ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Σαν γλιτώσεις από το γαρίφαλο θα τη βρεις από το τραπέζι»

san-glitoseis-apo-to-garifalo-tha-ti-vreis-apo-to-trapezi-2059895

Στην αρχή ήταν όλα εναντίον μας. Η υγρασία, οι καμπάνες από την επιβλητική εκκλησία στην πλατεία της Κερατέας, αλλά και ο θόρυβος του τριβείου στο απέναντι πεζοδρόμιο. «Συναγωνίζονται ποιος θα επιβληθεί» έσπασε τον πάγο ο Γιάννης Βογιατζής και καθίσαμε στο καφέ όπου συχνάζει. Απέφυγε να συναντηθούμε στο σπίτι του. «Είναι αγριεμένα τα σκυλιά μου» είπε στο τηλέφωνο. Στο αγαπημένο του στέκι καθίσαμε έξω. Κατάλαβα αργότερα τον λόγο. Οι «χαιρετούρες» σεβασμού δεν είχαν τέλος. Κι ας τον έβλεπαν να μιλάει «σαν μοτέρ», όπως αυτοσαρκαζόταν. Γιατί ανάμεσα σε όλα που χαρακτηρίζουν τον ερμηνευτή -από τους σημαντικότερους του μεταπολεμικού ελαφρού τραγουδιού- που τόσο αγαπήσαμε οι νεότεροι μέσα από τον κινηματογράφο, είναι η ζωντάνια και το χιούμορ.

«Πειραχτήρι και πλακατζής» έλεγε η Τζένη Βάνου γι’ αυτόν, άλλωστε μαζί είχαν κάνει πολλά ντουέτα. Τραγουδιστής με ωραίο μέταλλο φωνής, «ο Πολ Ανκα της Ελλάδος» έγραφε ο Τύπος στο ξεκίνημά του. Ψυχαγώγησε τους αξιωματικούς του αμερικανικού στόλου, τους πελάτες του «Τζων Μπουλ» στην Τρούμπα αλλά και την οικογένεια του Τατοΐου. Ηταν ο τραγουδιστής των ορχηστρών, ο διασκεδαστής του «καλού κόσμου». Τώρα, προτιμά το κτήμα του στην Κερατέα και το τραγούδι επιλεκτικά .Στο Παγκράτι γεννήθηκε το 1934. Η μητέρα του ήταν από την Ιμβρο κι ο πατέρας του από το Αιτωλικό. «Ηταν αξιωματικός. Πέθανε όταν μπήκαν οι Γερμανοί. Ημουν 7 κι ο αδερφός μου 3. Ηθελα να ακολουθήσω τα χνάρια του. Είχα υποβάλει το 1952 τα χαρτιά μου στη Σχολή Ευελπίδων. Στην Κατοχή με τον αδερφό μου τρώγαμε εν γνώσει μας σκύλο. Η μητέρα έδινε τα παράσημα του πατέρα για λίγο κρέας τετράποδου που έσφαζαν στην Καισαριανή. Για τους νεότερους πράγματι ήταν σοκ η κρίση. Είχαμε όμως ξεφύγει. Οσοι περάσαμε χειρότερα νιώθαμε ότι δεν μπορούσε να συνεχιστεί η υπερβολή».

– Αληθεύει ότι στο τραγούδι βγήκατε από ένα στοίχημα για δύο τσιγάρα Pall Mall;

– Πήγαινα νυχτερινό σχολείο και το πρωί δούλευα στην Εταιρεία Λιπασμάτων. Ευχαριστημένοι που τελειώσαμε το σχολείο, εκείνο το βράδυ καθώς περνούσαμε από το Αλσος Παγκρατίου όπου ο Ζοζέφ Κορίνθιος διοργάνωνε βραδιές ταλέντων, ο πιο πλούσιος της παρέας μου είπε: αν βγεις και τραγουδήσεις, θα σου δώσω δύο Pall Mall. Τότε, όταν μας έλειπαν τα τσιγάρα. Καπνίζαμε εφημερίδες. Ετσι άρχισαν όλα…

– Και κάποτε φτάσατε ώς το Τατόι. Δεν σας ενοχλούσαν οι κοινωνικές διαφορές;

– Οπου πήγαινε η πρώην βασιλική οικογένεια έτρεχε και η ορχήστρα. Μην νομίζεις ότι σήμαινε κάτι. Με τον Κωνσταντίνο, έχοντας τρία χρόνια διαφορά, κάναμε παρέα. Θυμάμαι στο «Γιώτινγκ κλαμπ» χόρευε με κάθε ωραίο κορίτσι, ξέρεις λεφτούδες, με τα γαλλικά τους, που τις στρίμωχνε. «Γιάννη, πες κανένα σλόου» μου έλεγε, αλλά οι κυρίες της τιμής σαν έβλεπαν ότι ξεπερνούσε τα όρια μάς φώναζαν «σταματήστε».

«Είμαι πολυλογάς»

«Ενα λεπτό να λαδώσω το μοτέρ» σταματά τη διήγηση για να πιει μια γουλιά από το τσάι του. «Είμαι πολυλογάς» δικαιολογείται και συνεχίζει απτόητος με τα βραβεία του Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού: τρίτος το 1959 με το «Εσένα» των Σπάρτακου – Λιδωρίκη και δύο φορές πρώτος με το «Πέταξε ένα πουλί» (Κλάβας -Αλεξόπουλος), και το «Αδέρφια μου αλήτες πουλιά» (Βοσκόπουλος – Λυμπερόπουλος). Το λαϊκό το τραγούδησε με τον δικό του τρόπο. «Ημουν, βλέπεις, δυτικός τραγουδιστής, σαν τον Φρανκ Σινάτρα. Χόρευα, τραγουδούσα, έπαιζα».

Στα «Αστέρια» της Γλυφάδας ήταν τραγουδιστής ορχήστρας. Χρόνια μετά, ήρθε ένα βράδυ η Μπελίντα. «Γιάννη, πρέπει να γίνεις σολίστας» πείθοντάς με να πάω στην Πλάκα, στην «Παλιά Αθήνα». Είχα τη σιγουριά μου, έβγαζα 450 δρχ. το βράδυ δουλεύοντας όμως 7 μέρες την εβδομάδα από τις 10 το βράδυ μέχρι τις 7 το πρωί».

Η «Αθηναία» συγκέντρωνε την ελίτ: «Υπήρχαν πελάτες που είχαν στασίδια, όπως ο Ξενοφών Ζολώτας. Γλεντζές τύπος, ήταν ο πρώτος που σήκωσα να χορέψει στο τραπέζι. Τότε μας κατέβαζαν ανά πάσα στιγμή στο μαγαζί. Ο Καραμανλής ερχόταν πάντα τα μεσημέρια κι εγώ έπρεπε να είμαι παρών. Χωρίς ορχήστρα, μόνος για να τραγουδήσω στον Πρόεδρο το «Δυο πράσινα μάτια».

– Από τη θητεία σας στα καμπαρέ τι θυμάστε;

– Τα πρώτα χρόνια τραγουδούσα σε όλα τα καμπαρέ. Οταν κατέβαινε ο στόλος στον Πειραιά δούλευα στο «Τζων Μπουλ» στην Τρούμπα που ήταν συνιδιοκτήτης ο Γ. Βεϊζαδές. Για όσους δεν γνωρίζουν ήταν υπεύθυνος με τη γυναίκα του για ένα από τα πιο ανατριχιαστικά περιστατικά της εποχής: σιδέρωναν τη Σπυριδούλα, την υπηρέτριά τους. Πού να ξέραμε τι έκανε σαν χανόταν από το μαγαζί.

– Βγάλατε χρήματα;

– Είχα μάνα κέρβερο που με έμαθε να βάζω κάτι στην άκρη. Ετσι αγόρασα το πρώτο μου σπίτι στο Παγκράτι με δόσεις. Τώρα μένει εκεί ο μικρός μου γιος. Ενοχλούμαι όταν ακούω πως ο τάδε «πέθανε στην ψάθα». Τα λεφτά που έβγαζαν οι τραγουδιστές του λαϊκού, εμείς του ελαφρού δεν τα βλέπαμε ούτε στον ύπνο μας. Θυμάμαι μια τραγουδίστρια που βοήθησε ως υπουργός ο Θάνος Μικρούτσικος και εκείνη πήγε και τα έπαιξε στα ζάρια. Στην αρρώστια πρέπει να βοηθάμε. Δεν δέχομαι όμως τις κλάψες «φταίει το κράτος». Τι έκανες εσύ, ρε, για το κράτος; Ολοι οι τραγουδισταράδες κατακλέψανε το κράτος. Μαύρα, εφορίες… Ας είμαστε μια φορά ειλικρινείς.

– Σήμερα πώς σας φαίνεται ο χώρος του τραγουδιού;

– Περνάμε ακόμη το σύνδρομο της Μαντόνας. Φωνητικά, Μαντόνες έχουμε πολλές, αλλά πρέπει και να γδυθούν. Εμείς ήμασταν τυχεροί. Η Μπελίντα δεν χρειαζόταν να γδυθεί, ούτε η Τζένη Βάνου. Οι τραγουδίστριες τότε εμφανίζονταν με τουαλέτες και οι άντρες με σμόκιν και κοστούμια. Σεβόμασταν τον πελάτη κι εκείνος το μαγαζί. Οι κυρίες ράβονταν 20 μέρες για να μπουν στα «Αστέρια» της Γλυφάδας.

– Η συμπεριφορά του κοινού σε τι άλλαξε;

– Παρακολουθούσα στην τηλεόραση πώς πέταξαν ένα τραπέζι στην πίστα που τραγουδούσε ο Ρέμος. Στον καιρό μου, αν άρεσα, έστελναν στο καμαρίνι ανθοδέσμη με καρτούλα: «Σ’ ευχαριστούμε, μας διασκέδασες». Επειτα ήρθε η μόδα της γαρδένιας και το σπάσιμο των πιάτων. Σε κοστολογούσαν «πόσα πιάτα σπάει ο Βογιατζής;». Πιάτο σήμαινε πελάτης. Υστερα ήρθε το γαρίφαλο που βγάζει μάτι με το σύρμα. Τώρα αγρίεψαν τα πράγματα στη διασκέδαση. Σαν γλιτώσεις από το γαρίφαλο θα τη βρεις από το τραπέζι. Αμα βλέπεις ότι σε πίνει μην το πίνεις.

– Πάθη είχατε;

– Μη συνεχίζεις… Επαιξα πολλή πόκα και χαρακίρι στη ζωή μου. Πολλοί με έκλεψαν, χαρτιά, καζίνο και κάποιοι « φίλοι». Η δεύτερη γυναίκα μου, μου ξεκαθάρισε: «Ή εγώ ή το καζίνο και τα χαρτιά». Δεν ξέρω πια τι χρώμα έχει η τράπουλα. Είμαστε 44 χρόνια μαζί. Η ομορφότερη αεροσυνοδός της Ολυμπιακής, κάναμε πολιτικό γάμο το 1978 στο Νιου Τζέρσεϊ και το 2007 θρησκευτικό εδώ.

– Τα χέρια σας δείχνουν αγροτικές δουλειές.

– Είναι που μαζεύω ελιές. Είκοσι ρίζες έχω, επίσης αμυγδαλιές, συκιές, φιστικιές. Το σκάψιμο δεν το αντέχω πια, η γυναίκα μου συνεχίζει. Τα παιδιά μου (από τον πρώτο γάμο), ο ένας μένει στα Πατήσια κι ο άλλος στο Παγκράτι. Ο μπασίστας ο Χρήστος ασχολείται με τη μουσική, ο άλλος κάνει τον μπάρμαν και τον μάγειρα. Τραγουδάει καταπληκτικά αλλά δεν το ήθελε …

– Νιώθετε ξεχασμένος;

– Στην τηλεόραση με καλούν συνέχεια. Γνωστή τραγουδίστρια μου πρότεινε κάποια στιγμή να είμαι γκεστ στο πρόγραμμά της. Ορος της: «Θα βάψεις τα μαλλιά σου». Ε, όχι, τα μαλλιά μου δεν τα βάφω. Μου πρότειναν κι άλλοι, αλλά έχει μεγάλο ξενύχτι. Εγώ τη γυναίκα μου δεν την αφήνω μόνη της, δεν θέλω να μου πάθει καμιά πλάκα, δεν θέλω να τη χάσω. Είναι αληθινό στήριγμα ζωής.

Δεν με φοβίζει ούτε ο θάνατος

– Τελικά ποιο είναι το μυστικό των 80;

– Μεγαλώνω, αλλά δεν παραιτούμαι. «Πάρε μπαστούνι» με συμβούλεψε ο γιατρός. Οχι, δεν θα πάρω. Και μούσι που άφησα είναι για να κρύβει το προγούλι. Ούτε ο χρόνος με φοβίζει ούτε ο θάνατος.

«Ελληνας είμαι, πάρτε κάτι» αποφορτίζει την ατμόσφαιρα ο πλανόδιος πωλητής. «Κι εγώ Ελληνας είμαι» του απαντάει και πληρώνει μια συσκευασία αρωματικών. «Μπορώ να σου μιλάω ώρες και για την πολιτική, όχι μόνο γιατί είδα πολλά, αλλά και επειδή είμαι ενεργός πολίτης. Από το 1954 δεν χάνω εκλογές. Δεν ξέρω αν έκανα λάθος, όμως πιστεύω στην ελεύθερη οικονομία. Δεξιός είμαι, δεν κρύβομαι. Δεν θα μπορούσα να είμαι αριστερός με δεξιές τσέπες».

Πριν φύγει μου χαρίζει τα αρωματικά χώρου: «Για να σε καλοπιάσω…».