ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ολυμπία Δουκάκη: «Undefined»

olympia-doykaki-undefined-2062915

Tρεις ώρες. Τόσο κράτησε το ζωντανό, αποκλειστικό μου preview από το ντοκιμαντέρ «Olympia Dukakis: Undefined». Tρεις ώρες κοντά σε μία από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς και πιο συναρπαστικές γυναίκες της εποχής μας και στο συνεργείο του Χάρη Μαυρομιχάλη, που επί τρία ολόκληρα χρόνια την ακολουθεί κατά πόδας σε Αμερική και Ευρώπη, για να μας γνωρίσει σε βάθος τον άνθρωπο πίσω από ένα θρυλικό όνομα της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, πίσω από το Οσκαρ και τη Χρυσή Σφαίρα, πίσω από μια καριέρα που μετράει 50 χρόνια και δεκάδες σπουδαίους ρόλους στο θέατρο και το σινεμά, πίσω από το αστέρι υπ’ αριθμόν 2.498 στη Λεωφόρο του Χόλιγουντ, που πρόσφατα της απονεμήθηκε.

Και τι preview ήταν… Είχε γέλιο και λίγο δάκρυ, σκόρπιες κουβέντες στα ελληνικά, μνήμες προγόνων, διδάγματα ζωής, φωτογραφίες, λέξεις-κλειδιά που προσπάθησα να αποκρυπτογραφήσω, αγωνία (δική μου) για το αν γράφει το ψηφιακό recorder, ψιλοκουβέντα για τα σίριαλ της σεζόν (της αρέσει το «Homeland», φαντάσου), ένα κινηματογραφικό ηλιοβασίλεμα στην Costa Navarino, όπου βρέθηκε επισκεπτόμενη για τις ανάγκες των γυρισμάτων, το Καρβέλι Μεσσηνίας, το έρημο πια χωριό της μάνας της, κι έπειτα περισσότερη συγκίνηση, κι άλλες φωτογραφίες και ένα μεγάλο «ευχαριστώ». Με άφησε με ένα αίσθημα πληρότητας για μία από τις πιο σημαντικές γνωριμίες της ζωής μου.

Κάτι εβδομάδες μετά, μιλούσα στο τηλέφωνο με τον ταλαντούχο Ελληνοκύπριο σκηνοθέτη, που ρίχτηκε με άγνοια κινδύνου στο χείμαρρο που ακούει στο όνομα Ολυμπία Δουκάκη και βρέθηκε να κολυμπάει με την κάμερά του όλο και πιο βαθιά, από πρόβες και δημόσιες εμφανίσεις μέχρι προσωπικές στιγμές, ευχάριστες και μελαγχολικές. Σε μια διαρκή αναμέτρηση με τον εαυτό του, για τα όρια των ερωτήσεων που έπρεπε να τεθούν ώστε να μην προκύψει «αγιογραφία», όσο και με την πρωταγωνίστριά του, που έχει τον τελευταίο λόγο στο τι θα φανεί στην οθόνη. Εκείνη, βλέπεις, στην αρχή ήταν διστακτική με το πρότζεκτ και με τα κομμάτια της προσωπικής ζωής της που δεν ήθελε να αποκαλύψει (η Χριστίνα, ο Πέτρος και ο Στέφανος, τα τρία παιδιά, και τα τέσσερα εγγόνια της ήταν off limits). Ωσπου κάποια στιγμή, στη μέση του μαραθωνίου δρόμου, ο Χάρης τής παρουσίασε το τρίλεπτο τρέιλερ, μην έχοντας ιδέα τι να περιμένει. «Τhis is good, very good», του είπε. «Αλλά κάτι λείπει. Πρέπει να έχεις τα παιδιά μου σ’ αυτή την ταινία».

Οπως κι αν εξελιχθεί το ντοκιμαντέρ, ο Μαυρομιχάλης μού λέει ότι νιώθει ευγνώμων στην Ολυμπία για όσα μοιράστηκε μαζί του. Από μια αυθόρμητη εκτέλεση του αγαπημένου της Misirlou εκεί που περπατούσαν και το μεταξύ σοβαρού και αστείου παράπονό της, επειδή τα παιδιά της τη θεωρούν σφιχτοχέρα στα φιλοδωρήματα, μέχρι μια μεγάλη κουβέντα περί θνητότητας, με αφορμή ένα ατύχημα στους δρόμους της αγαπημένης της Νέας Υόρκης που παραλίγο να της στοιχίσει τη ζωή. «Το συγκινητικό για μένα είναι να βλέπω μια γυναίκα που είναι 83, που έχει τόσο πολλά να προσφέρει, τόση ενέργεια για τη ζωή, αλλά ο χρόνος της τελειώνει και δεν μπορεί να τον ελέγξει. Και παρόλο που, πίστεψέ με, τα κάνει όλα σωστά και συνεχίζει να ζει τη ζωή και να δουλεύει και να κοιτάζει μπροστά, η πραγματικότητα αυτή τη «χτυπάει» κάθε μέρα. Αυτό είναι κάτι που σου ραγίζει την καρδιά», λέει ο σκηνοθέτης. «Είναι σαν να έχω τελειώσει ένα πανεπιστήμιο της ζωής κοντά της αυτά τα τρία χρόνια. Ο τρόπος της απέναντι στους ανθρώπους, τον άντρα, τα παιδιά, τα εγγόνια της, με έμαθε τόσο πολλά, σε τόσα διαφορετικά επίπεδα. Αλλαξε τη ζωή μου».

Από την άλλη βεβαίως, μετά και το εντατικό μου μάθημα στο  Πανεπιστήμιο Δουκάκη, νομίζω ότι η Ολυμπία είναι πιο νέα και από εμένα και από τον Χάρη, και ας έχουμε περίπου τα μισά της χρόνια. Ξαναβλέποντας το ιστορικό βίντεο που παρουσίαζε στο συνέδριο των Δημοκρατικών το 1988, τότε που ο πρωτοξάδερφός της Μάικ έπαιρνε το χρίσμα για την προεδρία, συνειδητοποιείς ότι η ζωή της Δουκάκη και της οικογένειάς της ήταν ένας διαρκής αγώνας, από τότε που ο Κωνσταντίνος και ο Παναγιώτης, πατέρας και θείος της, έφταναν στην Αμερική, στο γύρισμα του 20ού αιώνα, απένταροι αλλά γεμάτοι όνειρα και θέληση να προκόψουν. Πρώτα χρόνια με στερήσεις τη δεκαετία της Μεγάλης Υφεσης, μάχες για το ελληνικό της όνομα στο πολυεθνικό «καμίνι» των δρόμων του Λόουελ στη Μασαχουσέτη, διαρκής αγωνία για να μεγαλώσει τα παιδιά της παίζοντας ό,τι ρόλο και ρολάκι έπεφτε στα χέρια της, ιώβεια υπομονή μέχρι να παρουσιαστεί η ευκαιρία της μαζικής αναγνώρισης, με το οσκαρικό «Moonstruck» («Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού»), σε ηλικία που άλλες ηθοποιοί βρίσκονται ήδη στη δύση της καριέρας τους… Και τώρα πια, στα 83 της, με ένα πρόγραμμα επαγγελματικών υποχρεώσεων κλεισμένο για την επόμενη τριετία, ηθοποιός και δασκάλα υποκριτικής, σύζυγος, μητέρα και γιαγιά, με περισσή ενέργεια για κοινωνική δράση που περιλαμβάνει από την ευαισθητοποίηση για το Αλτσχάιμερ μέχρι τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων στις ΗΠΑ (σ.σ. η LGBT κοινότητα τη θεωρεί ηρωίδα), να αναμετριέται με ρόλους προκλητικούς που άλλες ηθοποιοί δεν θα διανοούνταν να αγγίξουν: στο «Cloudburst» του αγαπημένου της σεναριογράφου – σκηνοθέτη Τομ Φιτζέραλντ υποδυόταν σε ηλικία 80 ετών μια «μάτσο» λεσβία που παίρνει την τυφλή της σύντροφο στον Καναδά για να παντρευτούν… «Φαινόμενο της φύσης», «προσωπικότητα μεγαλύτερη από τη ζωή» είναι δύο από τους χαρακτηρισμούς που συχνά της αποδίδονται. Αντί συμβατικών ερωτήσεων, προσπάθησα, με κάποιες λέξεις-κλειδιά, να σκαλίσω αυτό το υπέροχο μυαλό της.

Αυλαία. «Δεν ήταν να γίνω ηθοποιός… Επαιξα στα 13 την ψυχή της Ελλάδος, ήταν μια βραδιά με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την ανακούφιση από τα δεινά του πολέμου. Βγήκα στη σκηνή με δύο περιστέρια και, φυσικά, με κουτσούλισαν και μάλλον έπρεπε να το έχω καταλάβει από τότε πώς θα ήταν μια καριέρα στη σόου μπίζνες… Θυμάμαι τη μητέρα μου να κάνει ένα χορευτικό με έναν διάφανο χιτώνα, τύπου αρχαιοελληνικού, και δεν ήταν καν 1,54 και ζύγιζε 80 κιλά, και μέχρι κι εγώ έβρισκα στο θέαμα κάτι αστείο».

Ρόλοι: σας αλλάζουν; «Δεν νομίζω. Αυτό που γίνεται είναι ότι οι διαφορετικοί ρόλοι σού δίνουν τη δυνατότητα να προσεγγίζεις κομμάτια του εαυτού σου που είναι βαθιά κρυμμένα, με τα οποία πιθανώς δεν νιώθεις άνετα. Σ’ αυτή την εμπειρία βρίσκεται όλη η χαρά της υποκριτικής – και όλη η δυσκολία της βεβαίως».

Ηρωες: έχετε; «Τη Σύλβια Ερλ, πρωτοπόρο της υδροβιολογίας, που προσπάθησε να μας αφυπνίσει για τη μόλυνση στις θάλασσες και τις λίμνες της Αμερικής και κυνηγήθηκε ανελέητα, μέχρι λεσβία την είπαν σε εποχές που αυτό για την κοινωνία ήταν ανάθεμα. Τη Μαντάμ Κιουρί, γιατί ήταν τόσο αφοσιωμένη στο επιστημονικό της έργο και την ίδια στιγμή είχε γνωρίσει την αληθινή αγάπη στη ζωή της, κρατούσε μια οικογένεια, και με έκανε να σκέφτομαι «για δες, δεν είναι αδύνατο!». Είχε τελειώσει το γυμνάσιο το ’49, μετά τον πόλεμο, εποχές που προσπαθούσαν να μας στείλουν όλες τις γυναίκες στο σπίτι, κλεισμένες στο ρόλο της νοικοκυράς. Αυτές οι δύο γυναίκες, μαζί και η Ελεάνορ Ρούζβελτ, με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι μπορείς να διοχετεύεις πάθος στη δουλειά σου και να απολαμβάνεις τον έρωτα και την οικογένεια».

Φεμινισμός. «Δεν κρύβομαι από τη λέξη. Είναι καλή λέξη. Σημαίνει να ενδιαφέρεσαι για τα θέματα των γυναικών, να νοιάζεσαι για τις ζωές των ανθρώπων… Αν πάλι με ρωτήσεις, τα πράγματα είναι δύσκολα για άντρες και γυναίκες. Είναι δύσκολο να βρεις ισορροπία τη στιγμή που όλοι και όλα πιέζουν να πετύχεις, να είσαι καλύτερος από τον άλλο, να συνδυάζεις τη δουλειά με την οικογένεια και με τα ενδιαφέροντά σου, μ’ αυτά που κάνουν τη ζωή σου πιο πλούσια. Ολο με ρωτούν για τις γυναίκες, αλλά κοιτάζω γύρω μου και βλέπω ότι και οι άντρες έχουν τις ίδιες ανάγκες, αν όχι περισσότερες».

Διασημότητα. «Ολη αυτή η κουλτούρα των σελέμπριτι δεν έχει να κάνει με τη δουλειά. Δεν έχει σχέση με τη διαδικασία της υποκριτικής, μ’ αυτό το ταξίδι ζωής τού να είσαι ηθοποιός, δεν έχει σχέση με την γκάμα σου, με τους ρόλους που θα παίξεις. Εχει να κάνει μόνο με το να κατακτάς και να διατηρείς τη διασημότητα, και αυτό πολλές φορές σε εμποδίζει από το να δοκιμάζεις κάτι νέο και διαφορετικό. Προσωπικά δεν θεωρώ πως είμαι “σελέμπριτι” παρά μια γυναίκα που κατάφερε αυτό που επιθυμούσε στη ζωή: να γίνω καλή ηθοποιός, να κάνω ταινίες, σοβαρά έργα, να παίξω κλασικούς ρόλους. Ισως οφείλεται στο ότι η υποτιθέμενη διασημότητά μου ήρθε πολύ αργά στη ζωή, είχα ήδη 20 χρόνια στο θέατρο, δίδασκα 15 χρόνια στο NYU και τώρα είμαι ακόμα σε θέση να κάνω πράγματα, να διδάσκω πάλι, αυτά μου δίνουν ικανοποίηση».

Οσκαρ. «Είναι ωραίο το συναίσθημα να νικάς. Κρατάει; Τι να σου πω, το μόνο που σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή που ανέβαινα στη σκηνή ήταν “μακάρι ο πατέρας μου να ήταν εδώ”. Χαίρομαι που κέρδισα γιατί έκανε τη ζωή μου ευκολότερη. Με έκανε καλύτερη ηθοποιό; Οχι. Καλύτερο άνθρωπο; Οχι. Ισως μου πρόσφερε λίγη παραπάνω ασφάλεια. Αυτό του το αναγνωρίζω. Κατά τα άλλα… ΟΚ, το κατάφερα κι αυτό, δεν είναι άσχημα».

Ονειρα. «Φυσικά και έχω! Κυρίως πράγματα που θα επιθυμούσα για τα παιδιά μου… Θα ήθελα να έχω ταξιδέψει περισσότερο, αλλά πάντα εργαζόμουν τόσο πολύ. Θυμάμαι στα 15, ήθελα να βγάζω τα δικά μου λεφτά, να δουλέψω σ’ ένα παγωτατζίδικο, και ο πατέρας μου έλεγε “μη βιάζεσαι, θα δουλέψεις σ’ αυτήν τη ζωή…”. Ετσι και έγινε. Τουλάχιστον όμως το επαγγελματικό μου όνειρο το εκπλήρωσα».

Eλληνικότητα. «Αυτό είναι μια μεγάαααλη κουβέντα. Ξέρεις, εκεί όπου μεγάλωνα, στο Λόουελ, ήταν καμίνι εθνοτήτων. Οι γονείς μας πάλευαν για το μεροκάματο και εμείς, τα μικρά, παλεύαμε στο δρόμο. Γιατί παλεύαμε; Γιατί ήμουν Ελληνίδα, κι ο άλλος Ιταλός, κι ο άλλος Γερμανός ή Αμερικανός. Στα 13 μου κυκλοφορούσα με μαχαίρι. Το χρησιμοποίησα; Οχι. Αλλά ο άλλος έπρεπε να ξέρει ότι κρατάω μαχαίρι. Αλλιώς θα με κορόιδευε για το όνομά μου, για τη μύτη μου, για το φαγητό που τρώω σπίτι μου, για τους γονείς μου. Πάλευα επειδή ήμουν Ελληνίδα. Κι όταν στα 8 είχα ρίξει μια μπουνιά σε ένα αγοράκι, η μάνα μου είχε πει στη μάνα του “δεν ανακατεύομαι με το τι κάνουν τα παιδιά μου στο δρόμο”, γιατί ήξερε, όπως και ο πατέρας μου, ότι έπρεπε να παλέψω σ’ αυτό το περιβάλλον, για να μην αφήσω τους άλλους να λερώσουν, να κοροϊδέψουν, να ξεφτιλίσουν την ταυτότητά μου. Στο μεταξύ, μου έλεγε η μάνα μου, μην ανησυχείς, όταν μεγαλώσεις θα χαίρεσαι που κράτησες το όνομα Ολυμπία. Οι άνθρωποι θα καταλάβουν τι σημαίνει. Και μεγάλωσα, πήγα στη Νέα Υόρκη κι εκεί άκουγα ότι θα παίρνω μόνο “έθνικ” ρόλους, ότι είμαι πολύ “έθνικ”. Αλλά και πάλι δεν άλλαξα το όνομά μου. Θα ράγιζε την καρδιά του πατέρα μου και δεν μπορούσα να το κάνω».

Γιαγιά. «Κάποιοι λένε ότι η ζωή τους απέκτησε νόημα επειδή έχουν εγγόνια. Οχι, δεν είναι έτσι. Η ζωή μου είχε νόημα από πριν. Τα παιδιά και τα εγγόνια μου σίγουρα την εμπλουτίζουν, μου δίνει μεγάλη χαρά να μαζευόμαστε στο σπίτι. Αλλά το γεγονός ότι έχω ακόμα δουλειά, ότι βρίσκω πράγματα που με ενθουσιάζουν και μου κινούν το ενδιαφέρον, αυτό μου δίνει χαρά. Οπως και το να βλέπω τηλεόραση και να αστειεύομαι με τον άντρα μου τα βράδια».

Μάθημα (στα παιδιά της). «Η υπομονή. Να έχεις υπομονή με τον εαυτό σου, με τη ζωή. Ο πατέρας μου μου το δίδαξε αυτό. Η μητέρα μου ήταν το ακριβώς αντίθετο, ήταν του “τώρα, τώρα, τώρα”. Εκείνος έλεγε (στα ελληνικά) “σιγά-σιγά θα πάμε στην Αθήνα”. Δεν είναι γλυκό; Σιγά σιγά…»

Αρετή (που εκτιμά στους ανθρώπους). «Η αφοσίωση. Να είναι πιστή. Αυτό εκτιμώ και αυτό είμαι έτοιμη να προσφέρω. (Γυρνώντας στον σκηνοθέτη). Να το θυμάσαι αυτό, Χάρη!»

Χρόνος. «Φυσικά και έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι περνά. Νιώθω τον εαυτό μου να έχει λιγότερη σωματική αντοχή, λιγότερη πνευματική σπιρτάδα. Αλλά ο σύζυγός μου (σ.σ. είναι 90) αποτελεί παράδειγμα για μένα. Προσπαθώ να αποδέχομαι το πού βρίσκομαι. Ετσι ήταν και η μάνα μου. Δεν μου είναι πάντα εύκολο».

Γάμος (και πώς να αντέξει). «Βρες έναν άντρα σαν τον Λούι Ζόριτς (τον κροατικής καταγωγής ηθοποιό σύζυγό της, με τον οποίο είναι αχώριστοι επί 52 χρόνια). Ηταν πάντα εκεί για μένα, ποτέ δεν μπλεκόταν όμως. Κάποια στιγμή άρχισα να καπνίζω, η κόρη μου αναρωτιόταν “γιατί το κάνει αυτό;” κι εκείνος της απαντούσε “γιατί αυτό της χρειάζεται”. Ποτέ δεν προσπαθεί να ελέγχει τους ανθρώπους γύρω του, αλλά όποτε τον χρειάζεσαι και θες να μιλήσεις, είναι εκεί και πάντα νοιάζεται. Ανάγκες και όρια, αυτό είναι το μυστικό. Εξάντλησα την τύχη μου μαζί του, τι να πω…»