ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βασίλης Αλεξάκης: «Ισως είναι χρήσιμες και οι δυσάρεστες μνήμες»…

vasilis-alexakis-isos-einai-chrisimes-kai-oi-dysarestes-mnimes-amp-8230-2169691

Κολωνάκι, δεύτερο υπόγειο, τρεις γκαρσονιέρες η μια δίπλα στην άλλη, με γκρεμισμένους τους τοίχους που κάποτε τις χώριζαν, δημιουργούν έναν περίεργο ενιαίο χώρο. Από την εσωτερική αυλή μπαίνει φως στο σαλόνι, στο κέντρο του οποίου, αντί τραπεζαρίας, βρίσκεται ένα τραπέζι του πινγκ πονγκ. Ο Βασίλης Αλεξάκης παίζει συχνά, σε έναν πάγκο δίπλα έχει ρακέτες και μπαλάκια. Είναι το σπίτι του στην Αθήνα εδώ και τριάντα χρόνια – το αγόρασε σταδιακά, τη μια γκαρσονιέρα μετά την άλλη, έπειτα από προτροπή του πατέρα του, για να έχει έναν δικό του χώρο τον καιρό που περνούσε στη χώρα μας. Στο Παρίσι άλλαξε πολλά σπίτια, αν πιστέψουμε ότι στο σημείο αυτό ταυτίζεται πλήρως με τον αφηγητή του καινούργιου του βιβλίου «Το κλαρινέτο» (Εκδ. Μεταίχμιο), στο οποίο τα όρια του αυτοβιογραφικού στοιχείου και της μυθοπλασίας είναι συχνά δυσδιάκριτα.

Το βιβλίο αποτελεί έναν συγκινητικό αποχαιρετισμό στον αδερφικό του φίλο και εκδότη του σε όλη του τη ζωή, τον Ζαν-Μαρκ Ρομπέρτς, ο οποίος έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Αλλά επειδή, όπως λέει ο ίδιος ο Αλεξάκης, ένα μυθιστόρημα χρειάζεται δύο θέματα («όπως το πλέξιμο χρειάζεται δύο βελόνες»), κάνει ένα άλμα από το προσωπικό δράμα στο εθνικό, στην ελληνική κρίση, κυκλοφορώντας και καταγράφοντας την εξαθλίωση της σημερινής κοινωνίας στη χώρα μας. Ολα αυτά συνδέονται με ένα κλαρινέτο. Με τη λέξη κλαρινέτο για την ακρίβεια, την οποία ο συγγραφέας συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι την είχε ξεχάσει, ενώ όμως θυμόταν και το σχήμα και τον ήχο του συγκεκριμένου οργάνου. Αυτή η συνθήκη τού έδωσε την ευκαιρία να γράψει για τη μνήμη. Γιατί ξεχνάμε; Τι ξεχνάμε; Πώς ξεχνάμε;

Τον επισκεφθήκαμε στο σπίτι του και συζητήσαμε μαζί του, στο χαμηλό τραπέζι της κουζίνας, δίπλα στις φωτογραφίες των εγγονών του, ανάμεσα σε ενθύμια μιας ζωής.

– Ολα ξεκίνησαν, λοιπόν, επειδή ξεχάσατε τη λέξη κλαρινέτο;

– Σε αντίθεση με αυτό που πίστευα, ότι η μνήμη μας είναι σαν μπαούλο, έμαθα κάτι άλλο, ότι οι αναμνήσεις μας βρίσκονται σκόρπιες σε όλο τον εγκέφαλο. Οταν ξέχασα τη λέξη κλαρινέτο, θυμόμουν και τον ήχο του και το σχήμα του. Δεν έβρισκα όμως τη λέξη. Γιατί μέσα στο μυαλό μας αλλού βρίσκονται οι αναμνήσεις μας από τη γειτονιά όπου μεγαλώσαμε, αλλού οι μουσικές που ακούσαμε, αλλού οι μυρωδιές. Επίσης, αλλού βρίσκεται η μητρική και αλλού η ξένη γλώσσα, στα δύο αντίθετα ημισφαίρια. Πρόσφατα, έπειτα από μια εγχείρηση που έκανα στη Γαλλία, όταν συνήλθα από τη νάρκωση, άκουγα τις νοσοκόμες που μιλούσαν γαλλικά και δεν τις καταλάβαινα. Δύο μέρες αργότερα τις συνάντησα στον διάδρομο του νοσοκομείου και τις χαιρέτισα στα γαλλικά. Εξεπλάγησαν. «Οταν ξυπνήσατε από τη νάρκωση δεν μιλούσατε γαλλικά», μου είπαν.

– Στο βιβλίο γράφετε ότι αυτό που δεν διαγράφεται ποτέ από τη μνήμη μας είναι η θάλασσα.

– Ναι, είναι μια λογοτεχνική αυθαιρεσία που μου άρεσε. Η θάλασσα βρίσκεται σε όλες τις πρώτες εικόνες της ζωής μου, στις πρώτες μου χαρές και ανησυχίες. Μοιραία, μου ήρθε στον νου όταν έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα αν υπάρχει κάτι που δεν ξεχνιέται.

– Υπάρχουν πράγματα που ξεχνάμε από επιλογή;

– Δεν ξέρω αν γίνεται. Πόσο εύκολο είναι να διαγράψεις κάτι από τη μνήμη σου; Οι αρχαίοι Ελληνες είχαν έναν βωμό στην Ακρόπολη αφιερωμένο στη Λήθη και προσπαθούσαν να διαγράψουν οδυνηρά περιστατικά όπως ήταν η περίοδος της εξουσίας των Τριάκοντα Τυράννων. Εμείς θα έπρεπε να διαγράψουμε τον Εμφύλιο; Την Κατοχή; Τη χούντα; Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος. Ισως είναι χρήσιμες και οι δυσάρεστες μνήμες.

– Η διαδικασία του αποχαιρετισμού του εκδότη σας ήταν πιο εύκολη ή πιο δύσκολη μέσα από τη συγγραφή ενός βιβλίου στο οποίο του απευθύνεστε;

– Η δημιουργία ενός παραμυθιού μειώνει την ένταση της πραγματικότητας. Ωστόσο, εμένα η δουλειά μου είναι να γράφω ιστορίες, δεν με απασχολεί να πω την αλήθεια. Σχεδόν όλες οι συζητήσεις που περιγράφω ότι είχα με τον εκδότη μου δεν έγιναν ποτέ. Θα μπορούσαν όμως να είχαν γίνει και, αν διάβαζε το «Κλαρινέτο», θα ήθελα να το έκρινε ως ένα καλό μυθιστόρημα, όχι να επιβεβαίωνε ότι αυτά που έγραψα ήταν ακριβή. Επειδή βέβαια το μυθιστόρημα είναι παμφάγο, αναπόφευκτα απορροφά και αυτοβιογραφικά στοιχεία.

– Γράφετε σε ένα σημείο ότι η Ελλάδα είναι η μόνη φτωχή χώρα που κανείς δεν λυπάται. Νιώθετε ότι είμαστε ατομικά υπεύθυνοι για τη σημερινή κρίση;

– Κατά κάποιον τρόπο ναι, επιδείξαμε μια ανευθυνότητα, μια επιπολαιότητα. Την πολιτική διάσταση της κρίσης δεν αισθάνομαι άνετα να τη συζητήσω. Το επάγγελμα του κριτή που ασκούν οι πάντες και για όλα μού είναι αφόρητο. Δεν θεωρώ ότι ξέρω καλύτερα. Γνωρίζω, επίσης, ότι εγώ δεν μπορώ να αλλάξω την κοινωνία. Εμένα ο τομέας μου είναι να είμαι μόνος, αυτό μου ταιριάζει, η συνεισφορά μου στο σύνολο είναι να κάνω καλά τη δουλειά μου. Αυτό επιβάλλεται να το κάνω, το οφείλω στους άλλους. Ισως είναι περιορισμένο, αλλά τόσο είναι.

– Υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει τη σημερινή ελληνική κοινωνία;

– Η βραδύτητα είναι η βασική αίσθηση που μου αφήνει. Ολα αργούν να γίνουν. Ισως επειδή δεν μπορούμε να ξεκολλήσουμε από το παρελθόν και έτσι φτάνουμε να αναιρούμε το μέλλον. Οι Γάλλοι ήρθαν σε ρήξη με το παρελθόν τους στην επανάσταση. Εμείς δεν το έχουμε κάνει ακόμα. Νομίζω ότι είναι ένα σύνδρομο των νεότερων Ελλήνων να κοιτάζουν πίσω. Το να είσαι απόγονος είναι ταυτότητα; Δεν το νομίζω.

– Το «Κλαρινέτο» κλείνει με έναν αισιόδοξο τόνο. Είστε αισιόδοξος;

– Το επιβάλλω στον εαυτό μου να είμαι, νιώθω ότι είναι ένας τρόπος να εκφράσω την αγάπη μου στη χώρα μου. Βγαίνω στον δρόμο και βλέπω νευρικότητα και βαρβαρότητα, αλλά θέλω να είμαι θετικός με όλους, δεν σπρώχνω περαστικούς, κατεβαίνω από το πεζοδρόμιο και τους αφήνω να περάσουν. Δεν ξέρω τους ανθρώπους γύρω μου, δεν θέλω να σκεφτώ ότι είναι τα χειρότερα άτομα, όχι, θα υποθέσω ότι είναι καλοί και αξιόλογοι. Το ίδιο νιώθω και για τους ξένους που έρχονται εδώ. Θέλω να πιστεύω ότι είναι άτομα αξιολάτρευτα και ότι έχουμε πράγματα να μάθουμε από αυτούς. Ο μετανάστης πάντα φέρνει περισσότερα στη χώρα που πάει από αυτά που παίρνει. Η μετανάστευση ιστορικά υπήρξε καθοριστική για την ανάπτυξη χωρών. Η διάθεσή μου είναι πολύ καλή απέναντι στους ξένους, δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς, κι εγώ τη ζωή μου σε ξένο τόπο την έζησα.