ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η τιμή της Δούκισσας και οι γενναίοι χωρικοί

i-timi-tis-doykissas-kai-oi-gennaioi-chorikoi-2337448

Κύριε διευθυντά
Στην «Κ»της 4ης Σεπτεμβρίου 2019, ο κ. Αντώνης Βενέτης αναφέρεται στην περιπέτεια της ληστείας της Δούκισσας της Πλακεντίας, της Σοφίας Μπαρμπουά Λεμπρέν, που συνέβη μια Κυριακή του θέρους του 1846 στην Πεντέλη (πρβλ. και Δημ. Γρ. Καμπούρογλου: Η Δούκισσα της Πλακεντίας (1785-1854), σ. 142 κ.ο.κ.) με κύριο εμπνευστή τον λήσταρχο Μπίμπιση, που της ζητούσε άμεσα να του δοθούν 100. 000 τάληρα ως λύτρα.

Φυσικά, η Δούκισσα δεν είχε μαζί της τόσα χρήματα και επινόησε ένα σχέδιο αργοπορίας καταβολής των χρημάτων. Ομως η έγκαιρη επέμβαση των χωρικών της Αττικής –Χαλανδραίων και Μαρουσιωτών αγροτών της περιοχής– έσωσε την κατάσταση, διαλύοντας τη ληστοσυμμορία.

Μέχρι τις ημέρες μας οι γεροντότεροι Μαρουσιώτες διηγούνται με κληρονομική έφεση το επεισόδιο στους απογόνους τους και επιθυμούν να περνούν και από τα κτίσματά της στην Πεντέλη, αφού και οι πρόγονοί τους δούλεψαν ως χτίστες στις οικοδομές της αγαπημένης τους «Ντουκέσσας». Σήμερα, ακόμη μία οικοδομή της παραμένει ατελείωτη, «το φυλάκιο», που θα μπορούσε αποπερατούμενο να στεγάσει κάποιο χρήσιμο δημόσιο κτίριο, π.χ. ένα μουσείο της σχολικής εκπαίδευσης της χώρας μας ή ένα αγροτο-γεωργικό ή ποιμενικό μουσείο εργαλείων κ.λπ., και να μη διατρέχει τον κίνδυνο να περιέλθει σε αλλότριες καιροσκοπικές ιδιωτικές προθέσεις, αφού και άλλοτε μας είχε απασχολήσει το θέμα αυτό (εφημ. «Βήμα» 3-4-1994, «Ελευθεροτυπία» 5-4-1994, «Αμαρυσία» φ. 1238-1994).

ΔημΗΜ. Σ. Μασουρης, Σχολ. σύμβουλος Φιλολόγων επίτ.

i-timi-tis-doykissas-kai-oi-gennaioi-chorikoi0
«…Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν όπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας. Μικρός εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας…». Η λιτή αυτοβιογραφική νύξη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη εικονογραφεί και τον ασκητικό του βίο, μονήρη, καθολικά αφτιασίδωτο, τη συγκατοίκηση με την πενία, τη φθοροποιό αφειδώλευτη συντροφιά καπνού και οίνου, που μαζί με την εξοντωτική πνευματική δουλειά και τον εθισμό στο ξενύχτι κατέτρωγαν τα θεμέλια της ζωής του. Με την άλω της θρησκευτικότητας να τον προστατεύει, θαμώνας του σκιόφωτος, υπέκυψε για μια στιγμή στον πειρασμό της κοσμικότητας επιτρέποντας στον φίλο Παύλο Νιρβάνα να τον απαθανατίσει. Παραδίπλα ένα γκαρσόνι λαγοκοιμόταν, ένας γέροντας αντλούσε ήλιο, δυο λουστράκια έπαιζαν. Η παρουσία τους επιβάρυνε με ευθύνη τον κυρ Αλέξανδρο, φοβήθηκε μήπως ενοχληθούν από τη φωτογράφιση στρέφοντας τα μάτια τους σ’ αυτόν. Το διακόνημα που επέλεξε ήταν να πορεύεται κατά το δυνατόν απαρατήρητος.