Και φυσικά για τη 14χρονη κόρη της Μαριτίνα.

– Οσο μεγαλώνετε επιστρέφετε στην οικογένεια;

– Οσο μεγαλώνω επιστρέφω στον εαυτό μου τον αληθινό. Από την οικογένεια δεν έφυγα ποτέ. Εφυγα από αυτό που ξέρω να κάνω καλά: μελέτη, να γράψω ένα βιβλίο… Μεσολάβησε ένα διάστημα που για να επιβιώσω στον χώρο και για να υπάρξω έπρεπε να κάνω πράγματα που δεν ήταν κοντά στη φύση μου. Δεν χρησιμοποιώ τους όρους εμπορικό – ποιοτικό γιατί πάντα είχαν ποιότητα αυτά που έκανα τόσο ως προς τους συντελεστές όσο και ως προς τις συνθήκες παραγωγής.

– Επρεπε να είστε στην «αγορά»;

– Επρεπε να είμαι σίγουρη ότι έχω κοινό. Και είχα. Ολων των ηλικιών. Γιατί έχω κάνει ετερόκλητα πράγματα από Στόπαρντ και «Επικίνδυνες σχέσεις», «Αννα Καρένινα», μέχρι μιούζικαλ, «Ο βασιλιάς κι εγώ». Αυτό σημαίνει και διαφορετικό κοινό.

– Είστε πρόσωπο πολύ προβεβλημένο. Εχετε χειριστεί τη δημοσιότητα;

– Δεν έχω προσβάλει, δεν έχω εξαπατήσει, δεν έχω βρίσει. Δεν έχω τίποτα να καταλογίσω στον εαυτό μου. Εχω κάνει λάθη ασφαλώς. Υπερασπίστηκα ένα «σταριλίκι» που δεν έχει σχέση με τον χαρακτήρα μου.

– Σας έχω δει πολλές φορές στην τηλεόραση σε εμφανίσεις ντίβας…

– Ηταν η εποχή. Η μόδα. Ηταν σαν την Ελλάδα. Μια εποχή που όλοι είχαν ή νόμιζαν ότι είχαν χρήματα και τα επεδείκνυαν. Ολη η χώρα ήταν έτσι.

– Ζούσατε με τρόπο που δεν σας αναλογούσε;

– Οχι πολύ. Είμαι από μια αστική οικογένεια. Τι σημαίνει αυτό; Οτι είχε πάει και η γιαγιά μου στο πανεπιστήμιο. Αυτό θεωρώ αστική οικογένεια. Δεν είναι τα χρήματα. Ούτε εγώ ούτε η οικογένειά μου υπήρξαμε ποτέ νεόπλουτοι. Δεν απέκτησα σπίτι ή κοινωνική προβολή επειδή έγινα ηθοποιός. Αντίθετα. Εφυγα από τον κύκλο του Αμερικανικού Κολεγίου που μεγάλωσα και βρέθηκα σε ένα μποέμ περιβάλλον. Οι σχέσεις της ζωής μου δεν ήταν άνθρωποι πλούσιοι. Ο Τρίτσης, ο Φέρτης, ο Χάβελ, άτομα σπουδαίου ήθους και επιπέδου. Καμαρώνω γι’ αυτό…

– Δεν υπήρξατε σπάταλη;

– Σπάταλη; Μου αρέσει να έχω ωραίο σπίτι. Να αγοράζω πράγματα για το σπίτι μου. Καθόλου ρούχα ή κοσμήματα.

– Εχετε μια ιδιόμορφη σχέση με τον ρεαλισμό. Στην παράσταση, για παράδειγμα, ακόμη και στη σκηνή της μεγάλης πυρκαγιάς, του χαλασμού της Σμύρνης, εμφανίζεστε ατσαλάκωτη.

– Ετσι είναι το πρόσωπό μου, το φυσίκ μου. Το φυσίκ δεν πολεμιέται. Μην ξεχνάτε ότι στην παράσταση είμαι και αφηγήτρια. Περνάω την ίδια στιγμή από τον ένα ρόλο στον άλλο. Είμαι ταυτόχρονα πρόσφυγας και οικοδέσποινα.

– Θα βγαίνατε αμακιγιάριστη;

– Να σας απαντήσω ειλικρινά; Είμαι καλύτερη άβαφη. Πιο γλυκιά. Οταν παίζεις σε θέατρο όμως με 1.300 άτομα και ειδικούς φωτισμούς, πώς θα είσαι;

– Θα παίζατε σε ένα μικρό θέατρο;

– Αμα μου προτείνουν… Μου το έχουν ξαναρωτήσει. Οταν είχα το Ιλίσια Στούντιο ήμουν και επιχειρηματίας. Κάποιος έπρεπε να γεμίσει την επάνω, κεντρική, σκηνή. Ξεκινούσα τη σεζόν κι έλεγα: πρέπει να έχω τόσα χρήματα για να βγάλω τα ενοίκια, 100.000 για το ηλεκτρικό, κ.ο.κ. Ημουν λογιστής όχι καλλιτέχνης.

– Με υπολογισμούς βαδίζετε ή με την επιθυμία;

– Με την επιθυμία. Αλλιώς θα είχα αποκτήσει πάρα πολλά χρήματα από το θέατρο. Αν έχεις στόχο το ταμείο δεν κάνεις ποτέ επιτυχία.

– Τι διαπιστώσατε μέσα από την έρευνα για τη Μικρασιατική Καταστροφή;

– Παρότι έχω τελειώσει Ιστορικό Τμήμα, το Βυζαντινό – Νεοελληνικό, νόμιζα ότι κάτι ξέρω και διαπίστωσα ότι δεν ήξερα τίποτα. Οταν έφτασα στην Καταστροφή, ήταν τόσο το χάος της πληροφορίας όχι μόνο από την ελληνική βιβλιογραφία αλλά και από την ξένη, που κάθε φορά αιφνιδιαζόμουν. Ολοι κάτι έχουμε διαβάσει αλλά είναι σοκ όταν βλέπεις τι ακριβώς έχει συμβεί. Οτι ένα μήνα πριν από την Καταστροφή, για παράδειγμα, απαγορευόταν η είσοδος στην Ελλάδα στους ανθρώπους με ξένα διαβατήρια. Με τάραξε όταν το είδα. Δεν ήξερα την ιστορία της Εστερ Λαβτζόι, Αμερικανίδας γιατρού, που παρέμεινε μέχρι τέλους στην προκυμαία βοηθώντας όσους αρρώσταιναν, πέθαιναν ή γεννούσαν. Το ανακάλυψα από ένα βιβλίο του 1923 που μου έφερε η Ολυμπία (Δουκάκη). Δική της ιδέα ήταν να γράψω το έργο. Η οικογένειά της ήταν από το Αδραμύττιο.

– Τι σας κλόνισε περισσότερο;

– Ο διχασμός. Το μισό αίτιο της Μικρασιατικής Καταστροφής ήταν ο διχασμός. Είναι κομβικό σημείο της ιστορίας μας· παίζει ρόλο και σ’ αυτό που είμαστε σήμερα.

– Τι είναι για εσάς λαϊκισμός;

– Το να χρησιμοποιείς τα οποιαδήποτε γεγονότα με φτηνιάρικο τρόπο που να οδηγεί τον άλλο στα κατώτερα ένστικτά του.

– Θεωρείτε τον Λαζόπουλο λαϊκιστή;

– Εννοείται.

– Είστε εγκλωβισμένη σε μια εικόνα;

– Οχι καθόλου. Νομίζουν οι άλλοι. Αισθάνομαι ότι μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Ο Μίνως Βολανάκης μου είχε πει ότι δεν μπορεί να είσαι σταρ αν δεν είσαι καλός. Είναι κάτι ζωντανό το θέατρο. Το σανίδι σε ξερνάει. Δεν αρκεί να είσαι ωραία. Ξέρετε πόσες ωραίες δεν έχουν κάνει καριέρα; Τι είναι το ταλέντο; Η επαφή με το κοινό.

Με ξεπροβοδίζει. Τη ρωτάω αν πιστεύει ότι έχει ταλέντο. «Φυσικά!» απαντάει με έμφαση. «Νομίζετε ότι υπάρχει άλλο πρόσωπο στον καλλιτεχνικό χώρο που να έχει χτυπηθεί όπως εγώ; Ανευ λόγου. Τι προκαλεί πάνω μου; Ολα τα χρόνια ασχολούνται με μένα. Πώς το εξηγείτε εσείς; Πείτε μου κι ας μην μπει στη συνέντευξη».

«Με ενοχλεί ο διχασμός»

– Η παράστασή σας είναι ιδεολογικά φορτισμένη… Ελληνικές σημαίες, τη Υπερμάχω. Βάζετε έναν Τούρκο να λέει για τις καταστροφές που προκάλεσε ο ελληνικός στρατός υποχωρώντας από τον Σαγγάριο.

– Μα ο Τούρκος θα το πει. Είναι δυνατόν η Σμυρνιά να μιλήσει για τις σφαγές των Ελλήνων; Ξέρετε, στην Ελλάδα υπάρχουν δύο τάσεις: είτε είμαστε η πιο σπουδαία χώρα στον κόσμο είτε βιάσαμε, σκοτώσαμε και ήταν σκέτος «συνωστισμός». Και σε άλλες χώρες έχουν συμβεί τέρατα. Τα βλέπουν, τα αποδέχονται κι εκεί τελειώνει το θέμα. Είμαστε η χώρα που δυσφημεί τον εαυτό της. Η καλύτερη φράση που έχω διαβάσει για την προκυμαία της Σμύρνης είναι από την πανεπιστημιακό Μάρτζορι Ντόπκιν Χαουζεπιάν: «ο συνωστισμός ήταν τέτοιος που και οι νεκροί ήταν όρθιοι». Ετσι γράφει.

– Γράψατε το έργο για να πείτε την άποψή σας;

– Οχι. Εγώ δεν είμαι ιστορικός. Χρησιμοποίησα την έρευνα για να μη γράψω ανοησίες και με βρίζουν. Το έγραψα τελείως συναισθηματικά, γιατί ενοχλήθηκα σαν Ελληνίδα.

– Τι εννοείτε «ενοχλήθηκα σαν Ελληνίδα»;

– Με ενοχλεί ο διχασμός πάρα πολύ. Εχουμε πολλούς εξωτερικούς εχθρούς για να είμαστε τόσο διχασμένοι. Δεν είναι η σύγκρουση, είναι η εμπάθεια.