ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Τίμων Κουλμάσης: Πάντα καλούμαστε να εντοπίσουμε μια μελωδία

timon-koylmasis-panta-kaloymaste-na-entopisoyme-mia-melodia-2156712

Εκείνος είναι ένας νεαρός Γερμανός φοιτητής, ελληνικής καταγωγής, από τη Δρέσδη. Εκείνη, Ελληνίδα κωνσταντινουπολίτικης καταγωγής, ζει στην Αθήνα, φοιτήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών. Θα συναντηθούν στην ελληνική πρωτεύουσα λίγο πριν από την έναρξη του Πολέμου. Ερωτας, εκδρομές στην εξοχή, κοινά ιδανικά και μια αλληλογραφία πάνω από 1.000 σελίδες θα τους συνδέσει στα χρόνια της φρίκης. Ομως η ιστορία του κοσμοπολίτη συγγραφέα Πέτρου Κουλμάση (1914-2003) και της Νέλλης Ανδρικοπούλου (1921-2014), σημαντικής εκπροσώπου της «γενιάς του Ματαρόα» και μεταφράστριας του «Μονόδρομου» του Βάλτερ Μπένγιαμιν, είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα ντοκιμαντέρ εις μνήμην του πατέρα. Ο Τίμων Κουλμάσης, με ποιητικές εικόνες, μέσα από τις χειρόγραφες σελίδες της αλληλογραφίας και τη λιτή αφήγηση της 90χρονης ζωγράφου και γλύπτριας Νέλλης Ανδρικοπούλου, «ντοκουμεντάρει» με ευαισθησία και στοχασμό την ιστορία μιας ελληνογερμανικής φιλίας, που θα αντισταθεί με τον δικό της τρόπο στη βαρβαρότητα της εποχής. Ανάμεσα στον λόγο, στα τεκμήρια και στις ενδιάμεσες σιωπές, η ταινία αφηγείται παράλληλα και την άγνωστη ιστορία του «Γερμανικού Επιστημονικού Ινστιτούτου» (DWI), πρόδρομου ουσιαστικά του Ινστιτούτου Γκαίτε, και του διευθυντή του Ρούντολφ Φάρνερ, ενός Γερμανού, πραγματικού φιλέλληνα, που θα βρεθεί στη δίνη της Κατοχής.

– Κύριε Κουλμάση, θα μπορούσαμε κατ’ αρχάς να δούμε το «Πορτρέτο του πατέρα σε καιρό πολέμου» ως μέρος μιας (άτυπης ίσως;) τριλογίας, μαζί με την «Ουλρίκε Μαρί Μάινχοφ» (1994) και το «Λόγος για Αντίσταση» (2010), που αφορά την ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle την περίοδο της δικτατορίας, ταυτόχρονα όμως σαν ένα «γράμμα προς τον πατέρα» μέσα από τις επιστολές του πατέρα προς τη Νέλλη Ανδρικοπούλου;

– Ακριβώς. Ισχύουν και τα δύο. Το «Πορτρέτο του πατέρα σε καιρό πολέμου», συνεχίζει μια σειρά ταινιών, όπου οικογενειακές ή προσωπικές ιστορίες αντιπαρατίθενται με τη συλλογική μνήμη ιστορικών γεγονότων ή εποχών. Το πρώτο μου ντοκιμαντέρ ξεκινά από αναμνήσεις της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας –τη φιλία μου με την κόρη του ιδρυτικού μέλους της RAF– για να αποκαλύψει μια κρυφή ανθρώπινη πτυχή της γυναίκας που έγινε μετά τον θάνατό της ένας απρόσωπος μύθος και να φωτίσει κάποιες όψεις της πολιτικής ιστορίας, την ένοπλη πάλη στη Γερμανία της δεκαετίας του ’70. Η επόμενη ταινία αναφέρεται στην εξορία της οικογένειάς μου τα χρόνια του ’60 –η μητέρα μου ήταν στρατευμένη στην αντίσταση κατά της χούντας των συνταγματαρχών– προκειμένου να αναζητήσει αυτό που μένει σήμερα, στη συνείδηση των ανθρώπων στην Ελλάδα. Και σίγουρα, αυτή ειδικά η ταινία είναι επίσης ένα «γράμμα στον πατέρα», που υπήρξε μια σημαντική προσωπικότητα στη ζωή μου και μέχρι σήμερα με έχει σημαδέψει.

– Στην ταινία διακρίνουμε στοιχεία μιας βαθιάς γερμανικής παράδοσης πνεύματος και πολιτισμού, δηλ. ο νεανικός έρωτας, η αλληλογραφία, η επιθυμία (Sehnsucht), η παιδεία, ο ιδεαλισμός, αλλά και τα ιδανικά μιας γενιάς. Κι όμως είναι και μια ταινία για την Ελλάδα και τη Γερμανία, του «τότε» και του «σήμερα».

– Η ταινία αναφέρεται στην τελευταία γενιά προτού η Ιστορία «τελειώσει», όταν κυριαρχεί η ανείπωτη φρίκη –ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, το Αουσβιτς, το Ναγκασάκι και η Χιροσίμα– που σήμαινε για τη γενιά αυτή την απόλυτη καταστροφή ενός κόσμου με ανθρωπιστικά ιδεώδη. Το ερώτημα γι’ αυτήν ακριβώς την πραγματικά γερμανική «επιθυμία» (η λέξη Sehnsucht δεν μεταφράζεται), που «σφράγισε» αυτή τη γενιά διατυπώνεται διαφορετικά: «Πώς μπορεί κανείς να ζήσει με βάση τις αξίες της ζωής;». Και κατά κάποιον τρόπο το κατάφερε. Πάντα υπάρχει μέσα στα πράγματα μια μυστική μελωδία κι εμείς καλούμαστε να την εντοπίσουμε, όταν ο πόλεμος είχε τελειώσει προ πολλού. Από αυτή τη σκοπιά, έμεινα «ο γιος του πατέρα μου».

– Παράλληλα, υπάρχει το στοιχείο μιας πολιτισμικής ιστορίας (Kulturgeschichte) ανάμεσα στη Γερμανία και στην Ελλάδα, σε σχέση με τα πρόσωπα και τα πράγματα που εμπλέκονται ανάμεσα στον πατέρα σας και στη Νέλλη Ανδρικοπούλου, κυρίως αναφορικά με τον Rudolf Fahrner και το Deutsches Wissenschaftliches Institut (Γερμανικό Επιστημονικό Ινστιτούτο), στους δύσκολους καιρούς του πολέμου. Γιατί αυτή ακριβώς η Kulturgeschichte είναι τόσο αδύναμη σήμερα, στην εποχή των αμοιβαίων στερεοτύπων, των προκαταλήψεων και της εκατέρωθεν πολεμικής;

– Αυτό το ερώτημα με απασχολεί χρόνια τώρα. Ο κριτικός λόγος, που είναι σε θέση να «πάρει θέση» στις ειδικές ιστορικές συνθήκες, πέρα από κλισέ και ιδεολογικές επιρροές, δεν έχει βέβαια εξαλειφθεί, αλλά πάντως δεν ακούγεται. Σημαντική ευθύνη γι’ αυτό φέρουν και τα τηλεοπτικά ΜΜΕ, στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή τους, αν και είναι ακόμα πρόωρο να εκτιμήσουμε κατά πόσον το Διαδίκτυο αποτελεί την πραγματική εναλλακτική απάντηση στην ενημέρωση. Πάντως, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και να αποφεύγουμε τις απλουστευτικές απαντήσεις σε πολύπλοκες κοινωνικές διεργασίες. Γεγονός είναι πάντως πως ζούμε σε μία «α-ιστορική περίοδο» κι η «επιστροφή στη βαρβαρότητα» δεν αποκλείεται.

– O Ρούντολφ Φάρνερ, ο διευθυντής του Γερμανικού Ινστιτούτου Επιστημών, ήταν μια σημαντική προσωπικότητα που σχετίζεται μάλιστα με τον Στάουφενμπεργκ, τον παρ’ ολίγον δολοφόνο του Χίτλερ, αλλά και τον «ποιητικό κύκλο» γύρω από τον Στέφαν Γκεόργκε. Το ίδιο κι ο πατέρας σας και, βέβαια, η Νέλλη Ανδρικοπούλου. Μήπως η απουσία τέτοιων προσωπικοτήτων δυσχεραίνει επιπλέον τη σημερινή δύσκολη κατάσταση, ειδικά στην ελληνογερμανική (αλληλο)κατανόηση;

– Σίγουρα, αλλά ταυτόχρονα τίθεται το ερώτημα για τον λόγο αυτής της απουσίας ή γιατί δεν εισακούονται άνθρωποι με ελεύθερο πνεύμα, με ανοιχτό μυαλό. Η Νέλλη Ανδρικοπούλου μου περιέγραψε τον Φάρνερ, ο οποίος βοήθησε πολλούς Ελληνες στη διάρκεια της Κατοχής, ως εξής: «Καθόταν στο καφενείο, πεπεισμένος ότι πίνει νέκταρ, αντικρίζοντας την Ακρόπολη. Η σύντροφός του φορούσε αρχαίες ενδυμασίες, εσθήτες. Επεφταν βόμβες κι εκείνος μετέφραζε Ομηρο. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν μια ακράδαντη πίστη και γι’ αυτό δεν μεταμορφώθηκαν σε κανίβαλους. Πρέσβευαν αξίες που ήταν σημαντικότερες από όλες τις στοιχειώδεις, υλικές αξίες». Το πρόβλημα είναι αυτή η απώλεια των αξιών ή η μετάθεσή τους σε μία α-ιστορική εποχή.

– Ποια είναι τα συναισθήματα του σκηνοθέτη-γιου απέναντι στο «πορτρέτο του πατέρα σε καιρό πολέμου» στη διάρκεια των γυρισμάτων και, βέβαια, βλέποντας το ντοκιμαντέρ ολοκληρωμένο;

– Ενα από τα λίγα πλεονεκτήματα αυτής της εξαιρετικά δύσκολης σκηνοθετικής δουλειάς και των συνθηκών της –μου πήρε 6 χρόνια να την ολοκληρώσω– ήταν ο πρόσθετος χρόνος που είχα στη διάθεσή μου. Αυτό με βοήθησε να αποκτήσω την απαραίτητη απόσταση, που είναι το ίδιο αναγκαία όσο και η «εγγύτητα» με τα πρόσωπα της ταινίας, ώστε να ισορροπήσω ανάμεσα στο υποκειμενικό βλέμμα και στην αναδρομή σε μία ιστορική περίοδο και τη συλλογική μνήμη, που είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμα των μεμονωμένων αναμνήσεων, για να την «αναπαραστήσω» σε σκηνές και να τη φωτίσω. Στη Δρέσδη ένιωσα κάποια στιγμή τη φρίκη: η σιωπή της Ιστορίας, η απουσία, η απόλυτη εξαφάνιση. Ούτε εικόνα ούτε παρελθόν. Οταν βλέπω σήμερα την ταινία ολοκληρωμένη, δεν μπορώ να πω παρά αυτό: προσπάθησα να είμαι ειλικρινής. Εφτασα στα όριά μου. Το αποτέλεσμα θα το κρίνουν άλλοι.

Η απόσταση του χρόνου, το κενό, οι σιωπές

«Υπάρχει σίγουρα η απόσταση του χρόνου. Οι αναμνήσεις, γενικά οι μαρτυρίες της εποχής, πρέπει να συμπληρώνονται από ένα σύνθετο, σφαιρικό βλέμμα. Αλλά η δυσκολία αφορά κυρίως αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε το “ταυτόχρονο” στην Ιστορία, στην κάθε ιστορία. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να διηγηθούμε τα πράγματα όπως συνέβησαν, διότι, προκειμένου να δομήσουμε μια αφήγηση, θα πρέπει να διαχωρίσουμε και να βάλουμε σε μια σειρά όσα στην πραγματικότητα αναμειγνύονται άρρηκτα. Ετσι, είναι αδύνατο να αναπαραστήσουμε τα πάντα. Η αληθινή διακύβευση βρίσκεται στην ανάγκη να βρεθεί ένα κατάλληλο κινηματογραφικό ύφος, ώστε η αφήγηση να συμπεριλαμβάνει, σε κάποιο άλλο επίπεδο, το κενό και τις σιωπές που μεσολαβούν».
​​
Τίμων Κουλμάσης. Πορτρέτο του πατέρα σε καιρό πολέμου/ Γράμματα από την Αθήνα (ντοκιμαντέρ, βίντεο HD, 88΄,  2016). Προβολή της ταινίας και συζήτηση με τον σκηνοθέτη. Συμμετέχουν η Φαίδρα Κουτσούκου, η Εύα Στεφανή και ο καθ. Νικόλαος Τζαβάρας. Ινστιτούτο Γκαίτε, Δευτέρα 24 Οκτωβρίου, 8.30 μ.μ.