ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Για τη Δηιδάμεια και την Ιπποδάμεια

gia-ti-diidameia-kai-tin-ippodameia-2290570

Κύριε διευθυντά
Στο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του εκλεκτού δημοσιογράφου – αθηναιογράφου Νίκου Βατόπουλου (9/12/18, Πτυχές, «Η Ιπποδάμεια και η γυναίκα της πλατείας Συντάγματος»), που αναφέρεται στη μνημειακή καλλιτεχνική σύνθεση του Γερμανού γλύπτη Πφουλ, η οποία δεσπόζει σήμερα στην πλατεία Βικτωρίας, θα ήθελα να παραθέσω ορισμένα πρόσθετα στοιχεία σχετικά με το όνομα της Ιπποδαμείας. Σύμφωνα με τη μυθολογία, στην περιβόητη σύγκρουση των δύο θεσσαλικών λαών Κενταύρων και Λαπιθών –προσφιλέστατο θέμα της καλλιτεχνίας– ο Θησεύς, φίλος του Πειρίθου (Πειρίθοος – ους, πείρα+θοός = ταχύς πειρατής), βασιλιά των Λαπιθών, στη διάρκεια της γαμήλιας τελετής, σώζει τη γυναίκα του από τις ασελγείς και υβριστικές πράξεις των Κενταύρων.

Η διασωθείσα σύζυγος, καθώς αναφέρει ο Πλούταρχος (Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς, 30) ονομάζεται Δηιδάμεια (δήιος = εχθρικός, φονικός + δάμνημι = δαμάω). Ασφαλώς, δεν πρέπει να συγχέεται με την ομώνυμη Δηιδάμεια, θυγατέρα του βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη, η οποία με τον Αχιλλέα απέκτησε τον Νεοπτόλεμο (Απολλόδ. Γ174).

Το όνομα Ιπποδάμεια αναφέρεται στον Ομηρο (Ιλ. Β 742, Νεών Κατάλογος), προκαλώντας έτσι σύγχυση με την περίφημη για την καλλονή της θυγατέρα του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου, την οποία έλαβε ως σύζυγο, έπαθλο σε νίκη αρματοδρομίας, ο Πέλοψ, γιος του Ταντάλου (πρβλ. Πινδ. Ολυμπ. Ι70, ΙΧ10, Ευριπ. Ιφιγ. Ταύρ. 1 κ.ε.).

Παράλληλα, εσφαλμένως καλείται, σε κεντρικό σημείο του Πειραιά, μία πλατεία ως Ιπποδαμείας, ονομασία οφειλόμενη σε λεκτική παραφθορά, αντί του ορθού πλατεία Ιπποδαμείου αγοράς, από τον Μιλήσιο αρχιτέκτονα του 5ου π.Χ. αιώνα Ιππόδαμο, πατέρα της πολεοδομίας, ο οποίος εξεπόνησε το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης (Αριστοτ. Πολιτικά, 1267b).

Αναστασιος Αγγ. Στεφος, δ.φ., Επίτιμος σχολικός σύμβουλος

gia-ti-diidameia-kai-tin-ippodameia0
Η μνήμη προσφέρει θαλπωρή ανασύροντας από το προσωπικό χρονοντούλαπο την παιδική ταυτότητα, αναπαριστώντας συνάξεις αγαπημένων, γλεντοκόπια, πολλά υποσχόμενες ευωδιές από την κουζίνα, πλούτο καρδιάς αντίβαρο στη φτώχεια, καλαντιστές, φαντασιοκοπίες με ξωτικά που έδιναν ακόμα πιο μαγικό τόνο στις άγιες ημέρες, με την ευχετική προσμονή για ό,τι καλύτερο να μοιράζεται σαν άυλο αντίδωρο. Εξω εκεί στα ορεινά, παγωμένο κατασκόταδο, μέσα το τζάκι τριζοβόλαγε, όταν αίφνης από τη χορταποθήκη ακούστηκαν κραυγές γοερές. Ο επιστολογράφος της «Κ», αγόρι τότε, άφοβο, κρατώντας το λαδοφάναρο, έσπευσε, έχοντας υπό την προστασία του τις δύο μικρότερες αδελφές του, βιώνοντας από κοντά το χαρμόσυνο γεγονός. Οι ωδίνες της μάνας πήραν τέλος, ένα κατσικάκι μόλις είχε έρθει στη ζωή. Στην «παρένθετη» φωτογραφία (αρχείου) σεβάσμιοι κάτοικοι στο καφενείο του χωριού, πιστοί στην ξυλόσομπα, σε γύρο προθέρμανσης με τσιπουράκι πριν από το σπιτικό τραπέζι.